British jihadist in video

Πηγή: εδώ!

Μια πρώτη προσέγγιση –αναμφίβολα η πλέον προφανής- συνίσταται στην ιδεολογία. Μεγάλο μέρος των μαρτυριών των μαχητών αφιερώνεται στις «μεγάλες αφηγήσεις» στις οποίες συγκρούονται δύο στρατόπεδα που έχουν μια ανταγωνιστική κοσμοθεωρία. Όπως εξηγεί ο Μουράντ Φαρές, ο οποίος βρίσκεται στη Συρία, «στο Ισλάμ δεν υπάρχουν ούτε σύνορα, ούτε εθνικισμός: οι Μουσουλμάνοι αποτελούν μια ενιαία κοινότητα. (…) Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχει αρχίσει ο τρίτος και τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος. Ολόκληρος ο κόσμος ενάντια στο Ισλάμ» (3).

Τέτοιες αντιλήψεις θυμίζουν την επιστολή που άφησε τον Αύγουστο του 1944 (4) στον πατέρα του, ο Ανρί Ντυβάλ: «Στο Λονδίνο (5) έχουν στρατευθεί στον αγώνα υπέρ των κερδών του άγριου καπιταλισμού, ο οποίος ελέγχεται από την παγκόσμια Εβραιοκρατία. Στο [(Σ.τ.Μ.) γερμανοκρατούμενο ακόμα] Παρίσι, εμείς στρατευόμαστε για να πολεμήσουμε τον κομμουνισμό και να καταστήσουμε δυνατή την έλευση μιας Νέας Τάξης. Μη θυμώνετε μαζί μου, εγώ έκανα την επιλογή μου: κατατάσσομαι στη Γαλλική Λεγεώνα Εθελοντών Ενάντια στον Μπολσεβικισμό (LVF)» (6).

Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι αναμνήσεις του Σιμόν Λαγκυνά, μέλους του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος, τον Δεκέμβριο του 1936, κατατάχτηκε στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία: «Υπάρχει κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει και το οποίο εμείς το ζήσαμε, κάτι πολύ σημαντικό: ο αντιφασισμός. Ήταν το τσιμέντο που μας ένωνε. Στον αντιφασισμό συναντούσες διάφορες τάσεις, ωστόσο όλους μας ένωνε η επιθυμία να φράξουμε το δρόμο στον φασισμό» (7).

Η περιγραφή μιας σύγκρουσης με κατηγορίες πολύ γενικές και ιδιαίτερα χαλαρές από εννοιολογική άποψη (φασισμός-αντιφασισμός, κομμουνισμός-αντικομουνισμός, πιστοί-άπιστοι κ.λπ.) κινητοποιεί άτομα τα οποία αρχικά δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το γεγονός αυτό επιτρέπει να αποσιωπηθούν οι πολιτικές και στρατηγικές διαιρέσεις, καθώς και οι διχόνοιες που επικρατούν στο εσωτερικό ενός στρατοπέδου και –κυρίως- να εστιαστεί η αντιπαράθεση σε ταυτότητες τις οποίες έχουν ήδη ενστερνιστεί τα άτομα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας όπου ζουν. Η παρουσίαση του πολέμου της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης με όρους κοινοτικούς (επίθεση εναντίον των Μουσουλμάνων) και όχι εθνοτικούς (Βόσνιοι εναντίον Σέρβων ή Κροατών) αυξάνει τις πιθανότητες να προσελκυστούν ξένοι μαχητές. Διευρύνει το φάσμα των προσώπων που αφορά η σύγκρουση και διευκολύνει την ταύτιση με εκείνους που υποφέρουν.

Ο Εμανουέλ Μινιάρ, νεαρό μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το Ισύ-λε-Μουλινό (βιομηχανική πόλη στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα του Παρισιού), εξηγούσε με τον εξής τρόπο την αναχώρησή του για την Ισπανία, τον Νοέμβριο του 1936: «Το κυριότερό κίνητρό μου; Αρκετά ασαφές, μια και δεν ήμουνα έμπειρο μέλος του κόμματος και δεν μπορούσα να εξηγήσω με μεγάλη ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους προχωρούσα σε αυτήν την κίνηση. Αυτό που καταλάβαινα καλά ήταν ότι υπήρχαν εργάτες, εργάτης ήμουνα κι εγώ, ένας από εκείνους που υφίστανται την εκμετάλλευση –γι’ αυτό ήμουνα απόλυτα σίγουρος- κι αυτούς τους εργάτες είχαν αρχίσει να τους σφάζουν, και θα ήταν παράλογο να μην τους βοηθήσω. (…) Το έκανα σχεδόν ενστικτωδώς». Επρόκειτο για «ταξικό ένστικτο», όπως έλεγε κι ο σύντροφός του Μαρσέλ Μπερτόν. Παρόμοια κίνητρα παρατηρούμε και σε μουσουλμάνους που έφυγαν να πολεμήσουν στη Συρία, όπως φαίνεται από το γράμμα που έστειλε μια νεαρή γυναίκα στη μητέρα της: «Νοιώθω την ανάγκη να βοηθήσω όσο περισσότερο μπορώ τα αδέλφια μου και τις αδελφές μου. Δεν είναι δυνατόν να υφίστανται όλα αυτά κι εμείς να καθόμαστε και να κοιτάμε χωρίς να κάνουμε τίποτε για να αλλάξουν τα πράγματα» (8).

Πράγματι, η περιγραφή μιας σύγκρουσης υπό το πρίσμα μιας παγκόσμιας ταυτότητας, η οποία απειλείται σε ένα συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη από μια συμμαχία εχθρικών δυνάμεων, αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα που ελκύει ξένους εθελοντές. Σε ορισμένους –χωρίς αμφιβολία στους περισσότερο πολιτικοποιημένους- το όραμα της υπεράσπισης μιας υπόθεσης συνδυάζεται και με την επιθυμία για συμμετοχή στη χειροπιαστή υλοποίηση μιας ουτοπίας, είτε πρόκειται για την κοινωνική επανάσταση, είτε για τη «Νέα Τάξη», είτε ακόμα για ένα «εβραϊκό» ή «ισλαμικό» κράτος.

Όταν οι προοπτικές αλλαγής και υλοποίησης του οράματος φαίνονται μακρινές στον κόσμο σου, ενώ γίνονται περισσότερο πιθανές κάπου αλλού, η αναχώρηση γι’ αυτόν τον τόπο μπορεί να μετατραπεί σε επιλογή. Μια Ελβετίδα ακτιβίστρια που εντάχθηκε το 1983 στις Ταξιαρχίες Εθελοντικής Εργασίας στη Νικαράγουα, εξηγούσε: «Στην μπατσοκρατούμενη κοινωνία μας, που είναι πνιγμένη στο μπετόν κι απειλείται από τα πυρηνικά, στην κοινωνία μας όπου κυριαρχεί ο μίζερος ατομικισμός, μας φαίνεται μερικές φορές πολύ δύσκολη υπόθεση να κρατήσουμε ζωντανό το λουλούδι της ελπίδας που έχει αρχίσει να μαραίνεται». Μια συντρόφισσά της πλειοδοτούσε: «Για πρώτη φορά, υπήρχε η χειροπιαστή δυνατότητα να πάμε σε μια χώρα και να έρθουμε σε επαφή με έναν λαό που πέτυχε την επανάστασή του» (9).

Χτες στην Ισπανία, στη ναζιστική Γερμανία, στην Παλαιστίνη το 1948 υπέρ των Ισραηλινών ή σήμερα στο Ιράκ ή στη Συρία, «ο συνδυασμός, αφενός της οικουμενικότητας η οποία κατορθώνει να ανυψωθεί πάνω από τους τοπικισμούς και, αφετέρου, του ριζώματος μέσα στην οικοδόμηση μιας χειροπιαστής “ουτοπίας” σε έναν συγκεκριμένο τόπο» (10) φαίνεται να εξηγεί τη μαζική κινητοποίηση ξένων εθελοντών. Εκφράζουν την ικανοποίησή τους που βρίσκονται «εκεί όπου συμβαίνουν σημαντικά πράγματα». Ο Σουλεϊμάν, εικοσιτετράχρονος μηχανοτεχνίτης που έφυγε την άνοιξη του 2013 για τη Συρία, μαζί με τη γυναίκα του και το παιδί τους, εξηγεί: «Πρόκειται για μια περίοδο που θα περάσει στην ιστορία κι εγώ θέλω να έχω συμμετάσχει σε αυτήν. (…) Γνωρίζουμε ότι ο Μαχντί («Σωτήρας») θα έρθει από εκεί κάτω, κι εγώ θέλω να είμαι εκεί» (11).

Στην πράξη, η απόκτηση των ερμηνευτικών εργαλείων με τα οποία γίνεται αντιληπτή η κατάσταση, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δουλειά που έχουν πραγματοποιήσει οι «διαμεσολαβητές» που δρουν μέσα στις χώρες από τις οποίες κατάγονται οι ξένοι εθελοντές: τα πολιτικά κόμματα, οι εργατικές, σιωνιστικές ή μουσουλμανικές οργανώσεις, οι αθλητικοί, πολιτιστικοί ή φιλανθρωπικοί σύλλογοι αποτελούν χώρους στους οποίους παράγεται και διαχέεται η ιδεολογική εικόνα μιας σύγκρουσης. Εκτός από τους λόγους για τους οποίους μπορεί κάποιος να επιθυμεί να εγκαταλείψει τη χώρα του για να στρατευθεί ως εθελοντής στο εξωτερικό, σε ορισμένες περιπτώσεις του προσφέρουν και τα μέσα για να το κάνει, συγκεντρώνοντας χρήματα, δημιουργώντας ολόκληρο τον μηχανισμό που απαιτείται για να φτάσουν οι εθελοντές στον προορισμό τους, αγοράζοντας όπλα ή άλλο εξοπλισμό, και δημιουργώντας σημεία υποδοχής των εθελοντών στην εμπόλεμη ζώνη. Ορισμένοι από αυτούς τους «διαμεσολαβητές» είχαν στρατευθεί ανοιχτά στην υπόθεση που υποστήριζαν, όπως, για παράδειγμα, η American League for a Free Palestine, που έδρασε υπέρ του Ισραήλ ή οι δοσίλογοι του Parti Populaire Français του Ζακ Ντοριό, που προωθούσε τη στράτευση στην LVF. Άλλοι, έδρασαν με περισσότερο διακριτικό τρόπο, όπως το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στην περίπτωση της Ισπανίας. Μερικές φορές τυχαίνει οι επίσημες αρχές να στηρίζουν αυτές τις ενέργειες, όπως συνέβη στην περίπτωση της CIA η οποία διευκόλυνε, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, τον ακτιβισμό σε ορισμένα αμερικανικά τζαμιά, αποσκοπώντας στη στρατολόγηση εθελοντών και στην αποστολή τους στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές τις αποδοκιμάζουν.

Με την άνθηση του Ίντερνετ και των νέων τεχνολογιών γνώρισαν μεγάλη εξάπλωση και οι εικονικοί «διαμεσολαβητές», οι οποίοι διαδίδουν προπαγανδιστικά βίντεο, συμμετέχουν στο διάλογο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, όταν έλθει η κατάλληλη στιγμή, δίνουν πληροφορίες για τις αναγκαίες επαφές και για τις διαδρομές που θα πρέπει να ακολουθήσει ο εθελοντής. Έτσι, ο Φαρές και ο Ομάρ Ντιαμπύ (γνωστότερος με το ψευδώνυμο Ομάρ Ομσέν) απέκτησαν κάποια φήμη στους κύκλους των γαλλόφωνων που ενδιαφέρονται για τη σύγκρουση στη Συρία. Όμως, όπως υποστηρίζει ένας υπεύθυνος των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών, «δεν πρέπει ποτέ να παραγνωρίζουμε τον παράγοντα της ζωντανής παρουσίας ενός ατόμου, το οποίο συγκεκριμενοποιεί και συνθέτει στην πραγματική ζωή τις θεωρίες που έχουν σταχυολογηθεί μέσα στα διάφορα διαδικτυακά φόρουμ» («Libération», 2 Ιουλίου 2015).

Ο ρόλος των «διαμεσολαβητών» ενισχύεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι η κινητοποίηση εθελοντών που θα αναχωρήσουν για το εξωτερικό στηρίζεται κυρίως σε μια άμιλλα μεταξύ συμμαθητών ή φίλων από την ίδια συνοικία, συναδέλφων, συντρόφων στο ίδιο κόμμα, ατόμων που ανήκουν στον ίδιο κύκλο προσευχής, ακόμα και μελών μιας οικογένειας. Έτσι, ο Πιέρ Αντριέ διηγείται ότι, όταν τέλειωσε μια εκδήλωση για την Ισπανία, ο ομιλητής ολοκλήρωσε τον λόγο του ρωτώντας «ποιος ήταν έτοιμος να φύγει για εκεί κάτω»: «Είχα πάει μαζί με τον φίλο μου τον Ζορζ Βαλέ, ήμασταν μαζί στην ίδια τοπική οργάνωση. Σήκωσε αμέσως το χέρι. Όταν τον είδα σκέφθηκα: “Στο κάτω κάτω, γιατί όχι;” Σήκωσα κι εγώ το χέρι». Για να φτάσουν στον προορισμό τους, οι πρώτοι εθελοντές προχωρούν διστακτικά, ψάχνοντας. Στη συνέχεια, όταν βρουν τον δρόμο τους και φτάσουν στον προορισμό τους, μεταδίδουν χρήσιμες πληροφορίες στους οικείους τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μερικές φορές στον τόπο προορισμού τους ολόκληρες ομάδες γνωστών. Έτσι, για ένα διάστημα, στη Συρία και στο Ιράκ προέκυψε μια ομάδα αποτελούμενη από μια εικοσαριά άτομα που προέρχονταν από την περιοχή του Λυνέλ (νομός του Ερώ στη Νότια Γαλλία), κι άλλη μια που αποτελούνταν από δεκαπέντε γείτονες της συνοικίας του Μεϊνό του Στρασβούργου.

Εάν η ιδεολογία δεν αποδεικνύεται αρκετή για να πυροδοτήσει αυθόρμητα τη στράτευση σε μια υπόθεση, της δίνει αναμφίβολα ένα νόημα το οποίο εύκολα αντιλαμβανόμαστε ακούγοντας τις μαρτυρίες των περισσότερων ξένων μαχητών. Ωστόσο, οι διηγήσεις είναι ατελείς, ενώ μερικές φορές αποδεικνύονται και απατηλές. Πράγματι, αποτελούν κυρίως τρόπους παρουσίασης και προβολής του εθελοντή, δικαιολογίες απέναντι στους οικείους τους ή στους δημοσιογράφους και στους ερευνητές που τους θέτουν ερωτήσεις. Είναι πολύ πιο δύσκολο να προβάλλει κανείς ορισμένα πολύ πιο πεζά κίνητρα, για παράδειγμα τη ρήξη με την οικογένεια, μια σχέση που τέλειωσε, την ανάγκη κοινωνικής αναγνώρισης ή ακόμα και την επιθυμία να ανακαλύψουν τον κόσμο. Έτσι, οι λόγοι που επικαλούνται συμπίπτουν συχνά με εκείνους που προβάλλουν οι οργανώσεις στις οποίες εντάσσονται, με αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται και να ενισχύεται η ψευδαίσθηση της απόλυτης ταύτισης ανάμεσα στους μαχητές και στην υπόθεση στην οποία έχουν στρατευθεί (12).

Συνεπώς, πέρα από τη ρητορική, για να αναδειχθούν οι ατομικές και οι συλλογικές παράμετροι που καθορίζουν τη στράτευση, αποδεικνύεται ότι είναι αναγκαία η εξέταση των κοινωνικών χαρακτηριστικών και της ατομικής πορείας τους.

Το πρώτο κοινό στοιχείο τους: τα νιάτα. Από την ανάλυση που πραγματοποίησε ο ιστορικός Ρεμί Σκουτέλσκι στις 3.910 καρτέλες που είχαν συμπληρώσει οι Γάλλοι εθελοντές στην Ισπανία, προκύπτει ότι τα άτομα ηλικίας μικρότερης των 30 ετών αποτελούσαν το 60% του συνόλου, ενώ οι άνω των 40 ετών αποτελούσαν μονάχα το 4,4%. Το μητρώο των 595 «ξένων μαχητών» που έπεσε στα χέρια του αμερικανικού στρατού στην πόλη του Σιντζάρ τον Οκτώβριο του 2007, αποκαλύπτει ότι περισσότεροι από τους μισούς είχαν ηλικία μικρότερη των 22 ετών (13). Όσο για την περίπτωση των 235 μελών των Ταξιαρχιών Αλληλεγγύης προς τη Νικαράγουα που μελέτησε ο Κάντελμπαχ, το 65% είχαν ηλικία μικρότερη των 29 ετών και μόνο το 6,8% ήταν άνω των 40 ετών. Τέλος, εάν πιστέψουμε το πόρισμα της επιτροπής του γαλλικού Κοινοβουλίου, οι Γάλλοι εθελοντές στη Συρία είναι «κατά κύριο λόγο νέοι 15-30 ετών» (14).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s