Βίτγκενσταϊν και ορθόδοξη πατερική σκέψη «Μορφή Ζωής» και Καθολικότητα, Δημ. Γ. Ιωάννου, antifono

wittgenstein

[Πηγή: εδώ]

Ας περάσουμε, μετά από αυτήν την σύντομη έκθεση, σε μια, κατά το δυνατόν, αποτίμηση της θεωρίας του, εστιάζοντας κατά προτίμησιν στον όρο «μορφή ζωής». Είναι βέβαιο, λοιπόν, ισχυριζόμαστε αρχικά, ότι κάθε «μορφή ζωής» (πχ ενός προτεστάντη  χριστιανού, ενός καθολικού, ενός φυσιολάτρη, ενός ρομαντικού, ενός μηδενιστή, ενός σοσιαλιστή κλπ. κλπ.), συνδέεται απαραίτητα με την κατοχή κάποιων θεμελιωδών, «βασικών» πεποιθήσεων, πάνω στις οποίες εδράζονται όλες οι υπόλοιπες. Ο προτεστάντης χριστιανός[4] π.χ. πιστεύει πρωτίστως ότι αληθεύει ό,τι ακριβώς λέγεται στην Βίβλο, ο καθολικός ό,τι υποστηρίζει ex cathedra ο Πάπας, ο φυσιολάτρης θεωρεί πρώτιστο ότι αξίζει να έρχεται κάνεις σε επαφή με την φύση, ο ρομαντικός ότι αυτή η φύση κατέχει μέσα της μια «μυστική», μεταφυσική ουσία, ο μηδενιστής ότι δεν επιβιώνει τίποτε από τον άνθρωπο ως άτομο μετά τον θάνατό του κλπ. Όλες αυτές όμως οι θεμελιώδεις θέσεις είναι που κάνουν «έκθετη» την μορφή ζωής στις υπόλοιπες, και επιτρέπουν η μια να κρίνει την αλήθεια της άλλης.[5] 

Θα συμφωνήσουμε βέβαια, πριν από αυτό, με τον Βιτγκενστάιν, ότι ό,τι πρωτεύει δεν είναι κάποια διανοητική σύλληψη μερικών αφηρημένων αρχών της πραγματικότητας, η οποία μάλιστα διενεργείται ερήμην του «κυρίως ζην» του εκάστοτε φορέα μιας θεωρίας. Υπάρχουν μορφές σκέψης, συμπεριφοράς, και περισσότερο από κάθε τι επικοινωνίας και συσχετισμού με τους άλλους, που δεν υπόκειται σε νοητική αναπαράσταση. Είναι γνωστό πχ ότι ο χριστιανισμός, μολονότι έχει «δόγματα», τα θεωρεί απλή ορο-θέτηση μιας βασική εμπειρίας (αυτής της  Ευχαριστίας), η οποία δεν μπορεί να εξαντληθεί σε καμία νοηματική διατύπωση[6]. Ο χριστιανισμός είναι πρωτίστως «εμπειρία» -και αυτό σωστά, όπως διαβλέπει ο Βιτγκενστάιν, δεν  είναι μειονέκτημα (όπως θα νόμιζαν πχ οι διαφωτιστές, που προσέβλεπαν σε μια φυσικοποίηση ακόμη και του έρωτα, ή της Ποίησης). 

Η μορφή ζωής, όμως, όπως είπαμε, «εκβάλλει», κατ’ ανάγκην, σε κάποια αξιώματα, ή εκπηγάζει μάλλον από κάποιες «αλήθειες», που, αν και όχι προνομιακά, είναι πάντως άμεσα συνδεδεμένες με κάποια αξιώματα. Αυτά τώρα τα αξιώματα γίνονται εύκολα κατανοητά στους φορείς μιας άλλης μορφής ζωής, οι οποίοι μπορούν και να διατυπώνουν κριτική[7]. Παράδειγμα: μπορεί το πρωταρχικό βίωμα και εμπειρία του λουθηρανισμού να είναι η έννοια της ενοχής, του προπατορικού αμαρτήματος, της αδυναμίας προσωπικής λύτρωσης, της πίστης ως μέσου σωτηρίας κλπ, αλλά όλα αυτά ξεκινούν κα εκπηγάζουν και συνδέονται με το βασικό δόγμα «μόνη η Βίβλος». Αυτό είναι το «τρωτό» σημείο του λουθηρανισμού- και εδώ το «τρωτό» σημαίνει πλεονέκτημα. Είναι ακριβώς το σημείο όπου μια «μορφή ζωής» διανοίγεται στο έτερον, είναι η, κατά Αλαίν Μπαντιού, χάσκουσα οπή, που δρα ως εξής: είτε θα αφήσει το ζων ύδωρ τη θεωρίας να διαχυθεί και να αρδεύσει νέο έδαφος, ή θα επιτρέψει σε ένα άλλο, ανταγωνιστικό, «ζων ύδωρ», να γεμίσει εκείνο τον παλιό ασκό που χρήζει πια ανακαίνισης. Η αλήθεια δεν είναι, υπό αυτήν την έννοια, εμμενής σε μια μορφή ζωής (ιδού η πλάνη του Βιτγκενστάιν, που επισημαίνει παραδόξως ο μεταμοντερνισμός), αλλά μόνον υπό τον όρο ότι αυτή «εκκενώνεται», δηλαδή διακινδυνεύει να γίνει «ρεύμα» που θα διασχίσει την πεδιάδα της ζωής. Ειδάλλως, έχουμε να κάνουμε με το περίκλειστο στον εαυτό του πνεύμα ενός φανατικού -και όλη την ψυχοπαθολογία που το συνοδεύει. 

Η ικανότητα -γιατί πρόκειται για ικανότητα- λοιπόν κάποιας μορφής ζωής να «προσβάλλεται», είναι πολύ σημαντική. Παράδειγμα, και πάλι σχετικό με τον λουθηρανισμό: το αξίωμα ότι η Βίβλος είναι αλάθητη γιατί την έγραψαν οι Απόστολοι, και ότι αυτή είναι αρκετή για να στοιχειωθεί η πίστη, στην ουσία μαζί να συσταθεί και η Εκκλησία, μπορεί εύκολα να προσβληθεί. Δεν είναι σκοπός μας εδώ να υποστηρίξουμε τον καθολικό ή το ορθόδοξο δόγμα, αλλά είναι γεγονός (το κατέδειξε ακριβώς η προτεσταντική επιστημονική έρευνα) ότι η Βίβλος παραδίδεται υπό μορφή χειρογράφων, τα περισσότερα αρκετά μετά τον 1ο αιώνα, ότι αυτά τα διάφορα χειρόγραφα παρουσιάζουν μεταξύ τους πολλές διαφορές, ότι από μερικά λείπουν ολόκληρες παράγραφοι, ενώ τέλος, κατά την πλειονότητα μάλιστα των προτεσταντών ερευνητών, οι λεγόμενες «δευτεροπάλειες» επιστολές δεν είναι του Αποστόλου Παύλου κλπ. Τι συμβαίνει; Ο παραδοσιακός προτεσταντισμός, για να πούμε την αλήθεια, κλονίζεται, και κλονίστηκε, μεγάλες μάζες τον θεώρησαν σε κάποιες χώρες «παρωχημένο», άλλοι πιστοί για να διατηρήσουν την πίστη τους κατέφυγαν στον «φονταμενταλισμό», και είδαμε ακόμη μεγάλες μάζες να μετατοπίζονται από τον παραδοσιακό λουθηρανισμό σε διάφορα, στην ουσία μη λουθηρανικά , κινήματα (πχ πεντηκοστιανισμός). Και πάντα, ωστόσο, ως χαίνουσα πληγή, ο προτεσταντισμός, έχοντας υποστεί την καταλυτική βιβλική κριτική, μέσα από τα ίδια του τα σπλάχνα, κουβαλά εντός του τα αποτελέσματα αυτής της «έκθεσης» στην αλήθεια: είναι εντυπωσιακό ότι οι προτεστάντες πιστοί ανέκαθεν καταλάβαιναν ότι χρειάζονταν αυτή η «έκθεση», και βίωσαν στο έπακρο, τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς, τα οδυνηρά αποτελέσματά της, ως κιργκεγκωριανή, περίπου, «αγωνία».

Τα ίδια ισχύουν και με τους καθολικούς, όπου «εκτίθεται» το δόγμα ότι ο Πάπας της Ρώμης έχει θείω δικαίω το δικαίωμα να κυβερνά όλη την Εκκλησία, ότι είναι αλάθητος κλπ. Το ίδιο και με την ορθόδοξη Εκκλησία, όπου η πίστη ότι «η συνοδικότητα» και η «αγιοπατερική εμπειρία» πρέπει να ορίζουν το δόγμα, είναι αυτή που δι-ανοίγει τον τόπο της «δοκιμασίας» της: πρέπει και αυτή να δοκιμαστεί, πριν γίνει δεκτή από κάποιον ετερόδοξο («πάντα δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε») ως η «χώρα» της αλήθειας -και όχι απλώς μια από τις πολλές μορφές ζωής. Είναι ακριβώς η ανάγκη της μορφή ζωής για «δοκιμασία» που την συνδέει άρρηκτα- ιδού μια άλλη ανακάλυψη του μεταμοντερνισμού- με την «αγωνία».

Ωστόσο, και τα τρία αυτά μεγάλα χριστιανικά δόγματα – ο Βιτγκενστάιν το καταλάβαινε- δεν θεωρούσαν, και μήτε θεωρούν ότι, παρά την «τρωτότητά» τους, ολόκληρη η εμπειρία τους, για να επαληθευτεί, χρειάζεται διανοητικοποίηση. Όλοι τους θα ήταν ευχαριστημένοι αν κατάφερναν να μάθουν τι πραγματικά είπαν ο Χριστός και οι Απόστολοι: εκεί θα σταματούσε τελείως η «ομολογιακή», ενδοχριστιανική έρευνα για την «αληθινή «πίστη», και θα άρχιζε, με άλλη έννοια, η  δι-άνοιξη του χριστιανισμού στο ετερόθρησκο. Για όσους επαναπαύονται στα δόγματά τους, αυτό δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το ότι πιστεύουν απλά ότι ο Χριστός κήρυξε έτσι όπως ισχυρίζεται η Εκκλησία τους. Και ότι η γενικότερη «μορφή ζωής» που τους προσφέρει η Εκκλησία τους, είναι γι’ αυτούς πράγματι η «αυθεντική». 

Business as usual

Eakin-MigrantCrisis-102215_jpg_600x792_q85

The Terrible Flight from the Killing, by Hugh Eakin, The New York Review of Books, 23.09.2015

The Syrians arriving in Europe in recent weeks have been equally dependent on smuggling networks. In the past, the “Western Balkans” migration route, which since 2008 has been the second most common path to Europe after the Central Mediterranean route, often involved crossing Turkey’s land border with Bulgaria. In 2014, however, the Bulgarian government started building a border fence to keep out growing flows of asylum seekers, and smugglers shifted their attention to sea routes across the Aegean.

In immigrant neighborhoods of Istanbul, and in the backstreets of the resort towns of Izmir and Bodrum, smuggling outfits have been using Syrians and other Arab speakers to promote crossings in inflatable rubber dinghies to one of the Greek islands only a few miles off the Turkish coast. For €1,000 or more, you can buy a spot in a dingy with as many as seventy other people to try to reach Kos or Lesbos; if you make it, you must then join the thousands of Syrians and others vying to get on one of the large car ferries Greek officials have occasionally used to ship refugees from the islands to the Greek mainland. Until the recent border closures, you could then, by paying smugglers, continue through Macedonia and Serbia to Hungary. According to Frontex, the European border control agency, in the second quarter of 2015, the number of people entering Europe this way had risen more than 800 percent since last year.

In a recent investigation, Der Spiegel reported that the smuggling organizations in Turkey tend to be run by Turks and Kurds and often employ “dozens of recruiters, financiers, drivers and guards” of various nationalities. In the Balkans, major smuggling rings have been observed working from a hotel near the train station in Belgrade and from bases in Budapest; many of the drivers, who can earn up to several thousand euros a day, are believed to be Bulgarians. (Three of the five suspects in the deaths of the seventy-one refugees in the truck in Austria were Bulgarian nationals, including one with a Lebanese background; a fourth, who is believed to have been the ringleader, was an Afghan with a Hungarian residency permit.)

Syrians carry lists of smugglers’ phone numbers for use at every stage of the journey; with so much demand, prices have risen rapidly. Earlier in the summer, Der Spiegelreported, the 125-mile trip from Belgrade to the Hungarian border could be arranged for €1,500.

Already anticipating the recent closure of the Hungarian border, smugglers have long been exploring alternative ways to reach Northern Europe. According to the German newspaper Die Welt, one of the pioneers of a bold new strategy is a thirty-five-year-old Syrian smuggler based in Mersin, on the southern Turkish coast near the Syrian border. Last winter, working with two business partners and a staff of fifteen, he began using large container ships to send hundreds of refugees at a time from Mersin all the way to Puglia on the east coast of Italy. In its Annual Risk Report this year, Frontex describes this innovation as a “multi-million-euro business” that is “likely to be replicated in other departure countries”:

The cargo ships, which are often bought as scrap, tend to cost between EUR150,000 and 400,000. There are often as many as 200–800 migrants on board, each paying EUR 4,500–6,000 for the trip, either in cash a few days before the departure or by Hawala payment after reaching the Italian coast. The cost is high because the modus operandi is viewed as being safe and has been demonstrated as being successful. Hence, the gross income for a single journey can be as high as EUR 2.5 or even 4 million depending on the size of the vessel and the number of migrants on board. In some cases, the profit is likely to be between EUR 1.5 and 3 million….

A tragic aspect of the burgeoning industry is the extent to which it has seemed to taint the refugees themselves. Part of British Prime Minister David Cameron’s rationale for refusing to take part in a European plan to redistribute asylum seekers, for example, was that the new arrivals were associated with a seamy underworld. Elizabeth Collett, the European director of the Migration Policy Institute in Brussels, told me, “The British were saying, ‘We don’t want to reward people who we believe have taken matters into their own hands’” by getting smuggled into Europe.

In fact, because of the costs involved, the bar to setting out to Europe is already high, and many of the Syrians I have met are well-educated doctors, engineers, and urban professionals who no longer see any future in Syria or the surrounding region. For these Syrians, the continual dance between exploitative smugglers and hostile European authorities has often seemed baffling. Here is the account of one thirty-four-year-old Syrian man who recently made the crossing to Lesbos and was interviewed by the International Rescue Committee:

The journey costs $1,125 [USD]. You pay the money to a broker in Izmir. You give him the money and they give you a secret number. You give this number to the smuggler when you reach the boat, so they can collect the money….

I saw the boat was a dinghy. It only seated 40 people but there were 54 of us. The smugglers had lied. They only want to get your money. They don’t care if you die.

We travelled on the sea for an hour. We then came across another boat. We didn’t realise it was the police. We were told by friends not to stop because they will take you back to Turkey. We don’t know the Greek language. We can’t understand what they are saying. They were saying stop the boat.

We held the children and we shouted at the police, “We have children!” …The boat was punctured and we fell in the water. I was in the sea for 45 minutes before they pulled me out….

They helped us ashore. But why are they doing it this way? Don’t help us the hard way. Help us the easy way.

Πώς η Ουάσιγκτον καθοδήγησε τον Τσίπρα έναντι των Γερμανών

Barack-Obama-Alexis-Tsipras

Αλήθεια πώς? Εάν διαβάσει κανείς τη στενή συνεργασία του «καυτού» Ιουλίου από την Κυριακάτικη Καθημερινή, αναρωτιέται σε τί ακριβώς από όλα αυτά υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μομφή ή κάτι που δεν το γνωρίζαμε ούτως ή άλλως. Οι επικριτές- με κάθε τρόπο- του Τσίπρα ψαρεύουν στα θολά νερά των συνδρόμων του μεταπολιτευτικού αντι- αμερικανισμού και της μη αντιπαράθεσης με την Γερμανία κατόπιν παραινέσεων των ΗΠΑ. Διαβολικές καταστάσεις τωόντι. Α ρε Τσίπρα, αμερικανόδουλε, δεν εκμεταλλεύτηκες την μεγάλη ευκαιρία να γίνεις ο Μοράλες της Μεσογείου!

Το πρώτο ανάθεμα, στο Άρδην

Το δεύτερο από το Βαθύ Κόκκινο

Η Καστέλλα μας

6943776428_88865d188f_c

Οδός Παυσιλύπου στην Καστέλλα

Ο Γάλλος Περιηγητής Burnouf φτάνει το 1886, στον Πειραιά. Από το Παλατάκι του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ μέχρι και την Καστέλλα, είναι μια διαδρομή που εντυπωσιάζει τον ξένο επισκέπτη, που την κάνει καθημερινά. Αργότερα επιστρέφοντας στην πατρίδα του, γράφει ένα άρθρο που δημοσιεύει στην «La Grece en 1886»:

«Ο Πειραιάς σε απόσταση έξι χιλιομέτρων από την Αθήνα…οι φαρδείς δρόμοι του, με κομψά σπίτια, που καλύπτουν τώρα τους λόφους του Φαλήρου και της Καστέλλας…έχει κήπους, ευρύχωρες πλατείες, έναν ωραίο περίπατο κατά μήκος της παραλιακής γραμμής γύρω από τους λόφους, που δεν υπολείπεται του Παυσίλυπου της Νεάπολης…». 

Είναι ένας ονομαστός περίπατος στην Νεάπολη διότι πρόκειται για έναν λόφο παραθαλάσσιο από τον οποίο κανείς έχει θέα στον αντίστοιχο κόλπο που τελειώνει στην περιοχή Castella mare.

Οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι αποστειρώνουν τον διάλογο, Le Monde Diplomatique

Του Gilles Rotillon [ πηγή]

Αλλά ο Τιρόλ έχει ένα πολύ ευρύτερο σχέδιο. Στα ίχνη του Γκάρι Μπέκερ (1930-2014), οικονομολόγου της σχολής του Σικάγο (φιλελεύθερος), θεωρεί την οικονομική επιστήμη ως επιστήμη που εξηγεί τις πιο διαφορετικές συμπεριφορές, συμπεριλαμβανομένων και πολλών που δεν κατατάσσονται συνήθως στο πεδίο της οικονομίας: εκλογική συμπεριφορά, χρήση ναρκωτικών, διάπραξη εγκλημάτων, αιμοδοσία, βοήθεια σε μια ηλικιωμένη κυρία για να περάσει τον δρόμο. Για τον Τιρόλ, μόνο μια τέτοια επιστήμη θα ήταν σε θέση να μας κάνει να ωφεληθούμε από τις αρετές της αγοράς, εντοπίζοντας τις δυσλειτουργίες της για να διορθωθούν με τον καλύτερο τρόπο μέσω καλά επεξεργασμένων κρατικών πολιτικών. Μια τέτοια οικονομική επιστήμη θα συνέβαλλε, επίσης, στην «πρόοδο του πολιτισμού», καθώς θα εξέταζε τα αισθήματα αποστροφής, τα οποία, σύμφωνα με τον Τιρόλ, βρίσκονται πολύ συχνά στη ρίζα των ηθικών μας αξιολογήσεων. Γιατί, «οι ειδικοί των υπόλοιπων κοινωνικών επιστημών (φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, νομικοί και πολιτικοί επιστήμονες…), μεγάλο μέρος της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και οι περισσότερες θρησκείες»3 -δηλαδή, πραγματικά, πολύς κόσμος- αναπτύσσουν μια κριτική θεώρηση της αγοράς στη βάση μιας ηθικής αξιολόγησης, εξηγεί ο Τιρόλ. Γεγονός που, κατά τη γνώμη του, οφείλεται κυρίως στην ελλιπή γνώση του πρόσφατου ερευνητικού έργου των οικονομολόγων.

Εάν πιστέψουμε τον Τιρόλ, με τόση επιστήμη στη διάθεσή μας και τόσες πρόσφατες μελέτες, θα μπορούσε να ελπίζει κανείς ότι η κατάσταση στον κόσμο θα ήταν πιο ανθηρή. Από το δηλητηριώδες σύμπαν του χρήματος μέχρι την καταστροφή του περιβάλλοντος, τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη μαζική ανεργία, η «πρόοδος του πολιτισμού» δεν είναι πάντα τόσο εμφανής. Τη στιγμή που οι οικονομολόγοι μοιάζουν τόσο αναποτελεσματικοί σε ζητήματα που αφορούν το αναγνωρισμένο πεδίο δικαιοδοσίας τους, προκαλούνται ερωτηματικά όταν προχωρούν και στο πεδίο της ηθικής. Καλό είναι να εξετάσει κανείς από πιο κοντά αυτές τις καινοτόμες μελέτες.

Σύμφωνα με τον Τιρόλ, ο κόσμος αποτελείται από άτομα που έχουν συγκεκριμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά -ανάγκη προβολής, αληθινή γενναιοδωρία, αλτρουισμό…-, των οποίων η προέλευση δεν εξετάζεται. Αυτά τα ανθρώπινα όντα έρχονται σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους, με μοναδικό στόχο να μεγιστοποιήσουν τη χρησιμότητά τους, σημάδι της ορθολογικότητάς τους, όπως την ορίζει ο Τιρόλ. Αυτή η θεώρηση του κόσμου παρουσιάζει δύο χαρακτηριστικά, τα οποία οι οικονομολόγοι προσπερνούν σιωπηρά, καθώς τους φαίνονται εντελώς προφανή. Από τη μία πλευρά, η κοινωνία δεν υπάρχει πριν από τα οικονομικά υποκείμενα. Υπάρχουν μόνο οι προτιμήσεις των υποκειμένων, οι οποίες ορίζουν τους στόχους τους. Από την άλλη πλευρά, κάθε άτομο αποφασίζει με αποκλειστικό κριτήριο τη σύγκριση μεταξύ κόστους και οφέλους (χρηματικού ή μη) από τις ενέργειές του και από τις προσδοκίες του για τις ενέργειες των άλλων.

De Cierta Manera

De-cierta-manera-Sara-Gomez

Gómez’s only feature film, De cierta mañera, has as its central premise the relationship between a couple in which the male is part of the secret, exclusively male, AfroCuban religion of Abakuá, and the woman a middle-class teacher. The Abakuá brotherhood, until recently, was not open to whites, and for many years it was presented by the news media in Cuba as a secret society out to kill whites. Santería (or regla de ocha) is the dominant form of AfroCuban religious expression and is a syncretic form combining Yoruba and Catholic imagery. A most common convergence in such syncretic religions in the Caribbean is the association between African deities and Catholic saints, so that in Santería, for example, the Yoruba god of thunder, Shango, is associated with the Catholic Saint Barbara and the Virgin Mary with Erzulie-Fréda, the goddess of love, and so on…

Haseenah Ebrahim_Sarita and the Revolution_Race and Cuban Cinema.pdf

Ἡ αὐτονόμιση της «ἐπιστήμης», του Κορνήλιου Καστοριάδη, Αντίφωνο

250px-Cornelius_Castoriadis

“Σὲ πολλὰ κείμενα τοῦ 17ου αἰῶνα συναντᾶ κανεὶς τὴ διαπίστωση ὅτι ἀφοῦ οἱ ἀρχαῖοι δὲν γνώριζαν τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζοῦσαν, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἡ πηγὴ κάθε γνώσης.[[89]] Ἡ τυφλὴ καὶ ἀπόλυτη πίστη στὰ δόγματα τῆς ἀρχαιότητας [=ἡ ἀντίληψη τῆς φιλοσοφίας ὡς παραγωγῆς δογμάτων] ποὺ ἐπεκράτησε στὴ διάρκεια τοῦ [δυτικοῦ] Μεσαίωνα ἔμπαινε πλέον σὲ μιὰ περίοδο κρίσης [=χρειάζονταν τώρα συνεχῶς περισσότερα ἀλλὰ καὶ συνεχῶς ‘ἀποδεδειγμένα’ δόγματα]. Ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ προσβλέπουν μὲ νοσταλγία πρὸς τὸ [ἀρχαῖο ἑλληνικὸ] παρελθὸν καὶ νὰ τὸ θεωροῦν σὰν μιὰ χαμένη χρυσὴ ἐποχή, ποὺ αὐτοὶ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν,[[90]] ὁλοένα καὶ περισσότεροι Εὐρωπαῖοι ἄρχισαν νὰ ἀτενίζουν τὸ μέλλον μὲ αἰσιοδοξία, κάνοντας ὄνειρα γιὰ [παροξυσμὸ αὐτοδικαίωσης καὶ βιο‑μηχανίας, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσαν] πρόοδο καὶ καινοτομίες”.[91]
Ὅπως εἴδαμε, ἡ τέτοια αὐτονόμιση τῆς ‘ἐπιστήμης’ καθυστέρησε ἐλαφρὰ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς προϋποθέσεις της, ἐπειδὴ ὁ παπισμὸς εὐνοοῦσε τὸν σχολαστικὸ μηχανισμό, καὶ ἐπειδὴ εἶχαν ἀντληθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὠφέλη ἀρκετὰ σημαντικά, γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ παραμερισθοῦν ἐν μιᾷ νυκτί. Σιγὰ σιγὰ ὅμως ὁ παπικὸς κλῆρος πετάχτηκε στὸ περιθώριο ποὺ ὅριζαν τὰ ἀλάθητα καὶ τὰ πρωτεῖα του, δηλαδὴ καὶ διαρκῶς ἀπειλητικὸ περιθώριο, ἐνῶ καὶ ὁ ἀνώτερος ἀπὸ χρυσάφι ‘ἐπιστημονικὸς’ χαλκὸς ἀπέμενε πιὰ σίδερο.
“Ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπο-προϊόντα τῆς ἐπανάστασης τῆς ἀνθρώπινης[[92]] σκέψης ποὺ προκλήθηκε τὴν περίοδο αὐτή, ἀποτελεῖ ἡ ἀνάπτυξη τῆς στατιστικῆς μεθόδου… Οἱ ἀριθμοὶ ἄρχισαν νὰ ἀποκτοῦν μιὰ δική τους ὀντότητα… Ἀκριβῶς μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πολιτισμικὸ κλίμα, δημιουργήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ σχολὴ ‘τῆς πολιτικῆς ἀριθμητικῆς’· ὁ Graunt, ὁ Petty καὶ ὁ Halley ἐξέθεσαν τὶς δημογραφικές τους ἐκτιμήσεις καὶ κατασκεύασαν τοὺς πρώτους πίνακες ἐπιβίωσης… Ἡ νέα κατηγορία προβλημάτων ἦταν τὸ τελικὸ προϊὸν μιᾶς πρωτόγνωρης μεταστροφῆς τῆς ἀνθρώπινης σκέψης ποὺ τώρα πλέον ἀπέδιδε μεγαλύτερη σημασία στὸ λογικὸ ἀπ’ ὅ,τι στὸ παράλογο,[93] ἔδινε προτεραιότητα στὸν πραγματισμὸ ἔναντι τοῦ ἰδεαλισμοῦ[94] καὶ στὴν ἐπικαιρότητα ἔναντι τῆς ἐσχατολογίας.[95]… Ἡ ἔμφαση ποὺ δόθηκε στὸν πειραματισμὸ ἄνοιξε τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἐπίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων τῆς παραγωγῆς”.[96]
Μοιάζει παράδοξο, πῶς ἀπὸ τὸν δογματισμὸ τοῦ δυτικοῦ Μεσαίωνα ἡ ‘ἐπιστήμη’ προέκυψε μὲ ἔνταση, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε κἂν στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Καὶ δὲν εἶναι παράδοξα ὅσα συνέβησαν στὴν Κίνα, τὴν Ἰαπωνία ἢ τὴ Ρωσία; Ὁ δογματισμὸς ὡς τέτοιος δὲν ἔρχεται ἀπαραιτήτως σὲ ἀντίφαση μὲ τὴν ‘ἐπιστήμη’, γιατὶ κι αὐτὸς ἔχει τὶς ἀρχές του, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἔχει ἐπίσης θεμελιώσεις καὶ τεκμηριώσεις, ἀκόμη καὶ τὰ πειράματα καὶ τὶς συνεργασίες του, ὥστε ἴσως μοιάσει καὶ “φρούριο ἀπὸ ὁρισμούς, ἀπὸ συμπεράσματα, ἀπὸ πορίσματα, ἀπὸ ρητὲς καὶ ὑπονοούμενες προτάσεις”.[97] Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ποιότητα ὅλων αὐτῶν, πάντως τὸ ‘ἐπιστημονικὸ’ σχῆμα δὲν τοῦ εἶναι πάντα τελείως ξένο. [η συνέχεια…..]

Τσακιτζής: Ο Ρομπέν των Δασών των φτωχών Ελλήνων και Μουσουλμάνων

tsakitzis2

Τσακιτζής: Ο Ρομπέν των Δασών των φτωχών Ελλήνων και Μουσουλμάνων που απαγόρεψε τους φοροεισπράκτορες και παρακινήσε τους αγρότες να μην πληρώνουν φόρους [Πηγή, εδώ]

Ο Τσακιτζή Μεχμέτ εφές γεννήθηκε στο χωριό Αγιά Σουλούκ, κοντά στο Αϊδίνι, ήταν καπετάνιος των Ζεϊμπέκων και φορούσε την περήφανη χαρακτηριστική στολή τους.

Ο Τσακιτζής βγήκε στην παρανομία και σχημάτισε ένοπλη ομάδα με σκοπό να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του, που ήταν κι εκείνος παράνομος και τον σκότωσαν με δόλο οι ζαπτιέδες, κατά διαταγή του βαλή της Σμύρνης και του ίδιου του Σουλτάνου. Με αυτό ως αφορμή, ο Τσακιτζής γενίκευσε τη θεώρησή του, θεώρησε σαν εχθρό του ολόκληρη την κρατική εξουσία και τους εκπροσώπους της: τους ζαπτιέδες, τους τζανταρμάδες, τους μισθοφόρους τουφεξήδες και τους αξιωματικούς τους, κι εξόντωσε πολλούς από αυτούς.

Όλα αυτά γινόντουσαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Η ένοπλη δράση του Τσακιτζή, του πατέρα του, όπως και των άλλων εφέδων της φυλής τους, ίσως να σχετίζεται με τις μεγάλες εξεγέρσεις των Ζεϊμπέκων του 19ου αι. εναντίον του τουρκικού κράτους που κατέστρεφε τον τρόπο ζωής τους και τους καταπίεζε.

Βλέποντας ότι το κράτος τους καταπίεζε, ο Τσακιτζής παρακίνησε τους φτωχούς αγρότες να μην πληρώνουν φόρους, κι απαγόρεψε στους φοροεισπράκτορες, με ποινή θανάτου, να έρχονται στην περιοχή που είχε κάτω από τον έλεγχό του.

Ξεκινώντας με την πρόθεση να αποδώσει μόνος του δικαιοσύνη σε μια προσωπική αδικία που του κάνανε, ο Τσακιτζής έφτασε στην ιδέα να απονείμει, γενικότερα, δικαιοσύνη στην περιοχή του και μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Έτσι, άρχισε να αποσπά με τη βία μεγάλα ποσά απ’ τους πλουσίους, τους τσιφλικάδες, τους προύχοντες, και τους τοκογλύφους και να τα χρησιμοποιεί προς όφελος των οικονομικά αδυνάτων. Έκανε δωρεές, προίκιζε φτωχές κοπέλες, έχτιζε γεφύρια, βρύσες, έφτιαχνε κοινωφελή έργα. Οι πλούσιοι Τούρκοι, Ρωμιοί, Εβραίοι και άλλοι, διαμαρτύρονταν στις αρχές και ζητούσαν την εξόντωση του Τσακιτζή. Όμως οι φτωχοί, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, τον αγαπούσαν, τον προστάτευαν και του πλέκανε τραγούδια στα ελληνικά, στα τούρκικα, στα αρμένικα.

Η φήμη του είχε φτάσει στην Ελλάδα απ’ τον καιρό που ζούσε ακόμα ο θρυλικός εφές, πολύ πριν φτάσουν εδώ οι μικρασιάτες πρόσφυγες. Το σχετικό ελλαδίτικο, όπως φαίνεται κι από τους στίχους, τραγούδι, εύχεται μέσα στην αφέλειά του να μπορούσε να έρθει ο Τσακιτζής και στην Ελλάδα, για να απονείμει κι εδώ την κονωνική του δικαιοσύνη:

“Τσακιτζή, δεν εβαρέθης στα σμυρνέικα χωριά;

Δεν περνάς και στην Ελλάδα, να παντρέψεις ορφανά;”

Συνεργατικότητα μέσω φωτογραφιών, ή μία άποψη του Richard Sennett

CRI_10406

[Frances «Fannie» Benjamin Johnston (15 January 1864 – 16 May 1952), photographer]

In Together, Sennett contends that cooperation is a craft, and the foundations for skillful cooperation lie in learning to listen well and discuss rather than debate. He traces the evolution of cooperative rituals from medieval times to today, and in situations as diverse as slave communities, socialist groups in Paris and workers on Wall Street.

Παιδικά- σχολικά χρόνια

Panagia2

Μέ τήν βοήθειαν του Πανοικτίρμονος Θεού, της Θεομήτορος καί τήν προσπάθεια της ευλογημένης ομάδας των δώδεκα (12) κτητόρων της αγίας αυτής γης οικοδομήθη ο πάνσεπτος ούτος οίκος εν ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Μυρτιδιωτίσσης, επί του οικοπέδου τούτου, εν έτει σωτηρίω χιλιοστώ εννιακοσιοστώ τριακοστώ (1930). Η ρηθείσα ευλογημένη ομάς αποτελουμένη εκ των κάτωθι 1) αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Παναγιώτου Τζανέα, 2) Μιλτιάδη Πίγκου, 3) Χαρίλαου Κάη, 4) Χρήστου Χρυσαφογεώργου, 5) Διονυσίου Κανδύλα, 6) Δημητρίου Ρουμπάνη, 7) Δημητρίου Παπαδοπούλου, 8) Ιωάννου Δόβελα, 9) Νικολάου Γαρίδη, 10) Παναγιώτου Βλαστού 11) Σπυρίδωνος Τραγουδάρα και Σπυρίδωνος Καρούσου συνέπηξεν Σωματείον, υπό τον τίτλον «Ενοριακός Σύνδεσμος Νέου Φαλήρου-Τζαβέλλα» αναγνωρισθέντος, ως «Σωματείον φιλανθρωπικόν» δυνάμει του από 1308/Ιουνίου 1925 εγγράφου του εν Πειραιεί Προέδρου Πρωτοδικών καί του από 857/16-6-1925 εγγράφου του Γραμματέως των εν Πειραιεί Πρωτοδικών τό Καταστατικόν αυτού (Αρχείον Ι. Ναού).
Η ως άνω ρηθείσα ομάς των Δώδεκα (12) ως νομικόν πρόσωπον πλέον μέ στόχον καί σκοπόν τήν ανέγερσιν του Ιερού Ναού «Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης» εις τήν συνοικίαν Νέου Φαλήρου-Τζαβέλλα καί άλλους αγαθοεργούς σκοπούς, ηγόρασε, εκ των εκ συνδρομών πόρων του, παρά της «Αεροπορικής Αμύνης» τό εφ’ ου ο Ιερός Ναός οικόπεδον, δυνάμει του από 27880/20 Φεβρουαρίου 1928 Πωλητηρίου Συμβολαίου Αυτής αντί του ποσού των εξήκοντα επτά χιλιάδων εκατόν τεσσαράκοντα πέντε δραχμών αριθμ. (67,145), εξοφλητέον εις πέντε δόσεις ετησίας καί υπό τόν όρον, νά ανεγερθεί, επί του πωλουμένου γηπέδου καί δαπάναις, του αγοραστού (Συλλόγου) Συνδέσμου, Ιερός Ναός της «Παναγίας της Μυρτιδιωτίσσης» παρά τήν «Ακτήν Πρωτοψάλτη».
Εν έτει σωτηρίω 1930 εθεμελιώθη καί ωκοδομήθη ο πρώτος μικρός πρόχειρος Ιερός Ναός, όστις εν συνεχεία ανεκηρύχθη, διά νόμου, ως ενοριακός Ναός, διά, αποσπασθέντος, τμήματος των δύο ομόρων ενοριών, του Προφήτου Ηλίου καί της Ευαγγελιστρίας, διά των οδών Μπιζανίου-Τακάλωφ-Νέστορος-Δεξίππου-Χέϋδεν- Αριστοφάνους-Μανούσου Κουνδούρου, Λεωφ. Φαλήρου καί του ημίσεος συνοικισμού του Τουρκολίμανου// Ιερά Μητρόπολις Πειραιώς