Μεταμοντέρνο Ισλάμ

51i3lSNLFoL._SY344_BO1,204,203,200_

Μεταμοντέρνο Ισλάμ, του Μανώλη Γ. Βαρδή

Τα νέα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν λόγω του υβριδικού, ευέλικτου χαρακτήρα τους, δυνατότητες συμμετοχής στην πολυπληθή μουσουλμανική κοινότητα, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την πίστη από την δυνατότητα μονοπωλιακού ελέγχου. Αυτή η λειτουργία των ηλεκτρονικών μέσων έρχεται να καλύψει την παρακμή της δημόσιας σφαίρας της κλασικής δημοκρατικής θεωρίας, καθώς αυτή αντικαθίσταται από εναλλασσόμενες συναθροίσεις και ομαδοποιήσεις ανθρώπων. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι αξίες που αποκτούν δημοσιότητα δεν είναι αυτές της κοινωνίας ως οργανικού όλου, αλλά των επιμέρους μορφωμάτων της. Τα ισλαμικά προγράμματα, λοιπόν, δεν κρίνονται εκ των πραγμάτων στην βάση των «αξιών» της φιλελεύθερης δυτικής κοινωνίας ή των απολυταρχικών καθεστώτων των αραβικών χωρών. Πολύ περισσότερο, συμφωνώντας με τον McLuhan, η κοινωνία «επαναφυλετικοποιείται» (retribalizing), καθώς οι ταυτότητες συγκροτούνται από τα μηνύματα των ΜΜΕ που προβάλλονται συστηματικά, σε μεγάλη έκταση και είναι κοινά σε όλους [34]. Κατά συνέπεια η «έντεχνη βία» των φονταμελιστών είναι ταυτόχρονα και μέσο πρόσβασης στην μαζική κοινωνία και ένα μήνυμα από μόνη της.

Η τάση για απόσυρση από τον δημόσιο βίο όπως συνδυάζεται με την αυξημένη προσήλωση στην «συναισθηματικότητα» είναι επιτεύγματα της μεταμοντέρνας κοινωνίας. Η προπαγάνδα στον ίδιο βαθμό όπως και η διαφήμιση χρησιμοποιούν τα γεγονότα, για να ασκήσει συναισθηματική πίεση. Η εποχή μας αγαπάει τα συναισθήματα, ακόμα και εάν αυτά λέγονται «σοκ και δέος». Επίτευγμα της μεταμοντέρνας κοινωνίας είναι και η πλήρης κατάρρευση της ενσωματικής λειτουργίας της θρησκείας. Θρησκείες υπάρχουν και στο όνομα τους, μάλιστα, διεξάγεται ο «ιερός πόλεμος» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Όμως είναι θρησκείες ά- θρησκες. Η μαγική διαμεσολάβηση μεταξύ πομπού και δέκτη-σημείο παρακμής της θρησκείας- είναι κοινός τόπος τόσο για την τάδε ή δείνα χριστιανική ομολογία ή αίρεση όσο και για την επιτυχία των ισλαμικών κηρυγμάτων, σε πείσμα των παραδοσιακών μορφών μουσουλμανικής θρησκευτικότητας (απόρριψη του τζαμιού ως δημόσιας σφαίρας, προβολή «εικονικών» χαλιφάτων) [35].

Και με την βία τι γίνεται; Η μεταμοντέρνα βία δεν είναι θρησκευτική βία. Προηγείται αυτής η απόλυτη υποτίμηση των αντιπάλων και η «εξορία» της εχθρότητας από την σφαίρα του πραγματικού σ’ αυτήν του εικονικού. Όταν δεν γίνεται λόγος για συγκεκριμένο εχθρό, όταν γενικές κατηγορίες σκέψης στοχοθετούνται (αγγλο-σαξονικός, προτεσταντικός άξονας, ισλαμική τρομοκρατία) και όταν ο υψηλός πολιτισμικός λόγος της νεωτερικότητας καλύπτει τα αρχέγονα ένστικτα, τότε η καταστροφή είναι εντελώς αφηρημένη και απόλυτη [36].

Το κοινό των ισλαμικών κηρυγμάτων, είτε αυτό είναι οι κάτοικοι των αραβικών περιοχών είτε είναι οι κοινότητες στην Ευρώπη και Αμερική, κυριαρχείται από την «έκσταση της επικοινωνίας» [37]. Στην εποχή της εικόνας δεν υφίσταται καμία υπερβατική ή μεταφυσική αλληγορία, τα πάντα ξεδιπλώνονται στον σχεδιασμένο χωρόχρονο, ο οποίος εξαλείφει την απόσταση και ενοποιεί μοναξιές. Ριγμένοι σ’ αυτήν την επικοινωνία, όπως και οι σύγχρονοι τους δυτικοί, βιώνουν την «πληγή του πραγματικού», η εικονική πραγματικότητα οδηγεί σε μία αποπραγμάτωση, στην τρέλα αυτή που κάνει τον Bin Laden να ιδρύει «χαλιφάτα» και ν’ αντιμετωπίζει στρατιές σταυροφόρων [38].

Πέρα από τον «ευρωπαίο» άνθρωπο, θεατή των thriller της καθημερινότητας του, τα μηνύματα των ισλαμιστών καταναλώνονται από συγκεκριμένους ανθρώπους, από συγκεκριμένες ομάδες. Ο φονταμενταλισμός είναι προϊόν της διασποράς και της μετανάστευσης. Σ’ αυτό το πλαίσιο το ισλαμικό debate διαδραματίζεται εκτός του παραδοσιακού πλαισίου των διδασκάλων (ulema) και παίρνει την μορφή μίας «αντίστροφης» ενσωμάτωσης, μίας αντι-δυτικής δυτικοποίησης [39]. Πώς γίνεται αυτό το φαινομενικά παράδοξο; Όταν η πραγματικότητα της «δημιουργίας» υποκειμένων που να μετέχουν στην καθημερινή μοντερνιστική κουλτούρα εμφανίζεται σαν κάτι εμπειρικά παράλογο, τότε η βιαιότητα γίνεται η μοναδική μορφή έκφρασης ταυτότητας. Ο μουσουλμάνος της Ευρώπης δυσκολεύεται περισσότερο από τον αδελφό του της Αιγύπτου, για παράδειγμα, στην πρόσληψη του μεταμοντερνισμού και αυτός ο «αποκλεισμός» (που δεν είναι μόνο υλικός ή κοινωνικός, αλλά βαθύτατα πνευματικός) μεταστοιχειώνεται σε τιμωρητική αυτοκαταστροφή [40].

O μουσουλμάνος της Ευρώπης, μετανάστης δεύτερης ή τρίτης γενιάς, στρέφεται κυρίως ενάντια στο οικογενειακό background της παραδοσιακής οικογένειας του. Η απόρριψη του «πατέρα» είναι αστείρευτη πηγή άγχους για τις παραδοσιακές πατριαρχικές κουλτούρες, είναι αυτός ο «πατέρας» που οδήγησε τα «παιδιά» του στις μητροπόλεις της ασέβειας και της πορνείας, είναι αυτός που συμβιβάστηκε με την χρηματική «ειδωλολατρεία». Η θρησκεία του «πατέρα» συνδέεται με μία κουλτούρα, που δεν είναι αυτή των απογόνων του. Αυτοί οι νέοι πιστοί βασίζουν την θρησκευτικότητα τους στην προσωπική αυτοπραγμάτωση, στην έντονη εξατομίκευση και στην «θεαματική» ιεροπραξία. Κουλτούρα και θρησκεία είναι πλέον για όλους ενότητες ασυμβίβαστες. Οι μαρτυρίες για νέους και νέες ευρωπαϊκής, αμερικανικής ή αφρικανικής καταγωγής που μεταστρέφονται στον ακραίο ισλαμισμό και πολλοί απ’ αυτούς συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις δεν επιβεβαιώνουν απλά και μόνο την λειτουργία της δικτυακής προπαγάνδας, αλλά σηματοδοτούν την απομάκρυνση του ισλαμικού φονταμενταλισμού από την όποια γεωγραφική ή πολιτισμική συνάφεια του [41]. Αντεστραμμένη δυτικοποίηση: μας έρχεται στον νου η αντίστοιχη εικόνα των γιαπωνέζων καμικάζι, οι οποίοι μεγαλωμένοι στο απόλυτο εκδυτικισμένο περιβάλλον της Ιαπωνίας των αρχών του 20ου αιώνα και γαλουχημένοι με ευρωπαϊκή φιλοσοφία, σπεύδουν προς την αυτοκτονική θυσία, χτυπώντας τον δυτικό πολιτισμό που τους ανέθρεψε και τους «εισήγαγε» στην πορνική αθεΐα της απρόσωπης μοντερνιστικής κουλτούρας [42].

Η εσωτερίκευση των ωμών αξιών του αχαλίνωτου καπιταλισμού μπορεί να γίνει είτε άμεσα και θετικά μέσα από την μετατροπή της θρησκείας σε soft καταναλωτικό προϊον είτε καταστροφικά και αρνητικά μέσα από βιαιότητες και αυτοκτονίες. Ο χώρος των άθλιων προαστίων των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων ή-προσθέτω εγώ-των μίζερων παλαιστινιακών στρατοπέδων δεν είναι μόνο ο χώρος της κοινής κοινωνικότητας, αλλά και ο χώρος όπου μπορούν να επιδοθούν ακόμα και σε βανδαλισμούς, διαμεσολαβούμενους από τα ΜΜΕ [43]. Όταν η κουλτούρα παύει να υπάρχει και στην θέση της εμφανίζονται ισόκυρες και ισάξιες οι διάφορες κουλτούρες, τότε το υποκείμενο δεν απελευθερώνεται ούτε χειραφετείται, αντίθετα «χάνεται» στον χυλό της άμορφης σχετικότητας και αμύνεται, υιοθετώντας την βία.

Το πλακάτ στα χέρια του νεαρού μουσουλμάνου με το καλυμμένο πρόσωπο σε μία διαδήλωση ενάντια στη δημοσίευση των «βλάσφημων» σκίτσων του Μωάμεθ, τα λέει όλα: “Freedom go to Hell’. Το σημαινόμενο είναι συγκλονιστικό, αλλά ακόμη πιο συγκλονιστικό είναι το σημαίνον, η «μιντιακή» του αναπαραγωγή προκαλεί φόβο, άγχος ή κρυφή ικανοποίηση;

Advertisements

Κολασμένες ιστορίες

hqdefault

Η κόλαση είναι το μέλλον. Μέρος 1ο. [μετάφραση του άρθρου L’enfer, c’est l’avenir, του Philippe Curval, Μagazine Littéraire, Juillet-Août 1997, pp. 94-98], του Μανώλη Βαρδή.

A priori, η κόλαση δεν στηρίζεται σε κανένα πραγματικό ή επιστημονικό δεδομένο. Κανένας φυσικός δεν έχει αποδείξει την ύπαρξή της ούτε έχει μετρήσει τις διαστάσεις της[..] Η γενική τάση των συγγραφέων της επιστημονικής φαντασίας είναι ο αγνωστικισμός, ή ακόμα και ο αθεϊσμός ή ο σκεπτικισμός.

Όμως, να τί είναι αυτό που διεγείρει τη φαντασία. «Ο ουρανός και η κόλαση δεν είναι σε κάθε περίπτωση επιστημονική φαντασία. Αλλά, πράγματι δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο;», γράφει ο Rudy Rucker. Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν θέσει το πρόβλημα είναι και ο James Blish, ο οποίος εξέδωσε το 1971 το Τhe Day afterJudgement, ένα από τα σπάνια παραδείγματα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε θεολογική επιστημονική φαντασία, ανακατεύοντας στοιχεία του ιουδαιο-χριστιανικού φολκλόρ με τον ρεαλισμό της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας. Αυτή η τρομερή «λειτουργία» δείχνει πως ένας αποκρυφιστής σωματοποιεί στη γη όλους τους δαίμονες της κόλασης για να θεμελιώσει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο.

Ο πιο σύνθετος είναι o Philip José Farmer. Στο μικρό του διήγημα Traitor to the Living, αναρωτιέται τί θα συνέβαινε εάν ακολουθούσε μετά θάνατο την ύπαρξή του με τη μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Με το Riverworld ο ίδιος ο συγγραφέας ανοίγεται σε μία προσωπική αναζήτηση. Στις όχθες ενός γιγάντιου ποταμού, οι νεκροί όλων των εποχών ανασταίνονται ταυτόχρονα, ενήλικοι ή νέοι σε ηλικία. Οι περισσότεροι επιστρέφουν στις εργασίες τους όταν το σοκ υποχωρεί, άλλοι παίρνουν την απόφαση ν’ ανέβουν μέχρι την πηγή για να καταλάβουν το νόημα της νέας τους ύπαρξης. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο διάσημος εξερευνητής Richard Burton, ο Goering, οMozart και ο Tom Mix. Μετά από πέντε ογκώδεις τόμους, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι είναι αθάνατοι, ελεγχόμενοι και αδύναμοι ν’ αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Είτε παρουσιάζεται με τη μορφή μίας αιώνιας φωτιάς, στην οποία είμαστε εγκλωβισμένοι και δεν μπορούμε να διαφύγουμε είτε με την μορφή ενός περίκλειστου κόσμου που πρέπει να υπομείνουμε, η κόλαση είναι αναμφίβολα μία συμβολική αναπαράσταση της ανικανότητάς μας να εξελιχθούμε.

Το μυθιστόρημα που είναι το πιο χαρακτηριστικό της προσέγγισης της κόλασης από τους συγγραφείς της επιστημονικής φαντασίας είναι πέραν πάσης αμφιβολίας το Οrtog και τα Σκότη του Kurt Steiner, αλλιώς AndréRuellan. O Dâl Ortog επισκέπτεται τον «άλλο κόσμο». Σαν νέος Ορφέας είναι ήδη εκεί εγκατεστημένος όπως και η γυναίκα που θέλει να τραβήξει από τα σκοτάδια «το σύμπαν των νεκρών κατοικείται από άτομα που μία περίεργη γραμμή τους ενώνει με αυτούς της Γης, ζωντανούς και νεκρούς. Ποιά διαφορά θα υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτούς που καλούν τους ζωντανούς και αυτούς που καλούν τους νεκρούς; Διότι θα έπρεπε να υπάρχει μία. Το αντίθετο θα ήταν αίωλο εξαιτίας της «συμμετρίας», δεν μπορεί κανείς να φανταστεί ένα τεράστιο μη λογικό μείγμα».

Για τον συγγραφέα, η κόλαση θα είναι επιστημονική και θα υπακούει με τον ίδιο τρόπο στους νόμους που διέπουν το σύμπαν. Πράγμα που κεντρίζει τον Steiner να πολλαπλασιάζει τις αινιγματικές καταστάσεις, τα φρικτά πλάσματα και τα απέλπιδα παράδοξα. Στο πνεύμα του, η αυτοκρατορία του υπέρ-πέραν γίνεται μέρος επίσκεψης για να κατανοήσουμε τους λόγους του θανάτου μας, να σπάσουμε την κατάρα που μας κρατά στην επίγεια μοίρα και ν’ ανακαλύψουμε τα μέσα να διαγράψουμε τον θάνατο, αυτή την αρρώστια. Και επειδή η διαμονή των νεκρών περιλαμβάνει τις τέσσερις διαστάσεις, αυτό επιτρέπει σ’ αυτούς που δρασκελίζουν τα σύνορα να θεωρούν τους ζωντανούς σαν «επίπεδα όντα». Έτσι είναι δυνατή η εξέτση σαν από μικροσκόπιο των πράξεων, των παθών τους και των παραβάσεων τους. Ακομα περισσότερο, γίνεται εφικτό έτσι να βρεθεί μία άγνωστη δικαίωση στις προσωπικές τους ζωές, η οποία θα απέκλειε τον θάνατο.

Βλέπουμε εδώ να σκιαγραφείται η γενική άποψη των συγγραφέων της επιστημονικής φαντασίας όταν προσεγγίζουν αυτή τη θεματική: αξιολογείται η κολασμένη πλευρά της πραγματικότητάς μας. Τρία χαρακτηριστικά προσδιορίζουν αυτά τα έργα, που αναπαράγουν την εξέλιξη του είδους με μία μανιέρα σχηματική, όμως διασταυρώνονται συχνά στη διάρκεια της ιστορίας τους:

-Η κόλαση είναι οι άλλοι,

-Η κόλαση είμαστε εμείς οι ίδιοι,

-Η κόλαση είναι το μέλλον.

Οι Άλλοι αντλούν από το μοντέλο του Σάρτρ όπως χρησιμοποιείται στο Μετρό για την Κόλαση του VladimirVolkoff, το 1963. Παρά τα φαινόμενα, οι αντιθετικοί μας διάβολοι είναι γνωστοί: η αρχή τους είναι καταρχήν εξωγήϊνη. Από την αρχή της ανθρωπότητας, οι κάτοικοι του ηλιακού μας συστήματος ή του Γαλαξία μας κάνουν εισβολές ή μας σφαγιάζουν όταν δεν κατέχουν τα σώματά μας ή τα πνεύματά μας, όπως στις Ανθρώπινες Μαριονέτες του Robert Heinlein. Τα βάσανα της κόλασης εμφανίζονται με τη μορφή μιας μερικής ή ολικής απώλειας της ταυτότητας.

Οι πιο φρικτοί των εξωγήϊνων βρίσκονται σε ένα μυθιστόρημα που ανακαλύφθηκε εκ νέου από τον RaymondQueneau, το Star ή Ψι της Κασσιόπης του Defontenay, που χρονολογείται από το 1854. Δεν πρόκειται για «πεθαμένους» αλλά για Νεκρούς, πλάσματα που είναι δύσμορφα και τρέφονται από τις βασικές πηγές ζωής των άλλων ειδών που κατοικούν στο ηλιακό μας σύστημα. Όμως, αυτοί δεν εξέρχονται της κόλασης για να μας βασανίσουν.

Είναι ο H.G.Wells, με τον Πόλεμο των Κόσμων (1898), που εισάγει για πρώτη φορά τους δαίμονες εισβολείς, Αρειανούς, αποφασισμένους να μετατρέψουν τον πλανήτη μας σε κολαστήριο. Η επίδραση του έργου θα είναι απόλυτη στις δεκαετίες του 1920-1940, και η μανιχαϊστική του συνέχεια βρίσκεται στο σύγχρονο σινεμά, στοStarwars και στο Πέμπτο Στοιχείο. Παρά τις ανακαλύψεις της μοντέρνας τεχνολογίας του διαστήματος, αυτές οι ορδές των τεράτων αντανακλούν τους φόβους μας ενώπιον του θανάτου και την αγωνία για την φυσική μας καταστροφή.

Έπρεπε να έλθει η δεκαετία του 1950 με εμπνευσμένους συγγραφείς όπως ο Robert Sheckley, για παράδειγμα, που θα εξευγενίσουν και θα κάνουν πιο σοφιστικέ την κόλαση. «Κάθε πράγμα παύει να είναι κωμικό όταν επικάθηται πάνω σας», συμπεραίνει. Οι Άλλοι είναι σατανικοί. Οι κολάσεις του Sheckley είναι μικροσκοπικές και δεν αφορούν φαινομενικά παρά μερικούς λάτρεις της περιπέτειας χωρίς ενδοιασμούς. Όμως, περιέχουν πολλές λεπτομέρειες. Μία γκρίζα πούδρα που απλώνεται πάνω στην επιφάνεια όλου του πλανήτη και καταπίνει ανθρώπους και πράγματα. Προέρχεται από έναν άγνωστο πολιτισμό. Κανείς δεν είχε φανταστεί πριν τον Sheckleyότι οι παγωμένες στάχτες της κόλασης μπορούν να προκαλέσουν μία αιώνια καταδίκη που ούτε ο Κάφκα ούτε οιMarx Brothers θα αρνούνταν.

Με το Τίμημα του κινδύνου, θα είναι ο πρώτος που θα υπονοήσει ότι η τηλεόραση θα γίνει ο υπέρτατος καταστροφέας, παράγοντας κολασμένες εκπομπές στις οποίες οι συμμετέχοντες στα παιχνίδια θα καταδιώκονται και θα διακυβεύεται η ζωή τους. Διότι οι Άλλοι, στην επιστημονική φαντασία, δεν είναι μόνο οι εξωγήϊνοι. Έχουν τις ίδιες φιλοδοξίες με τη μορφή των εντόμων, τερμιτών ή μυρμηγκιών, που επιδιώκουν να μας επιβάλλουν έναν τρόπο ζωής υποταγμένο στην απολυταρχική τους κοινωνία, όπως στο μυθιστόρημα μεγάλης αγωνίας του A.Gordon-Bennett, Οι Ημίθεοι. [συνέχεια: Κόλαση ]

Οι επιθέσεις στο Charlie Hebdo και η στάση της Αριστεράς,

Πηγη

Σε μια προσπάθεια επαναστατικής απειθαρχίας απέναντι στα κελεύσματα των ισχυρών τούτου του ντουνιά η σημερινή Αριστερά σπεύδει να κραυγάσει πως δεν είναι Charlie: από μεγάλους αριστερίστικους αστέρες των γαλλικών πανεπιστημίων (με ανοιχτές τους επιστολές στη Le Monde) ως τον δικό μας Ιό (τη γνωστή δημοσιογραφική στήλη)[2]παντού διαβάζουμε την ίδια καραμέλα. Λες και το ζήτημα είναι αν όντως είμαστε με την απολίτικη φιέστα της γαλλικής ολιγαρχίας και του Νετανιάχου[3] ή με το Je suis Charlieτης Αλαμουντίν και των έτερων λοβοτομημένων τηλεοπτικομηντιακών προσωπικοτήτων! Προφανώς και δεν είμαστε! Όπως, επίσης προφανώς, δεν στηρίζουμε την χοντροκομμένη προπαγάνδα των ολιγαρχιών της Δύσης ή την προσπάθεια να χειραγωγήσουν τις ευαισθησίες των πληθυσμών –η οποία προπαγάνδα, βέβαια, δε φαίνεται προς το παρόν να λειτουργεί προς την κατεύθυνση που φαντάζονται οι αριστεριστές κι οι αναρχικοί: Διότι αυτό που ανεβαίνει σήμερα σε χώρες όπως η Γαλλία δεν είναι η περίφημη «ισλαμοφοβία», αλλά ο αντισημιτισμός[4], του οποίου φορείς είναι πολύ συχνά οι απλοί -κι όχι απαραίτητα φανατικοί- μουσουλμάνοι (που πολύ συχνά υποστηρίζουν θεωρίες συνωμοσίας, αρνούνται την ύπαρξη του Ολοκαυτώματος κ.λπ.).

Αντίστοιχα προφανές μας φαίνεται το γεγονός -με το οποίο δείχνουν να έχουν εμμονή πολλές αναρχικές αναλύσεις- πως η ένταση των τρομοκρατικών κινδύνων θα χρησιμεύσει και ως όχημα στα χέρια των δυτικών ολιγαρχιών για την περαιτέρω αστυνόμευση και τον έλεγχο των πληθυσμών εντός της Δύσης. Αυτά είναι πράγματα αυτονόητα. Με τη μόνη, βέβαια, διαφορά, πως θα πρέπει πάντα να τονίζουμε το εξής: Η περίφημη «εθνική ενότητα», την υποτιθέμενη επιβολή της οποίας σπεύδουν να καταγγείλουν πολλοί αριστεριστές και αναρχικοί[5], υπήρχε πολύ πριν τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Ιανουαρίου και την όποια προσπάθεια εκμετάλλευσής τους από τα δυτικά κράτη. Και δε βασίζεται σε θεμέλια ιδεολογικά, αλλά στην προϊούσα αποπολιτικοποίηση των πληθυσμών -φαινόμενο με ιστορία τουλάχιστον τριάντα ετών μέσα στη Δύση- και στη μαζική τους προσχώρηση στο φαντασιακό της κατανάλωσης και της κοινωνικής ανόδου. Αυτό είναι που συνέχει σήμερα -όπως όπως- τις δυτικές κοινωνίες κι ενώνει τους πάντες -από τον «εθνικό κορμό» μέχρι τους μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων και των πιο ακραίων ισλαμιστών.

Στην πραγματικότητα, όμως, όλο το ζουμί, είναι τι λέμε μετά από αυτές τις δύο εντελώς αυτονόητες διαπιστώσεις: Τι θέση παίρνουμε, με άλλα λόγια, απέναντι στο φλέγον ζήτημα της ισλαμικής αναγέννησης; Το σύνθημα «δεν είμαι Σαρλί» έρχεται να προστεθεί ως ένα ακόμα ταυτοτικό συμπλήρωμα της σύγχρονης αριστεροσύνης, διαστρεβλώνοντας -στο όνομα της με κάθε τρόπο διαφοροποίησης από την ολιγαρχία- όλη την ουσία του ζητήματος. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως όλη η ενέργεια και η πολιτική δραστηριότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς πάνω στα γεγονότα του Παρισιού σχεδόν εξαντλείται στην καταδίκη της υποκρισίας των δυτικών ηγετών. Πίσω όμως απ’ τις συνθηματικές ιαχές και τις ανέξοδες επιδείξεις υπερεπαναστατικότητας, κρύβεται η βαθιά αναλυτική αμηχανία και η χρόνια ιδεολογική ένδεια της Αριστεράς.

Πρώτος, βέβαια, δήλωσε δημόσια πως δεν είναι Σαρλί ο Λεπέν πατήρ, τονίζοντας πως «με λυπεί ο θάνατος δώδεκα γάλλων συμπατριωτών μου, ωστόσο δε θέλω καν να γνωρίζω την πολιτική τους ταυτότητα, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα την γνωρίζω πολύ καλά. Ξέρω πως ήταν εχθροί του Εθνικού Μετώπου, οι οποίοι όχι πριν πολύ καιρό ζητούσαν τη διάλυσή του […]. Δε συμμερίζομαι καθόλου το πνεύμα τουΣαρλί. Δε θα πολεμήσω εγώ για να υπερασπιστώ το πνεύμα του Σαρλί, πνεύμα αναρχοτροτσκιστικό, που υπονομεύει στο έπακρο την πολιτική ηθική τάξη»[6]. Ψιλά γράμματα, βέβαια, αυτά για -τους σοβαρούς κατά τα άλλα- δημοσιογράφους του Ιού, που θέλουν να μας πείσουν ότι το Σαρλί είχε πάθει ιδεολογική αγκύλωση και εξέφραζε απλά και μόνο τη μονομανία του με τους Άραβες και τους Μουσουλμάνους. Εξίσου ψιλά γράμματα το γεγονός πως αρκετοί από τους επιζήσαντες της συντακτικής ομάδας του περιοδικού άσκησαν πρώτοι κριτική σε όλη αυτή τη γελοία προσπάθεια αφομοίωσής τους από τον κάθε τυχάρπαστο πολιτικάντη. Ψιλά γράμματα, τέλος, το γεγονός πως ο Καμπύ (Cabu), ιστορικός γελοιογράφος, αντιμιλιταριστής και γέννημα-θρέμμα των κινημάτων του ’60, παρέμενε μέχρι τη δολοφονία του βασικός γελοιογράφος της αναρχοαριστερής σατιρικής εφημερίδας Λε Κανάρ Ανσενέ (Le Canard Enchaîné), ιστορικού και αυτοδιαχειριζόμενου, κατά κάποιον τρόπο εντύπου (αυτοχρηματοδοτείται, δε δέχεται διαφημίσεις κ.λπ.), με ιστορία σχεδόν ενός αιώνα[7].

 

How to fight back The battle against Islamic State must be waged on every front, The Economist

20151121_woc004_3

Πηγή

IS bases its terrorism on a vicious calculation. It believes that successful attacks will inspire the would-be Muslim radicals that it is trying to recruit. But it also wants to provoke a backlash in order to convince those same radicals that the world despises them and their religion. In February IS propaganda described a “greyzone” in which some Muslims’ loyalty is divided between radical Islam and a country where they do not feel that they completely belong. IS wants terrorism to drive Muslims out of this greyzone and into the black-robed embrace of the Caliphate.

The response must be just as calculating. Leading the mourning this week, François Hollande, France’s president, vowed to destroy IS. That is a worthy aim, but a partial one, because other jihadist groups with equally murderous intent will thrive in the violent crevices of the Middle East. The struggle will be long. Countries therefore need policies that they can sustain even as the Middle East remains turbulent and, inevitably, the terrorists sometimes get through.

Remember that the West has two things to defend: the lives of its citizens, and the liberal values of tolerance and the rule of law that underpin its society. Where these are in conflict, it should choose policies that minimise the damage to values in order to make large gains in protection. Sadly, in the scramble for security, that principle often seems to be the first thing to go.

The starting-point for a safer world is at home, with the right legal powers. Jihadists are often radicalised online, in small groups. They communicate electronically. When they travel, they leave a trail. The intelligence services need controlled access to these data. Terrorists thrive on secrecy, yet the security services may abuse their powers. The solution is a legal framework subject to political and judicial scrutiny.

O νεοφιλελευθερισμός της εποχής μας. Θέμα 1.

αρχείο λήψης (1)

«Η ελευθερία της αγοράς απαιτεί μία ενεργό και εξαιρετικά επαγρυπνούσα πολιτική» (W. Röpke).

[σκέψεις στη βάση της ανάγνωσης των Μαθημάτων του Φουκώ, της 14ης Φεβρουαρίου 1979 και 21ης Φεβρουαρίου 1979, από το βιβλίο Michel Foucault, Η γέννηση της Βιοπολιτικής. Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), εκδόσεις Πλέθρον]

Για το ρεύμα του νέο- φιλελευθερισμού της εποχής μας, ίσως σε αντίθεση με τους παλιούς φιλελεύθερους, απαιτείται παρέμβαση στις συνθήκες της αγοράς, με τη μορφή της καντιανής ρύθμισης, αλλά όχι στους μηχανισμούς της αγοράς. Πολλούς από εμάς ξενίζουν οι διάφοροι εκβιασμοί της Τρόικας, που συνήθως μας φαίνονται άσχετοι με τις οικονομικές διαδικασίες. Όμως δεν είναι!

Οι νέο- φιλελεύθεροι, έχοντας επηρεασθεί από βεμπεριανές απόψεις, αναζητούν ρυθμιστικά την αλλαγή του «πλαισίου». Τι σημαίνει αυτό το «πλαίσιο»; Στο παράδειγμα της γεωργίας, αλλά και γενικότερα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δράσουμε επί των δεδομένων, που δεν είναι άμεσα οικονομικά δεδομένα, αλλά είναι προαπαιτούμενα για την οικονομία της αγοράς. Προσοχή! Οι νέο- φιλελεύθεροι ούτε αφελείς είναι ούτε άσχετοι. Δεν ασχολούνται με τα προβλήματα ή τις αντιφάσεις της αγοράς, ξέρουν τις κακοτοπιές και τις αποφεύγουν, αλλά θέλουν να δράσουν επί του πλαισίου μέσω του οποίου θα μπορέσει να λειτουργήσει η γεωργία ως αγορά, η γεωργία μέσα στην αγορά. Θα ασχοληθούν λοιπόν με το νομικό καθεστώς των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, τις μετοχικές εταιρείες στον αγροτικό χώρο κα.

Η ενασχόληση με το «γύρω- γύρω» έχει πολλά οφέλη. Πρώτον, απεκδύεται κανείς την ευθύνη της άμεσης επί τούτου ρύθμισης, και δεύτερον- ίσως επικοινωνιακά σημαντικότερο- επιτρέπει  διάφορους ευφημισμούς: όπως το λέει και ο Röpkeτι είναι ένας άνεργος; Δεν είναι ένας οικονομικά μειονεκτικός. Ο άνεργος δεν είναι ένα κοινωνικό θύμα. Τι είναι ο άνεργος; Είναι ένας εργαζόμενος σε μεταβατική κατάσταση (!). Είναι ένας εργαζόμενος σε μετάβαση μεταξύ μίας μη αποδοτικής δραστηριότητας και μίας δραστηριότητας περισσότερο αποδοτικής.

Μία κοινωνική πολιτική πρέπει να υπάρχει- δεν είμαστε δα και στην εποχή του Ντίκενς- αλλά δεν μπορεί να ορίζει την ισότητα ως στόχο της. Πρέπει, αντίθετα, να αφήνει την ανισότητα να λειτουργήσει, κι όπως έλεγε ο ίδιος Röpke «οι άνθρωποι παραπονιούνται για την ανισότητα, τι σημαίνει όμως αυτό; ανισότητα είναι η ίδια για όλους» (!). Και πάλι προσοχή! Εδώ δεν έχουμε κάποιο «δούλεμα». Είναι απλοϊκή και παραπλανητική η κριτική ότι εδώ κάποιοι έντεχνα «δουλεύουν» κάποιους. Πρόκειται για μία ιδεολογική σκευή (που έχει εντός της ακόμα και ανθρωπολογία και ηθική), και πολύ περισσότερο για μία- όσο και αν σας φαίνεται παράξενο- προσπάθεια διοικητικής παρέμβασης και ρύθμισης. Αυτό που ζητείται από το Κράτος είναι να διαμορφώσει, παρεμβατικά, το πλαίσιο του ανταγωνισμού. Παρεμβατικά και όχι φυσικά, αφού οι νεοφιλελεύθεροι δεν εμπιστεύονται και τόσο την «αγορά» όσο λένε. Ο άνθρωπος που θέλουν να κατασκευάσουν δεν είναι ο άνθρωπος της ανταλλαγής, δεν είναι ο καταναλωτής, είναι ο άνθρωπος της επιχείρησης και της παραγωγής. Η επιχείρηση πρέπει να πολλαπλασιαστεί στο κοινωνικό σώμα.

Οι νεοφιλελεύθεροι δεν είναι αφελείς. Γνωρίζουν για τις συγκρούσεις, τις οχλήσεις και το χάος που θα προκύψει. Όμως, να τι λένε: «πολλαπλασιάσετε τις επιχειρήσεις, πολλαπλασιάζετε τις τριβές, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και, συνεπώς, στο βαθμό που θα ελευθερώσετε τα οικονομικά υποκείμενα και θα τα αφήσετε να παίξουν το παιχνίδι τους, όσο πιο πολύ τα ελευθερώσετε, τόσο περισσότερο θα τα αποσπάσετε από το καθεστώς των δυνητικών δημοσίων υπαλλήλων στο οποίο τα δέσμευε ένα σχέδιο, οπότε αναγκαστικά θα πολλαπλασιάσετε τους δικαστές. Λιγότεροι δημόσιοι υπάλληλοι, ή μάλλον από- υπαλληλοποίηση της οικονομικής δράσης που συνόδευσε τα σχέδια, αύξηση της δυναμικής των επιχειρήσεων και ταυτόχρονα αναγκαιότητα δικαστικών θεσμών ή, τέλος πάντων, όλο και πολυαριθμότερων θεσμών διαιτησίας.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η φράση «αυτό/αυτά θα πέσουν στα δικαστήρια» δεν τρομάζει τους νεοφιλελεύθερους σχεδιαστές. Το έχουν συνυπολογίσει. Θέλουν να ρυθμίζουν ως πλαίσιο τη δράση, γνωρίζοντας ότι έτσι θα τεθούν ζητήματα νομιμότητας, συνύπαρξης, αλληλεγγύης, κοινωνικής συνοχής. Δεν τους ενδιαφέρει. Τα άτομα είναι κυρίως ελεύθερα, ακόμα και για τις συγκρούσεις τους. Οι δικαστικοί θεσμοί θα επιληφθούν. Η διαιτησία της κοινωνικής «επιχείρησης» θα παρέμβει. Ο νεοφιλελευθερισμός δρέπει τους καρπούς του στο έδαφος όπου κάθε συλλογικότητα, ταξική ή εθνική, κάθε αίσθημα αλληλεγγύης και κοινωνικής προοπτικής δεν υπάρχει. Όταν είσαι μόνος σου, χωρίς οικογένεια, χωρίς ιδεολογία, χωρίς πίστη οπουδήποτε, όταν ζεις μόνο για να καταναλώνεις, τότε είναι εύκολο ο νεοφιλελευθερισμός να σου προσφέρει μία νέα τέχνη διακυβέρνησης, οικεία σε εσένα. Τώρα αν θα μείνεις άνεργος ή αν σε απολύσουν, κάνε λίγο υπομονή ή, απλά, μετανάστευσε. Πρόκειται για τη νοοτροπία του μετα- έφηβου, σε απόλυτα χαρακτηριστικά. 

Για τη βία, 2 | Βία και Ιερό

ομηρική μάχη

Πηγή

«Είτε φυσική, είτε λεκτική είναι η βία, ανάμεσα στα χτυπήματα μεσολαβεί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Κάθε φορά που ένας από τους αντιπάλους πλήττει τον άλλον, ελπίζει να δώσει ένα νικηφόρο τέλος τη μονομαχία ή τη λογομαχία, να δώσει τη χαριστική βολή, να ξεστομίσει την τελευταία βίαιη φράση. Το θύμα, αλαλιασμένο προς στιγμήν, έχει ανάγκη κάποιο διάστημα για να συνέλθει (να μαζέψει τα μυαλά του), να προετοιμαστεί και να απαντήσει τον αντίπαλο. Όσο αυτή η απάντηση αργεί, εκείνος που έχει χτυπήσει τελευταίος μπορεί να φαντάζεται ότι έχει καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα. Συνοπτικά, η οριστική νίκη ταλαντεύεται ανάμεσα στους δυο αντιπάλους σε όλη τη διάρκεια της αναμέτρησης, χωρίς ακόμα να καταλήγει στον έναν ή τον άλλον. Ξέρουμε ότι μόνο η συλλογική αποπομπή του ενός ή του άλλου έξω από την κοινότητα θα κατορθώσει να ορίσει τη νίκη.

[…] Ο προφητικός ή διονυσιακός ίλιγγος δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή την τρομερή αμφιταλάντευση του ίδιου του κόσμου στη διάκριση της βίας που φαίνεται να ευνοεί πότε τον ένα και πότε τον άλλον. Όλα όσα μια πρώτη βία πιστεύει ότι θεμελιώνει, μια δεύτερη βία τα ανατρέπει για να τα θεμελιώσει εκ νέου. Τίποτα δεν μπορεί να ακινητοποιήσει τη βία ενόσω αυτή παραμένει παρούσα μεταξύ των ανθρώπων, ενόσω συνιστά μια ολική και συνάμα μηδενική βασκανία.

[…] Μέσα στον Όμηρο υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποκαλύπτουν εκτυφλωτικά τη σχέση ανάμεσα στη βία, την επιθυμία και τη θεότητα. Ο πιο χαρακτηριστικός όρος είναι το ουσιαστικό Κύδος, που πρέπει να οριστεί ως γόητρο, κατά κάποιον τρόπο θεϊκό, ως μυστική εκλογή που συνδέεται με την στρατιωτική κατίσχυση.

Κατάδυση στην αθλιότητα

images

του Μανώλη Βαρδή(μετάφραση-απόδοση του άρθρου Bungee-Sprung ins Elend, von Benjamin Duerr, Die Zeit, 12/1/2012, του “Armut beherrscht nicht den Alltag, von Evelyn Runge, Die Zeit, 14/1/2010 και του “Wer will, kann mit Obdachlosen unter einer Bruecke schlafen, von Benjamin Reuter, Die Zeit, 5/4/2011)

O κοινωνικός γεωγράφος Malte Steinbrink εξετάζει γιατί οι τουρίστες έλκονται από τις παραγκουπόλεις (Slums).

-Πολλοί τουρίστες θέλουν να ζήσουν την «άλλη πλευρά» μίας πόλης. Το ξένο τους προκαλεί θαυμασμό, και η φτώχεια είναι το κατεξοχήν ξένο.

-Θέλησα να συγκρίνω τον τουρισμό στις φαβέλες με τα νοτιο-αφρικανικά Townships. Ενώ στη Νότια Αφρική η εγκληματικότητα αποδυναμώνεται, στις βραζιλιάνικες περιηγήσεις κυριαρχούν ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών και η βία.

-Κατά κανόνα οι τουρίστες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα. Μου έχει συμβεί να με συναντήσουν στον δρόμο νεαροί με οπλισμό, αυτό είναι φυσικά μία τουριστική εμπειρία ιδιαίτερου είδους.

-Συνήθως το πρόγραμμα περιλαμβάνει περιηγήσεις με μικρά λεωφορεία, Jeeps ή με τα πόδια. Για εξατομικευμένες περιπτώσεις προβλέπεται επίσης και διαμονή στα προάστια των φτωχών. Τον «τουρισμό των παραγκουπόλεων» μπορεί κανείς να τον δει σαν μία μορφή «κοινωνικού Bungee-Jumping»

-Οι απαρχές του φαινομένου ανάγονται στο βικτωριανό Λονδίνο. Μέλη της ανώτερης τάξης επισκέπτονταν τότε στον ελεύθερο τους χρόνο τα προάστια. Αυτές οι επισκέψεις καλύπτονταν με τον μανδύα της αγαθοεργίας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν και στις ΗΠΑ περιηγήσεις στα προάστια των νέων μεταναστών. Από τότε το φαινόμενο έχει παγκοσμιοποιηθεί.

-Για καιρό ασχολιόμουν με την αστική φτώχεια στη Νότια Αφρική-ήμουν ένας τρόπον τινά «επαγγελματίας slummer». Κατά τη διάρκεια μίας συνέντευξης με μία ομάδα κατοίκων, ξαφνικά εμφανίστηκε ένα γκρουπ λευκών με κοντά παντελονάκια και φωτογραφικές μηχανές-ήταν τουρίστες.

-Διαπιστώσαμε (κατόπιν ερεύνης) ότι αλλάζουν οι απόψεις των τουριστών κατά τη διάρκεια της επίσκεψης. Πριν συνδύαζαν τις παραγκουπόλεις με την αθλιότητα, την αρρώστια και την εγκληματικότητα-έπειτα, πολλοί εμφανίζονται ενθουσιασμένοι από την πολιτισμό, την ποικιλία και τη ζωτικότητα σ’ αυτές τις περιοχές.

-Μπορεί κάποιος να επιχειρηματολογήσει εάν αυτός ο ενθουσιασμός είναι κάτι το θετικό ή έχει να κάνει με μία ρομαντική εικόνα και την αποσυμπλεγματοποίηση της φτώχειας. Προσωπικά θεωρώ αμφισβητήσιμο όταν η φτώχεια αντιμετωπίζεται όχι πλέον σαν δομική ανισότητα, αλλά σαν έκφραση της «αφρικανικής κουλτούρας». Μ’ αυτό τον τρόπο οι τουρίστες μεταφέρουν εύκολα τα αποικιακά στερεότυπα και την ιδέα του «φτωχός, αλλά ευτυχισμένος».

-Μία ισχυρή επίπληξη είναι ότι αυτοί οι τουρίστες είναι οφθαλμολάγνοι. Ιδιαίτερα στα ΜΜΕ ταυτίζονται οι τουρίστες των παραγκουπόλεων με τους επισκέπτες ζωολογικών κήπων. Οι διαφημίσεις προσαρμόζονται: προβάλλονται οι πολιτισμικές πλευρές του θέματος, και οι τουρίστες προβάλλονται ως ταξιδευτές γνώσης και πολιτισμού. Επιπλέον, ο τουρίστας ερμηνεύεται ως ένα είδος χορηγού βοηθείας…

O Nορβηγός φωτογράφος Jonas Bendiksen έζησε για εβδομάδες σε παραγκουπόλεις για τις ανάγκες του πρότζεκτ του «Οι παραγκουπόλεις του 21ου αιώνα» και διαπιστώνει: Eίναι εξαίρεση η ζωή μας στο Όσλο ή στο Βερολίνο.

-Ήθελα να δείξω ότι η παραγκούπολη δεν είναι ακριβώς παραγκούπολη. Ακόμα και ο ορισμός των Ηνωμένων Εθνών είναι ένα αμάλγαμα. Τα τέσσερα Slums που επισκέφθηκα ήταν πολύ διαφορετικά. Οι κατοικίες στο Καράκας είναι πολύ πιο συμπαγείς, αποτελούμενες από μπετόν και έχουν πολλά πατώματα. Στην Τζακάρτα οι άνθρωποι ζουν σε καλύβες από χαρτόνι και πλαστικό. Στο Μουμπάϊ υπάρχουν πολλά μικρά μαγαζιά, όχι όμως στην Κιμπέρα στην Κένυα.

-Η παραγκούπολη δεν είναι μία μονολιθική ενότητα, όπου κυριαρχεί η φτώχεια. Υπάρχουν αναμφίβολα άνθρωποι που δεν έχουν καμία υποστήριξη. Υπάρχουν όμως και πολύ πετυχημένοι. Εκατομμύρια άνθρωποι παρουσιάζουν μία ποικιλία, μεγαλύτερη απ’ αυτή του Βερολίνου, του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης. Τα Slums δείχνουν πως ξεκίνησαν οι μοντέρνες πόλεις. Οι άνθρωποι δεν σκέφτονται να τα εγκαταλείψουν. Λένε: εργαζόμαστε σκληρά για να καλυτερέψουμε τη γειτονιά μας, για να την μετατρέψουμε σε τόπο κανονικότητας.

-Δεν θέλω να δείξω ότι οι παραγκουπόλεις είναι νησίδες. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόνο σε μία γενιά διπλασιάστηκε ο αριθμός αυτών που ζουν σε Slums. Συνεπώς, εξαίρεση είναι η ζωή μας στο Όσλο ή στο Βερολίνο. Στα Slums είναι η κανονικότητα.

Η Εθνολόγος Eveline Duerr έχει ερευνήσει το φαινόμενο του «τουρισμού των παραγκουπόλεων»

-Τα κίνητρα των τουριστών είναι ποικίλα: άλλοι θέλουν από περιέργεια να επισκεφθούν εξωτικά μέρη, άλλοι θέλουν να ξεχωρίσουν από τον μαζικό τουρισμό, τέλος άλλοι θέλουν να δείξουν στα παιδιά τους πόσο καλά ζουν στην πατρίδα τους.

-Αυτά τα προάστια έχουν για μερικούς κάτι το ερωτικό. Είναι ελκυστικό ότι βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από την πορνεία, τη βρώμα και τη φτώχεια.

-Όποιος θέλει να επισκεφθεί τη Βραζιλία, πρέπει να κάνει ένα τουρ στις φαβέλες. Αυτό είναι το διαφημιστικό σλόγκαν. Οι φαβέλες δεν φημίζονται μόνο για τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα. Αλλά και για τις σχολές της Σάμπα. Είναι εδώ που αναμειγνύεται το εξωτικό με το ερωτικό.

-Δεν είναι απόλυτα σωστή η περιγραφή του φαινομένου σαν «πορνό της φτώχειας». Δεν είναι όλοι οι τουρίστες το ίδιο. Υπάρχουν βέβαια αυτοί που μέσα από τα κλιματιζόμενα αυτοκίνητα σαν σε σαφάρι περιδιαβαίνουν τα προάστια. Υπάρχουν όμως και περιηγήσεις που διοργανώνονται από τους δήμους των περιοχών. Υπάρχουν ηθικοί και ανήθικοι τουρίστες…

The Islamic State on Refugees Leaving Syria

PARIS, FRANCE - JANUARY 12:  French troops patrol around the Eifel Tower on January 12, 2015 in Paris, France. France is set to deploy 10,000 troops to boost security following last week's deadly attacks while also mobilizing thousands of police to patrol Jewish schools and synagogues.  (Photo by Jeff J Mitchell/Getty Images) *** BESTPIX ***

For those who want to blame the attacks on Paris on refugees, you might want to get your facts straight. The reality is, The Islamic State (IS) loathes that individuals are fleeing Syria for Europe. It undermines IS’ message that its self-styled Caliphate is a refuge, because if it was, individuals would actually go there in droves since it’s so close instead of 100,000s of people risking their lives through arduous journeys that could lead to death en route to Europe.

Here are descriptions of the messaging that IS put out on refugees in mid-September. There is no sign that Syrians in any appreciable number have heeded IS’ calls [….]

Πηγή: εδώ!

Μπροστά στην βαρβαρότητα, του Γ. Ρακκά

20140830_MAC990_2

Πηγή: Άρδην

Τώρα; Τώρα τι; Τώρα τα γεγονότα, με μια φριχτή μαθηματική βεβαιότητα διολισθαίνουν προς τα εκεί που όλοι ψυχανεμίζονται:

«Τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ είναι πολιτικό εργαλείο μέσα σε μια πλανητική κατάσταση, η πυκνότητα της οποίας καθιστά βέβαια απαραίτητη τη χρήση οικουμενιστικών ιδεολογημάτων, μέσα στην οποία όμως η δεσμευτική ερμηνεία των ιδεολογημάτων αυτών συνεχίζει να εναπόκειται στις διαθέσεις και στα συμφέροντα των ισχυρότερων εθνών. Τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’ υπόκεινται στην επαμφοτερίζουσα λογική αυτής της κατάστασης και αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις και τις εντάσεις που σημαδεύουν κατά τρόπο δραματικό την παγκόσμια κοινωνία. Γι’ αυτό ο αγώνας για την ερμηνεία τους αναγκαστικά θα μετατραπεί σ’ έναν αγώνα μεταξύ ανθρώπων γύρω από ό,τι θεωρεί εκάστοτε ο καθένας τους ως δικό του αναφαίρετο δικαίωμα. Αυτός ο αγώνας περί ερμηνείας έχει αρχίσει από καιρό ανάμεσα σε ‘Βορρα’ και ‘Νότο’ ή ‘Δύση’ και ‘Ανατολή’ και οξύνεται στον βαθμό όπου τα δισεκατομμύρια του ‘Νότου’ ή της ‘Ανατολής’ ερμηνεύουν όχι τυπικά, παρά υλικά τα ‘ανθρώπινα δικαιώματα’, απαιτώντας μιαν ουσιαστική ανακατανομή του πλούτου χωρίς να τους ενδιαφέρει η ηθική των χορτασμένων. Όπως η εσωτερική λογική του ‘ελεύθερου εμπορίου’, έτσι και η εσωτερική λογική των ‘ανθρώπινων δικαιωμάτων’ θα στραφεί σύντομα εναντίον της Δύσης, και τότε αυτή θα εγκαταλείψει τις σημερινές ιδεολογικές της θέσεις» [Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα: Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 67].

Μόνο που πλέον αυτός ο «αγώνας κατανομής» δεν έχει μόνον ως αντικείμενό του τον πλούτο, αλλά έχει μεταγραφεί στο υπαρξιακό πεδίο –είναι ταυτόχρονα σύγκρουση πολιτιστικών ταυτοτήτων, και σύγκρουση κατανομής. Και η Ευρώπη, ανεξάρτητα από το ποιός θα βρεθεί στο τιμόνι αυτής της διαδικασίας [ίσως εκείνος που έχει την πιο συμβατή πολιτικό-ιδεολογική τοποθέτηση, η οποία ούτως ή άλλως σταδιακά καθίσταται κυρίαρχη εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών], θα γυρέψει να περιφρουρήσει τα κεκτημένα της –η εκδοχή της ‘Ευρώπης-Φρούριο’ φαντάζει πλέον βέβαιη –με όλα όσα συνεπάγεται αυτό. Και το «φρούριο» δεν οχυρώνεται μόνον πίσω από τα δικά του τείχη –αλλά οργανώνει και εκστρατείες στην άμεση περίμετρό του, αξιώνοντας να διασφαλίσει την συνοχή του.