Μεταμοντέρνα Οδύσσεια// Τόμας Πύνσον, Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας, εκδόσεις Χατζηνικολή, 3η έκδοση 1998, σσ. 1002, μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής (τίτλος πρωτοτύπου: Gravity’s Rainbow, Viking 1973).

b51746

Είναι δυνατόν στη σύγχρονη κοινωνία η εξουσία να σε εκμηδενίζει και εσύ να αδυνατείς να εξεγερθείς, ενώ γνωρίζεις; Το ερώτημα αυτό είναι ένα από τα πολλά κίνητρα που μπορεί να οδηγήσουν κάποιον στην ανάγνωση αυτού του, ειλικρινά, πολύ δύσκολου βιβλίου, που έχει όμως χαρακτηριστεί ως Έπος της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.

Τουλάχιστον 400 χαρακτήρες, μεγάλες και μικρότερες πλοκές, επεισόδια σαν θραύσματα, εμβόλιμα εδώ και εκεί, όγκος επιστημονικών και επιστημονικοφανών πληροφοριών, ιστορικές αναδρομές, ερωτήσεις προς τον αναγνώστη, μαθηματικοί τύποι, κομμάτια τραγουδιών συνθέτουν ένα μωσαϊκό μετα-αφήγησης, που παρακολουθεί την περιδιάβαση του καφκικού ήρωα Σλόθροπ προς αναζήτηση της ρουκέτας V-2 ή 00000, η οποία είχε αρχίσει να κατασκευάζεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σκηνικό της αναζήτησης είναι ένας χρόνος σε μετάβαση: λίγο πριν την τελική κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας και λίγο μετά την συνθηκολόγηση, βρισκόμαστε στην συμμαχική κατοχική Ζώνη, έναν μη-τόπο, τον οποίον έχει δημιουργήσει η φρίκη του πολέμου και ο οποίος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη κέντρου, συνόρων και της διάκρισης εσωτερικό/εξωτερικό. Αυτή η μεταβατικότητα επιτρέπει την προς τα πίσω και προς τα εμπρός αφηγηματική κίνηση, δηλαδή προπολεμικές περιγραφές και σύγχρονα βιώματα όπως ο πυρηνικός όλεθρος.

Η βασική πλοκή θέλει τον ήρωα μας να έχει την ιδιότητα του σεξουαλικού ερεθισμού κάθε φορά που μία ρουκέτα V-2 είναι έτοιμη να χτυπήσει το Λονδίνο. Στην πορεία θα δούμε πως αυτή η ιδιότητα του προκαλεί το ενδιαφέρον της «Λευκής Οπτασίας», μίας ομάδας-εταιρείας επιστημόνων και ψυχαναλυτών που τον μετατρέπουν σε πειραματόζωο και τον παρακολουθούν. Ο ίδιος αισθάνεται την εξουσία τους και σταδιακά ανακαλύπτει ότι ήδη από παιδί λόγω των γονέων του αφέθηκε στα χέρια ενός διακεκριμένου χημικού επιστήμονα, ο οποίος κατάφερε να του προκαλεί ερεθισμό μέσω ενός μυστηριώδους πλαστικού, του Ιμιπολέξ-G, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή της ρουκέτας V-2. Ο ίδιος ο Σλόθροπ είναι ζωντανό αποτέλεσμα μίας συνωμοσίας, που θέλει να εξιχνιάσει σ’ενα περιβάλλον όμως απίστευτης χωρο-χρονικής ρευστότητας και έλλειψης σταθερού εαυτού. Αυτό που διαπιστώνει τελικά είναι ότι τα πάντα συνδέονται σ’ ένα πολυπρισματικό δίκτυο και συνάμα ο εαυτός του ολοένα και διαλύεται, ώσπου στο τέλος αντί για μία θετική εξιχνίαση της συνωμοσίας ο ίδιος αποδομείται και χάνεται, γίνεται ο ίδιος δικτυακός.

Η συνωμοσία υπάρχει και δεν υπάρχει. Ο έλεγχος της εξουσίας είναι ασαφής και γι’ αυτό όλο και πιο δυνατός. Πολυεθνικές εταιρείες με συμφέροντα πριν και μετά τον πόλεμο, διπρόσωποι πράκτορες των συμμαχικών δυνάμεων που αναζητούν τα μυστικά των Ναζί, επιστήμονες γεμάτοι θάνατο, συμπλέκονται και συνυφαίνονται μαζί του. Στο δρόμο του θα συναντήσει και τους «εναλλακτικούς», τους «αντι-..». Αυτοί μπορεί να είναι κάποιοι περίεργοι Αργεντίνοι αναρχικοί που επιθυμούν την χωρίς σύνορα Ζώνη, μαυραγορίτες-ναρκομανείς που παρασιτούν στη νέα πραγματικότητα, μέντιουμ και πνευματιστές με οράματα. Κυρίως όμως αυτοί είναι οι «μαύροι κομάντο» Χερέρος από τη νοτιο-δυτική Αφρική, που αποτελούσαν μυστικό-επίλεκτο σώμα των Ναζί και τώρα αναζητούν την τελική ρουκέτα, για να πάρουν την εκδίκησή τους απέναντι στο δυτικό πολιτισμό. Βασανισμένοι από την γενοκτονία του λαού τους από τους Γερμανούς αποικιοκράτες ονειρεύονται την υπέρβαση της ιστορίας και της δυστυχίας τους που αυτή επέφερε. Η υπέρβαση του ενδο-κοσμικού μέσω της τεχνολογίας της ρουκέτας (που εδώ γίνεται σημαίνον της δημιουργίας εκ του μηδενός, αλλά και της Πτώσης) είναι το αίτημα του δυτικού ανθρώπου, της εταιρείας της «Λευκής Οπτασίας», αλλά-αντιστικτικά- και των Χερέρος: ένα τμήμα τους επιλέγει το τέλος της Ιστορίας με την αυτοκτονία, ενώ ένα άλλο «φετιχοποιεί» την χαμένη τελική ρουκέτα, και οι δύο πλευρές οδηγούνται σε αδιέξοδο γιατί τελικά στην αντίδρασή τους υιοθετούν την ηθική των Εκλεκτών που πολεμούν.

Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η ιδιάζουσα αμερικανική θρησκευτικότητα του συγγραφέα. Η καλβινιστική δοξασία της απόλυτης διάκρισης των «σεσωσμένων» και των «χαμένων» (δημιούργημα του δόγματος του απόλυτου προορισμού) μεταφέρεται στο έργο και μεταφράζεται ως εξής: οι «σεσωσμένοι» είναι οι Εκλεκτοί, δηλαδή οι Λευκοί, οι αποικιοκράτες, τα μεγάλα εταιρικά συμφέροντα, ενώ οι «χαμένοι» είναι οι ταπεινοί της μετα-μοντέρνας εποχής, οι Χερέρος, τα πρεζάκια, οι πόρνες, οι μαυραγορίτες, και κάποιοι σαν τον Σλόθροπ και τον στατιστικολόγο Ρότζερ Μέξικο που συνειδητοποιούν τι τελικά συμβαίνει στο κοσμικό δράμα. Η λύση που τελικά προτείνεται από τον συγγραφέα είναι τόσο απλή όσο και τραγική. Όχι αντίσταση γιατί αυτή σε ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο στη δικτυακή παράνοια, αλλά πορεία προς τα κάτω (όχι προς τα πάνω της ρουκέτας), προς τη φύση, προς έναν κλασικά αμερικανικό φυσιοκρατικό αναρχισμό.

Μιλήσαμε για παράνοια. Είναι η λέξη-κλειδί που θεμελιώνει το περιβάλλον της Ζώνης, του μεταπολεμικού ανθρώπου. Πλέον τα πάντα είναι και παρανοϊκά και αληθινά ταυτόχρονα. Το σύστημα ελέγχου και καταπίεσης δεν έχει «κέντρο», που να μπορεί να χτυπηθεί. Η αντίδραση είναι εντός του δικτύου. Η ιδεολογία της εξουσίας είναι ένας τεχνολογικός γνωστικισμός, δηλαδή μία υπέρβαση της Ιστορίας δια της τεχνολογίας, οι άνθρωποι είναι τα πειραματόζωα μίας αόρατης κλίκας Εκλεκτών. Συνεπώς η μόνη ουσιαστική «άρνηση» μπορεί να προέλθει από την αναδίπλωση στο ταπεινό, στο ευτελές. Διόλου τυχαία λοιπόν θα δούμε στο έργο σκηνές από σεξουαλικά όργια, αιμομεικτικές συνευρέσεις, γυναίκες-παιδιά που μετατρέπονται ξαφνικά σε Αφέντρες, επεισόδια ατελείωτου «μαστουρώματος», κοπρολαγνείες, γλωσσικές ακρότητες. Όλα αυτά είναι το back side ενός πολιτισμού, που σαν τέτοιο ίσως μπορούν να σπάσουν την ανυψωτική λογική των Εκλεκτών. Είναι οι πύλες του Ορφέα προς τον Κάτω Κόσμο.

Μία τέτοια Πύλη είναι και η οργανική επιστημολογία. Στον κόσμο της παράνοιας η γη όπως την βλέπουμε είναι το τελικό και μόνο αποτέλεσμα μίας εξέλιξης σε διάφορα στάδια που όμως δεν χάθηκαν. Η γη είναι ένα ζωντανό πλάσμα, με στρώματα, υπο-στρώματα και ψυχο-συνθετικές αντιστοιχίες. Μπορεί να είναι κοίλη, κούφια, αστρική, εξωγήϊνη, αιθέρια, μεταφυσική. Η ψευδο-επιστήμη είναι το ίδιο αληθής όσο και η επιστήμη. Ακόμα περισσότερο, είναι λυτρωτική από την ηθική των εξουσιαστών Εκλεκτών.

Ο Τόμας Πύνσον μεγάλωσε και σπούδασε μηχανολόγος-φυσικός στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Οι πρόγονοι του ήλθαν στην Αμερική, κουβαλώντας μαζί τους τα καλβινιστικά δόγματα. Είναι λοιπόν μεγάλος πειρασμός να δει κανείς στη μορφή του Σλόθροπ τον ίδιο τον συγγραφέα. Στόχος της κριτικής του δεν είναι μονομερώς η τεχνολογία, ο φαλλοκρατικός ορθολογισμός ή ο σύγχρονος καπιταλισμός και οι μεταλλάξεις του. Είναι όλα αυτά μαζί και αλληλένδετα. Δεν είναι αισιόδοξος, αφού στο τέλος καραδοκεί η μεγάλη καταστροφή από μία ακόμη ρουκέτα. Όμως με συνέπεια και θάρρος ιχνηλατεί τα όρια του μετα-μοντέρνου, γεύεται τα γλυκά και πικρά του σημεία, είναι ρεαλιστής για να αναγνωρίσει ότι η σύγχρονη εαυτότητα έχει κατά πολύ μεταλλαχθεί, έχει διασπαστεί και εξατμιστεί. Η εξουσία υπάρχει, όμως είναι τόσο αόρατη που οι λογικές της εργασιακής πειθαρχίας δεν της λένε τίποτα. Είναι ένα «ακέφαλο» τέρας που ενσωματώνει τους  πάντες και τα πάντα

«Υπάρχει ένα Χέρι που αναστέλλει

Το χρόνο που τελειώνει στο γυαλί,

Μέχρι το Φώς που γκρέμισε τους Πύργους

Να βρει τον τελευταίο Ευτελή….

Μέχρι οι Καβαλάρηδες να κοινηθούν,

Παντού μέσα στη Ζώνη την πλανεύτρα,

Με πρόσωπα χαραγμένα στις βουνοπλαγιές,

Και μια μικρή Ψυχή σε κάθε πέτρα…» (ακροτελεύτειο Άσμα)

Advertisements

Ο Π.Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα BY ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑ on 05/03/2015

Πηγή: εδώ

02-05-1970

Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία»[5], που τέθηκε ως εισαγωγή στο έργο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» και μεταθανάτια εκδόθηκε αυτοτελώς, επιχειρεί να απαντήσει στο γεγονός πως ενώ η νεοελληνική κοινωνία δεν ανέπτυξε αστική τάξη με τα χαρακτηριστικά που αποσαφηνίστηκαν στην Δυτική Ευρώπη, βρέθηκε στο ίδιο χρονικό διάστημα μαζί με τον υπόλοιπο λεγόμενο δυτικό κόσμο να αποκρυσταλλώνει τα στοιχεία του μεταμοντερνισμού και της μαζικής δημοκρατίας, με συνέπειες απόλυτα δραματικές για το ήθος της και τελικά για τις προϋποθέσεις της  ύπαρξή της.  Ο Κονδύλης κλείνει αυτό το δοκίμιο με ένα απαισιόδοξο ύφος, αφού βλέπει να ολοκληρώνεται  η «νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια»[6].

Η νεοελληνική εκδοχή της μαζικής δημοκρατίας και του μεταμοντερνισμού, η ροπή προς τον ηδονισμό και την μαζική κατανάλωση ακολούθησε την «διάλυση των εντόπιων ιδεολογημάτων, μαζί με τη διεθνή ρευστοποίηση των σαφών ψυχροπολεμικών ιδεολογικών ορίων».[7]Ισχυρίζεται ότι η έλλειψη μίας παράδοσης  σκληρού εργασιακού  ήθους, ευνοούσε «την πνευματική νωθρότητα, τον εξυπνακιδισμό, την ημιμάθεια»[8], ώστε «οι μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης»[9]. Τελικά η νεοελληνική εκδοχή του μεταμοντερνισμού θα λάμβανε εξόχως τραγικά χαρακτηριστικά: «η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευθεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση  μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στη μοναδική δυναμική μιας πολυστρωματικής και παμπάλαιας γλώσσας- έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση»[10].

Ο Κονδύλης συμπεραίνει, σε αντίθεση με τις πρώιμες αναλύσεις του Σκληρού και του Κορδάτου,  ότι στον ελληνικό χώρο δεν διαμορφώθηκε ούτε αστική τάξη με τα χαρακτηριστικά εκείνα που έσπασαν τις πατριαρχικές σχέσεις και την πατριαρχική νοοτροπία και οδήγησαν στην κυριαρχία «του σταθμιστικού και εργαλειακού λογισμού, της απρόσωπης διαμόρφωσης των εργασιακών σχέσεων στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης, στην συσσωρευτική πρόθεση με την καπιταλιστική έννοια»[11], αλλά ούτε και αστικός πολιτισμός.

Books of Jewish Beauty, by Sara Lipton, The New York Review of Books

Πηγή: εδώ

Since the late eighteenth century, Jews have often been viewed as contributing little to the visual arts. The idea began with Enlightenment thinkers, such as Kant, whose disdain for sensory experience led him to praise what he considered to be the admirably abstract, image-less, and therefore philosophical nature of ancient Hebrew religious thought. Since then, Jews’ alleged disregard for aesthetics has been variously attributed to the Second Commandment’s prohibition against graven images, or to a logocentric culture’s lack of interest in the visual realm. Jews have even been said to have a defective sense of color.

lipton-2closeup_jpg_780x547_q85

Although the iconophobia of pre-modern Jewry has now been thoroughly debunked by scholars—Kalman Bland’s Artless Jew: Medieval and Modern Affirmations and Denials of the Visual (2000) details a rich history of Jewish aesthetic theory and artistic production—it is all too often replaced by a stereotyped idea of Jewish art, all caftans and camels or dancing violinists, and in any case distinctly archaic and thoroughly kitsch. Like the idea of the single-mindedly bookish Jewish scholar, this stereotype emphasizes the Jews’ cultural difference, in that it imagines Jews as quaint, rural, and/or exotic, separate in habit, dress, and mindset from the peoples among whom they live.

The gorgeously illustrated volume Skies of Parchment, Seas of Ink: Jewish Illuminated Manuscripts, edited by Marc Epstein, should challenge almost all assumptions about Jewish identity, difference, or art. Its twelve instructive chapters and 287 full-color images survey a stunning array of illustrated books made for Jews from the twelfth to the twenty-first centuries. There are legal works slathered in gold leaf, and haggadoth (Passover seder texts) and prayer books whose margins bloom with botanically accurate flora and fauna. Although such manuscripts served Jews’ religious needs, Epstein repeatedly emphasizes their similarity (in style, composition, quality, and cost) to books made for contemporary Christians and Muslims.

Οι υπέροχες γυναίκες του Milo Manara (video), Ο Κλόουν

[Πηγή: εδώfc22a1b66ed7e8dc368c09f8c417e025_XL]

Ο Μίλο Μανάρα (Milo Manara, γεν. Λουσόν 12 Σεπτεμβρίου 1945, πραγμ. όνομ. Maurilio Manara), είναι Ιταλός δημιουργός κόμικς και ζωγράφος, παγκόσμια φημισμένος ιδιαίτερα για τον ερωτισμό των έργων του. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σκιτσογράφους των κόμικς. Ο Μανάρα σπούδασε αρχιτεκτονική και ζωγραφική αλλά παραήταν έκφυλος και άρχισε να δουλεύει στα τσοντοκόμικς το 1969. Γρήγορα ξεχώρισε για το ρεαλιστικό του σχέδιο και για τις αισθησιακές γυναίκες των ιστοριών του.

Στα περισσότερα έργα του κάνει ο ίδιος και το σενάριο και το σχέδιο καθως και τον πρωταγωνιστή, έχει συνεργαστεί όμως και με άλλους συγγραφείς όπως ο Ούγκο Πρατ.

milo-manara_composite

milo-manara_copertina-per-la-rivista-comic-art-n_-41

Αποδράσεις, του Μαν. Βαρδή

Περιστατικό Α. Επαγγελματίας της γειτονιάς κατηγορεί τον Τσίπρα γιατί διαπραγματεύτηκε χωρίς πλάνο δεύτερο. Καλοβλέπει τη «δραχμή», τα παίρνει όμως άσχημα γιατί δεν μπορούσε με την κάρτα του ν’ αγοράσει από το εξωτερικό.

Περιστατικό Β (εις τη νιοστί). Απογοητευμένοι δεξιοί την πέφτουν στον Τσίπρα που δεν έσκισε τα μνημόνια- δείγμα σουρεαλισμού.

Η νεοελληνική παρακμή είναι εδώ. Για πολλά χρόνια. Και η παρακμή έχει να κάνει με την αδυναμία να αντικρύσεις το «τέρας» του εαυτού σου. Άσχετα με τα μνημόνια και την εξωτερική κηδεμονία, οι συνεχείς αποδράσεις από την τραγική πραγματικότητα συνεχίζονται.

THE GREAT ESCAPE, Steve McQueen, 1963.
THE GREAT ESCAPE, Steve McQueen, 1963.

Και εάν οι αποδράσεις, στα προηγούμενα χρόνια, είχαν τη συνταγή του «κατηγορούμε διάφορες επαγγελματικές ομάδες, κυρίως τους δημοσίους υπαλλήλους, και διατηρούμε το παρακμιακό οικοδόμημα ως έχει», τώρα αυτές οι αποδράσεις- μετά τη «συνθηκολόγηση Τσίπρα»- μετακυλίονται σε Λαφαζάνη, Ζωή, στο μέλλον Βαρουφάκη κ.ο.κ.

Κανείς δεν έχει σοβαρό όραμα για το μέλλον της χώρας, την οποία δεν πολυαγαπάει. Τα παιδιά μας που μεταναστεύουν και οι αυτοκτονίες ή η απώλεια της περιβόητης μεσαίας τάξης της χώρας [με το σοβαρό-sic!- ιστορικό της συσσώρευσης πλούτου μεταπολεμικά από τα λεφτά των Αμερικανών, τις ξένες εταιρείες, τη δικτατορία, την μεταπολιτευτική λαμογιά] επιτελούν τον ρόλο του «καψουροτράγουδου», που σε εκτονώνει αλλά δεν σου λύνει και κανένα πρόβλημα.

Κανείς δεν θέλει σοβαρά να εμπλακεί στο πρόβλημα και κανείς δεν επιθυμεί να ρίξει τα προσωπικά του στάνταρντ επιβίωσης ˙ θεωρούν όλοι ότι δεν είναι Μπουρούντι ή Τανζανία, επειδή είναι στην Ευρώπη και επειδή είναι Έλληνες.

Η μόνη λύση στο πρόβλημα είναι η σοβαρή δουλειά, με προσωπικό κόστος και με όραμα για τη χώρα και την ιστορία της. Εάν γίνει αυτό μπορεί το χρέος να μην μειωθεί, μπορεί να εξακολουθείς να είσαι αποικία, όμως θα έχουν τεθεί οι βάσεις της αντίστασής σου

Εθνικά σπαράγματα [Σειρά], του Μαν. Βαρδή// 17.8.2012 Las Incantadas [αναδημοσίευση από το www.democracycrisis.com]

To «εθνικό», αυτό που κάποιοι θα ονόμαζαν εθνική συνείδηση, είναι τόσο προφανές όσο και άρρητο. Σε μία εποχή κρίσης και κατάρρευσης λοιπόν, ας μην το βγάζουμε έξω από τη διαπραγμάτευσή μας. Ίσως, ίσως εκεί είναι και το μυστικό της εξόδου (σχόλιο του Μαν. Βαρδή)

Incantadas_Louvre

Ο Έλγιν της Θεσσαλονίκης ήταν ένας Γάλλος σοφός πενήντα ενός χρονών ονόματι Εμανουέλ Μιλέρ, ειδήμων «παλαιογράφος». Ο Μιλέρ είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του Ναπολέοντα Γ’ για το σχέδιο του να εξετάσει τις συλλογές των βιβλιοθηκών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας […] Το καλοκαίρι του 1864 ο Μιλέρ επισκέφθηκε τη Θάσο, [νησί] που αποτελούσε προσωπική περιουσία της αιγυπτιακής δυναστείας της εποχής, που ο ιδρυτής της ο Μεχμέτ Αλή είχε γεννηθεί στο παρακείμενο λιμάνι της Καβάλας. Παντού έβρισκε «ίχνη μιας belle époque» αλλά και ίχνη «απερίγραπτης βαρβαρότητας». Και όμως, έβρισκε «τη ζωή του αρχαιολόγου …εξαιρετικά ελκυστική, παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες» […]

Η καλύτερη ψαριά όμως του Μιλέρ δεν είχε έρθει ακόμα. Ενώ περίμενε το καράβι που θα’ στελνε η Γαλλία, οι σκέψεις του στράφηκαν πάλι προς τη Θεσσαλονίκη και τις καρυάτιδες. «Τα εμπόδια που προβλέπω είναι η ζήλια των Ελλήνων και οι ξένοι πρόξενοι», έγραψε. «Αν το θελήσει η Τύχη να πάρω εκείνα τα’ αγάλματα! Σκεφτείτε: οκτώ αγάλματα, μιας πολύ ωραίας περιόδου, ακρωτηριασμένα βέβαια, αλλά και τι μ’ αυτό;». Ήταν απαισιόδοξος, αλλά, ακούγοντας ότι επρόκειτο να κατεδαφιστούν τα τείχη της πόλης, του’ ρθε ζαλάδα όταν αναλογίστηκε πόσο πολλά πράγματα θα έρχονταν στο φως. «Βιάζομαι να σου στείλω την καλή, την μεγάλη είδηση…Ο Σουλτάνος, μέσω του Μεγάλου Βεζύρη, του Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αποκολλήσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Σαλονίκης που ήθελα τόσο πολύ».

Η γαλλική διπλωματία είχε κάνει τη δουλειά της: τα υπόλοιπα εξαρτιόνταν απ’ αυτόν. Ο ντόπιος πληθυσμός υπήρχε περίπτωση να οργιστεί πολύ, όπως και ν’ αλλάξουν γνώμη οι Τούρκοι. Στο γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης είχε φτάσει γράμμα από το Παρίσι που τον διέταζε να πάρει όχι μόνο τις καρυάτιδες, αλλά όλο «το μνημείο στο σύνολό του», απόφαση που τον έφερε σε αμηχανία, γιατί το καράβι που του είχαν στείλει δεν ήταν αρκετά ισχυρό για να οργανώσει τη μεταφορά πέντε έως έξι τόνων μαρμάρου. Ο πασάς της Θεσσαλονίκης δέχθηκε φιλικά τον Μιλέρ [..] θα του παρείχε, του είπε, ό,τι χρειαζόταν, άνδρες, στρατιώτες, κάρα. Μα οι ειδήσεις για τα σχέδια του απλώνονταν και υπήρχε μεγάλη αναταραχή. «Ο πληθυσμός έχει ήδη αρχίσει να εξάπτεται και να δυσανασχετεί», έγραφε ο Μιλέρ… «Είναι έξαλλοι που θα πάρω αυτά τα αγάλματα, τα οποία έχουν υποστεί τόσες φθορές». Δεν μπορούσε να καταλάβει στ’ αλήθεια γιατί, τη στιγμή που οι γενίτσαροι συνήθιζαν να τα πυροβολούν για πλάκα και που ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που είχε χτιστεί γύρω τους έσπαγε κομμάτια και τα πουλούσε στους τουρίστες. Μετά από τέτοια συμπεριφορά πώς μπορούσαν οι ντόπιοι κάτοικοι να νιώθουν οργή που αυτά θα περνούσαν σε πιο ασφαλή χέρια;

Τα αγάλματα βρίσκονταν σ’ ένα σοκάκι στην καρδιά της συνοικίας Rogosκαι ο Μιλέρ σκόπευε ν’ αποκλείσει την περιοχή με στρατιώτες, ώστε αυτός και οι άντρες του να μπορούν να δουλέψουν χωρίς περισπασμούς από τους ντόπιους. Μόλις άρχισαν όμως οι εργασίες, τα προβλήματα πλήθυναν. Πρώτον, ο Εβραίος ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου βρίσκονταν προσπάθησε να δημιουργήσει φασαρίες και επέμεινε να δει το φιρμάνι του Μιλέρ. Το πρόβλημα αυτό το έλυσε ο πασάς, δεσμευόμενος ότι θ’ αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη για τις όποιες ζημιές. Μα η λαϊκή κατακραυγή δεν κόπασε. Καθώς οι ναύτες του ετοίμαζαν τα κάρα που θα μετέφεραν τα μάρμαρα στην αποβάθρα, «γέμισε ο τόπος κόσμο, και ο πληθυσμός αντέδρασε με πρωτοφανή τρόπο- εξωπραγματικές διαδόσεις, κουτσομπολιά, απίστευτοι παραλογισμοί. Όλοι οι ξένοι πρόξενοι θα τηλεγραφούσαν στην Κων/πολη για να εμποδίσουν την απομάκρυνση των αγαλμάτων». Ακούστηκε ακόμη και ότι ο Μιλέρ σχεδίαζε να μεταφέρει πάνω σε κάρα την αψίδα του Γαλερίου. [..] Τα σημάδια της έχθρας όμως δεν τελείωναν, είτε από τους Εβραίους είτε από τους Τούρκους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να ελπίζουν σε ακυρωτική διαταγή του σουλτάνου. Οι Γάλλοι ναύτες δέχτηκαν επίθεση, όπως και ο ίδιος ο Μιλέρ. [..] Μολονότι το άνω επιστύλιο και τα’ αγάλματα κατέβηκαν τελικά, για να μεταφερθούν στο λιμάνι, έπρεπε μία ομάδα από οκτώ βουβάλια να πορευτεί μέσα από πολυδαίδαλα σοκάκια γεμάτα αυλακιές, λάσπες και σκουπίδια. Περνώντας μέσα από το παζάρι, τα ζώα άνοιξαν δρόμο ανάμεσα σε κουφάρια που σάπιζαν και στις «δυσώδεις οσμές» τους. Αναγουλιασμένος, πολύ αγχωμένος, ταλαιπωρημένος από την αϋπνία, αποκαμωμένος από τη συνεχή παρουσία του πλήθους που τους ακολουθούσε παντού, ο Μιλέρ και τα ζώα του έκαναν μιάμιση ώρα να βγουν στο λιμάνι…Δεν είχε εγκαταλείψει το στόχο του να αποστείλει όλο το μνημείο [«Δεν υπάρχει, πιστεύω, στο Παρίσι άλλο αρχαίο μνημείο τέτοιου μεγέθους»], όταν έμαθε πως η Γαλλία δεν θα έστελνε άλλα πλοία.«Αυτό δεν θα πείραζε», παραπονέθηκε, «στην αρχή, όταν το μνημείο ήταν ακόμα ακέραιο, αλλά τώρα η κατάσταση δεν είναι η ίδια, γιατί όλα τα μάρμαρα είναι μέσα στο δρόμο και δεν μπορούμε να τα’ αφήσουμε εκεί. Θα’ πρεπε να τα σπάσω για να ελευθερώσω το δρόμο, αλλά τι δυσάρεστη αναγκαιότητα! Τότε θα’ χαν δίκιο να μας πουν βαρβάρους. Θα’ ταν προτιμότερο να’ χαμε αφήσει το μνημείο και να είχαμε αρκεστεί στην αφαίρεση των αγαλμάτων. Το να το καταστρέψουμε, να κατεβάσουμε όλα τα κομμάτια που τα’ αποτελούν, κι ύστερα να τα σπάσουμε, αυτό είναι πράξη Βανδάλων». Πλησίαζε ο χειμώνας: μετά τις βροχές είχε πλακώσει παγωνιά, και οι αγωγιάτες με τα βουβάλια αρνιόνταν να εμφανιστούν. Είχε βάλει τα υπόλοιπα μάρμαρα κατά μήκος του τοίχου ώστε να μην εμποδίζουν την κυκλοφορία και είχε αφήσει τέσσερις μεγάλες πλάκες στη μια πλευρά. Είτε θα τα’ παιρναν κάποιαν άλλη στιγμή, είτε μπορούσαν να τα δώσουν για την οικοδόμηση της νέας Εκκλησίας, που χτιζόταν εκεί κοντά. Ο Μιλέρ ήταν πια εξαντλημένος, νοσταλγούσε την πατρίδα του και δεν άντεχε άλλο. Στα μέσα Δεκεμβρίου έφυγε με το καράβι για το Παρίσι, αναγκασμένος ν’ αφήσει πίσω του τα μεγαλύτερα κομμάτια, τις περισσότερες κολόνες και τα διαμελισμένα λείψανα του πιο εντυπωσιακού ίσως αρχαιολογικού μνημείου της πόλης.

[απόσπασμα από το βιβλίο του Mark Mazower, Θεσσαλονίκη. Πόλη των Φαντασμάτων, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006 (2004), σσ. 264-270)

Андреева Кира Алексеевна, Червякова Татьяна Олеговна ДИСКУРСИВНАЯ МОДАЛЬНОСТЬ РОМАНА Ф. М. ДОСТОЕВСКОГО «УНИЖЕННЫЕ И ОСКОРБЛЕННЫЕ»

HumiliatedandInsulted

Πηγή: εδώ

«Универсум человеческого бытия отразился в огромном интересе исследователей к проблеме отражения отношения человека как к объективно, так и к субъективно представляемой действительности в разных формах еѐ репрезентации. Соответственно, именно МОДАЛЬНОСТЬ находилась в фокусе интересов раз- личных областей научного знания: философии, логики, традиционной морфологии, синтаксиса, лингвистики текста и современной когнитивной поэтики. Сегодняшний этап развития науки характеризуется междисци- плинарностью и интеграцией уже накопленных знаний в разных областях и смежных научных дисциплинах. Ещѐ в Древней Греции (например, у Аристотеля) проблема отражения реальности сознанием человека определялась как mimesis [1]. Древние философы проявляли большой интерес к модальности как характери- стике суждения, включающего модальные операторы « необходимо», « возможно», « случайно». Постепенно происходящая динамика подходов вела к расширению и углублению анализа. Много ценного и заслужива- ющего внимания было добавлено результатами, полученными в научных изысканиях логиков, в том числе – детализация типов модальности, что и сегодня используется в лингвистике. С учѐтом того неоспоримого факта, что любое знание передается главным образом через язык, естествен- но, МОДАЛЬНОСТЬ не могла не стать темой самых серьѐзных лингвистических исследований. Наиболее ча- сто последняя определялась как отношение высказываемого к действительности, в качестве еѐ основных ви- дов выделялись модальность объективная и модальность субъективная [5]. НОВИЗНА в развитии данной те- мы связана с дальнейшей общей динамикой лингвистики, расширившей и перенесшей главный аспект иссле- дования с предложения как базовой синтаксической единицы макросинтаксиса – на текст, включаемый в реаль- ное общение в дискурсивном виде. Подход к модальности претерпел изменение, и вместо морфологической модальности и модальности отдельного предложения стали исследовать модальность текста. Наконец, современный этап исследования модальности связан с произошедшей в науке в целом когни- тивной революцией. Современная модель порождения знаний характеризуется междисциплинарностью и интеграцией знаний, накопленных в самых разных областях и смежных научных дисциплинах [4; 6]. Модальность является важнейшей категорией глубинного смысла литературного произведения. Появив- шееся понятие « дискурсивная модальность» предполагает существенное расширение традиционного подхо- да к модальности за счет включения в нее и, более того, выдвижения на первый план оценки, а также учета всей сложной полифонии голосов, мнений, позиций, точек зрения, выражаемых всеми участниками – персо- нажами литературного произведения. Именно литературный текст исследуется в настоящей статье. Дискурсивная модальность является непосредственно объектом анализа настоящей статьи, а предметом рассмотрения – разноуровневые средства ее выражения в тексте романа Ф. М. Достоевского « Униженные и оскорбленные»»