200px-Solomos_portrait_2

Αφηγηματικά και σημασιακά μοτίβα στον Κρητικό του Δ. Σολωμού

Στο Απ. 4 [21.] η μυστηριακή γυναίκα μεταμορφώνει το τοπίο: κοιτάζει τ’ άστρα και αναγαλλιάζουν, λάμπουν πιο πολύ, χωρίς να υπερνικούν τη δική της λάμψη. Πατώντας ανάλαφρα στη θάλασσα ανοίγει τα χέρια της για ν’ αγκαλιάσει όλη την πλάση: «Κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει». Η επενέργειά της είναι θετική: έρωτας, ταπεινοσύνη, ομορφιά, καλοσύνη, φως. Τέλος, το βλέμμα της μαγνητίζει ο Κρητικός, όπως η βελόνα της πυξίδας που στρέφεται στο Βορρά, έλξη που αποδίδεται με το ουσιαστικό «πετροκαλαμίθρα» (είδος μαγνητικής βελόνας από καλάμι)[18]. Ο ήρωας-αφηγητής αναρωτιέται τι του θυμίζει η όψη της. Κατά το μοτίβο των τριών δίνει τρεις εκδοχές: του θυμίζει ή εικόνα σε εκκλησία ή τον ιδανικό έρωτα ή την είχε δει στο όνειρό του όταν ήταν βρέφος. Με τη μορφή της φεγγαροντυμένης συνδέονται γλυκές απωθημένες μνήμες του ήρωα από μια απολεσθείσα ευδαιμονία, από τα πρώτα θρησκευτικά και ερωτικά του βιώματα (ναός/ εικόνισμα, μάνα/ ερωτικό ίνδαλμα):

Κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,

Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,                             15

Κάν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου.

Την παρομοιάζει μάλιστα με το νερό που αναβρύζει ξαφνικά από τα βάθη του βουνού και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα. Χάνει τότε την οπτική επαφή μαζί της, αν και νιώθει ακόμα μαγνητική τη ματιά της. Σ’ αυτό το σημείο παρεμβάλλεται η ηρωική δοκιμασία: αν δεν χανόταν η μιλιά του θα της διηγιόταν την ιστορία του, το βίαιο ξεκλήρισμα της οικογένειάς του πριν φύγει μακριά από την Κρήτη, αυτήν που τώρα διηγείται στους ακροατές. Σαν τον ναυαγό Οδυσσέα όταν απευθύνεται στη Ναυσικά, την αποκαλεί θεά και της ζητά να σώσει το μοναδικό στήριγμα της ζωής του, αυτό «το τρυφερό κλωνάρι»[19].

Στο Απ. 5 [22.] η φυσική δοκιμασία συνεχίζεται: η θεϊκή γυναίκα ανταποκρίνεται στην έκκλησή του και να συμμερίζεται τον πόνο του χαμογελώντας γλυκά. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα και μοιάζουν με της αγαπημένης του, φράση που τροφοδότησε τις απόψεις των κριτικών ότι η φεγγαροντυμένη είναι η αγαπημένη του ήρωα μεταμορφωμένη σε θεά, θεοποιημένη. Έπειτα, η φεγγαροντυμένη χάθηκε σαν οπτασία, αλλά πριν χαθεί, ένα «μαγικό» δάκρυ της που κυλά στο χέρι του μεταστρέφει τον ψυχισμό του (βλ. έμφαση στο «εγώ», στ. 4-5), προκαλώντας νέα ιεράρχηση στις αξίες του: δεν επιθυμεί πια να σκοτώσει Αγαρηνούς μ’ αυτό το χέρι, αλλά να ζητήσει «ψωμί» απ’ το διαβάτη, να ολοκληρωθεί δηλαδή μέσα από την αγάπη του άλλου. Η Φύση, ως φορέας του Κάλλους και του Αγαθού, ως Ιδέα, δοκιμάζει τον Κρητικό, αφαιρεί την αγωνιστικότητά του και παραλύει την αντίστασή του. Ο ήρωας, μετά από την ηθική αυτή δοκιμασία, εγκαταλείπει το πολεμόχαρο πνεύμα που τον χαρακτήριζε στο παρελθόν κι αναζητά την αδελφότητα μέσα σε μια ατμόσφαιρα πληρότητας:

Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,                              5

π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι.

χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος. τ’ απλώνω του διαβάτη

ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s