Παρακμή…να ούμε!

34d422dbd4946b1039333aabc6974b90

To έτος 2015 θα μείνει για πολλά αξέχαστο. Βαρούφ, δημοψήφισμα, Ραχήλ, Λεβέντης, για παράδειγμα. Επίσης, το τέλος μετά από 5 χρόνια πνευματικής κατάθεσης του democracycrisis.com. Το κατέβασμα του διακόπτη του δηλαδή από έναν εκ των ιδιοκτητών του, όταν διαπίστωσε ότι η επανάσταση (των άλλων) δεν γινόταν. Οπότε και αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με την δική του. Με περισσή ευκολία- και χωρίς κουβέντα- οι συμπατριώτες μας πετάνε στα σκουπίδια του cloud πνευματικούς κόπους και πόνους. Δείγμα παρακμής!

Άντε και Καλή Χρονιά λοιπόν!

Ἰμπεριαλισμὸς καὶ ἄλλα τέτοια

cropped-d181d0bed0bad180d0bed0b2d0b8d189d0b5-d0b0d0bdd0b3d0b5d0bbd0bed0b2-1905-d180d0b5d180d0b8d1852

Πηγή

Μοῦ ἔδωσαν τὶς προάλλες γιὰ τὴν Παγκόσμια ἡμέρα τοῦ Μετανάστη ἕνα φυλλάδιο μὲ διάφορα αἰτήματα κι ἀπόψεις ἀπὸ τὶς γνωστὲς ὀργανώσεις καὶ κινήματα. Στὴν ἀνάλυση ποὺ ἔκαναν ὅλοι αὐτοὶ γινόταν δυὸ-τρεῖς φορὲς (τουλάχιστον) λόγος γιὰ τὸν ἰμπεριαλισμὸ τῶν δυτικῶν ἐπεμβάσεων στὴν Μέση Ἀνατολή, ἐπεμβάσεις οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στὸ προσφυγικὸ ρεῦμα του 2015 ἀλλὰ καὶ στὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰσλαμικοῦ Κράτους. Ἡ προσπάθεια νὰ μὴν γίνει καθόλου λόγος γιὰ τὸ Ἰσλὰμ ὡς αἰτία τοῦ ἰσλαμικοῦ φονταμενταλισμοῦ ἦταν ὁλοφάνερη στὸ κείμενο.

Μοῦ κάνει ἐντύπωση ὅτι οἱ συντάκτες τοῦ κειμένου δὲν λαμβάνουν καθόλου τὶς ἀναλύσεις τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Ἔνγκελς μὲ βάση τὶς ὁποῖες ἀποτιμᾶται θετικὰ ἡ ἰμπεριαλιστικὴ ἐπέμβαση τῆς Δύσης στὶς μὴ δυτικὲς χῶρες. Σὲ προηγούμενη ἀνάρτησηπαρατέθηκε ἄρθρο τοῦ Ἔνγκελς, μὲ τὸ ὁποῖο ὑπερασπίζεται τὴν Δυτικὴ κατάληψη τῆς Ἀλγερίας γιὰ διάφορους λόγους: Ὅτι οἱ κάτοικοί της καὶ οἱ ἡγέτες της εἶναι ἀπολίτιστοι καὶ ληστές, καὶ ὅτι μὲ τὴν κατάκτηση τῆς Ἀλγερίας οἱ κάτοικοί της θὰ μποῦν στὸ δρόμο τοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ Ἔνγκελς συμπεραίνει ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν Βεδουίνων δὲν ἀξίζει ἐὰν οἱ Βεδουίνοι εἶναι ληστές· δηλαδή, ἂν δὲν ἔχουν ἐμπόριο κ.λπ.

Τὰ ἴδια ἀκριβῶς λέει ὁ Ἔνγκελς γιὰ τὴν ἀμερικανικὴ ἀπόσπαση τῶν μεξικανικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Καλιφόρνιας (Neue Rheinische Zeitung, αρ. 222, Der demokratische Panslawismus, 14-2-1849, Marx Engels Werke, Diez, Βερολίνο1977, τ. 6, σ. 273) ἢ ὁ Μὰρξ γιὰ τὴν βρετανικὴ κατάκτηση τῶν Ἰνδιῶν (New-York Daily Tribune, 25-6-1853 The British Rule in India, καὶ New-York Daily Tribune, The Future Results of British Rule in India, 8-8-1853). Δὲν ἀγανακτοῦν γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας τῶν Ἰνδῶν ἢ γιὰ τὴν βίαιη ἀπόσπαση ἐδαφῶν τοῦ Μεξικοῦ ἀπὸ τὶς ΗΠΑ, ἀλλὰ δικαιολογοῦν τὶς ἐνέργειες αὐτὲς ἔχοντας ὕψιστα κριτήρια διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν καταγγελία τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν ἰθαγενῶν. Τὰ κριτήρια εἶναι ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ ἡ ἐνσωμάτωση τῶν χωρῶν αὐτῶν στὸν καπιταλισμό, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν παγκόσμια ἐπανάσταση. Ἂν ἕνας λαὸς μπορεῖ νὰ ἐκμεταλλευτεῖ ἀποδοτικότερα τὰ ἐδάφη ποὺ ἁρπάζει ἀπὸ ἕναν γειτονικὸ ἢ μακρινὸ λαὸ ὥστε νὰ συνεισφέρει περισσότερο καὶ ταχύτερα στὴν ἀνάπτυξη τοῦ καπιταλισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν παγκόσμια ἐπανάσταση καὶ τὸν κομμουνισμό, τότε καλῶς ἁρπάζει τὰ ἐδάφη αὐτά.

Ἡ ἐναντίωση τῶν Μ. καὶ Ἔ. στὴν ἀνωτερότητα τοῦ κριτηρίου τῆς ἐλευθερίας-ἀνεξαρτησίας δὲν περιορίζεται στὴν ἐξύμνηση τῶν ἀφάνταστα θετικῶν πλευρῶν τῆς δυτικῆς ἐπέμβασης/κατάκτησης ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπερίφραστη καταδίκη ὅσων τὶς καταδικάζουν ἐπικαλούμενοι τὴν ἐλευθερία τῶν Τριτοκοσμικῶν.

 

Πως φαντάζονταν το 2000 εκείνοι που ζούσαν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα

04_35C

Πηγή

Οι έντονες εντυπώσεις απ’ τις μέχρι τότε τεχνικές εφευρέσεις και εφαρμογές διαμόρφωνε το υλικό της φαντασίας όσων είχαν χρόνο και όρεξη να προβλέψουν το μέλλον. Απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα διάφορες εκθέσεις των “βιομηχανικών κατορθωμάτων”, σε διάφορες πρωτεύουσες της ευρώπης, ανοικτές στο κοινό, τροφοδοτούσαν τα οράματα (ή τους φόβους) για τον μελλοντικό κόσμο. Η πρώτη απ’ αυτές τις εκθέσεις, με τίτλο “μεγάλη έκθεση των επιτευγμάτων της βιομηχανίας όλων  των εθνών” σε έναν τεράστιο σκεπαστό χώρο που φτιάχτηκε επί τούτου στο Hyde Park του Λονδίνου (και ονομάστηκε “κρυστάλλινο παλάτι” – Crystal Palace) , το 1851, έκανε τεράστια εντύπωση σε όλους  τους επισκέπτες της, ντόπιους και μη. Περισσότερα από 6 εκατομμύρια μάτια επισκέφτηκαν εκείνη την παρέλαση – των  – μηχανών. Και τις επόμενες δεκαετίες οι μηχανολογικές και ηλεκτρολογικές εφευρέσεις ήταν απ’ τα αγαπημένα θέματα των εφημερίδων

 

Ομόφυλα ζευγάρια για κατανάλωση

ImageHandler

Πηγή: Αντίφωνο

Οι συχνές επαναλήψεις ενός αιτήματος δεν σημαίνει ότι αυτό έχει γίνει μία γενικότερη κοινωνική απαίτηση. Αυτό μπορούμε να πούμε ότι ισχύει και για τα αιτήματα των ομοφυλόφιλων σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης, εκτός βέβαια εάν δεχθούμε ότι ο δημόσιος χώρος είναι ένα πάζλ διαφόρων, πολύχρωμων απαιτήσεων.

Παρόλα αυτά. Το τελευταίο τεύχος του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel (52/2015) φιλοξενεί ένα αφιέρωμα στον ρόλο των πατεράδων σε μία σύγχρονη οικογένεια [1]. Ξεκινά κανείς να το διαβάζει έχοντας υπόψη του τις αυξημένες υποχρεώσεις του σύγχρονου πατέρα αναφορικά με τις ανάγκες της μοντέρνας οικογένειας. Πραγματικά, στο πρώτο μέρος παρέχονται κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία για τους άνδρες που αναλαμβάνουν και τον ρόλο της μητέρας όταν αυτή απουσιάζει ή εργάζεται, για να καταλήξουμε τελικά σε πορίσματα ψυχολόγων που διατείνονται, υπό το φως της επιστημονικής έρευνας, ότι ο πατέρας και η μητέρα είναι κυρίως «κοινωνικοί ρόλοι», τους οποίους μπορούν να αναλάβουν κάλλιστα και άτομα του ιδίου φύλου. Καθώς δεν είναι ζήτημα βιολογίας, οι ρόλοι αυτοί απηχούν «κοινωνικές κατηγορίες» που μπορούν να ποικίλουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και από κουλτούρα σε κουλτούρα.

Η συζήτηση για τον διαφορετικό ρόλο του πατέρα καταλήγει σε συζήτηση για τη δυνατότητα των ομόφυλων ζευγαριών να αναθρέψουν παιδιά, «παίζοντας» ο ένας τον ρόλο της μητέρας και ο άλλος τον ρόλο του πατέρα. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο τον ελληνικό «εκσυγχρονισμό», αλλά έχει να κάνει με βαθύτερες, παγκόσμιες τάσεις της σύγχρονης οικογένειας.

Εδώ και πολλά χρόνια τόσο ο Κρίστοφερ Λας [2] όσο και ο Νιλ Πόστμαν [3] έχουν ιχνηλατήσει τη διαδρομή υποβάθμισης της οικογένειας και της δυναμικής της σε ένα περιβάλλον υπέρμετρης πληροφορίας και κοινωνικοοικονομικών αλλαγών. Το «φίλτρο» ανατροφής των παιδιών, ο θεσμός της οικογένειας έχει «κλονισθεί» σε τέτοιο επίπεδο που ανήμποροι και «μπερδεμένοι» γονείς ανατρέχουν σε ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, συμβούλους και δασκάλους. Η επιστήμη της ψυχολογίας (όπως και της στατιστικής ανάλυσης) εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και αποφαίνεται περί παντός. 

Η σχετικοποίηση του πατέρα είναι μία μακρά διαδικασία που έχει περάσει πολλά στάδια, ξεκινώντας από την ολοένα και πιο διευρυμένη διοικητική ή δικαστική παρέμβαση του κράτους κατά τον 19ο αιώνα και φθάνοντας μέχρι την «ιατρικοποίηση» της καθημερινότητας της αστικής οικογένειας του 20ου αιώνα. Με άλλα λόγια, η επιστημονική κάλυψη των ψυχολόγων της εποχής μας είναι ένα αμάλγαμα στατιστικών ερευνών, κοινωνιολογίας, συγκριτικής ανθρωπολογίας με κάποια εσάνς ψυχανάλυσης. Είμαστε στον πυρήνα της μεταμοντέρνας ιδεολογίας, για την οποία η «πατρότητα» είναι καταμερισμένη, θρυμματισμένη, πολλαπλή, κι επομένως, ανταλλάξιμη [4]

Και όμως, η πραγματική και σε βάθος επιστήμη είναι πάντα διαφορετική από την μιντιακή εικόνα της. Όταν για την λακανιανή ψυχανάλυση «ο πραγματικός πατέρας για το παιδί είναι ο άνδρας μιας γυναίκας. Αρχικά δεν πρόκειται για την κάθετη σχέση ενός άνδρα με ένα παιδί. Το παιδί έχει έναν πραγματικό πατέρα κατά το μέτρο που αυτός ο άνδρας είναι εκείνος που κατέστησε μια γυναίκα, αυτήν εδώ, αυτήν που την ονομάζω μαμά, την αιτία του πόθου του και το αντικείμενο της απόλαυσής του. Αυτό είναι αναμφίβολα το σκάνδαλο που αποκαλύπτει η ψυχανάλυση: η μόνη πραγματική εγγύηση της πατρικής λειτουργίας είναι ένας άνδρας, που έχει στραφεί προς μια γυναίκα (συνήθως τη μητέρα, αλλά όχι πάντοτε), εκείνη που είναι η αιτία του πόθου του» [5], καταλαβαίνουμε ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στα happenings και στις «ξαναζεσταμένες» εκκεντρικότητες των 70’s.

[1] Der Spiegel, «Lasst die Väter ran!», 52/2017, 107-112

[2] Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ’ έναν άκαρδο κόσμο. Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, μετ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες 2007

[3] Νιλ Πόστμαν, Η πυξίδα του Μέλλοντος. Πώς το παρελθόν μπορεί να βελτιώσει το μέλλον μας, εκδόσεις Καστανιώτη, 2002, 153εξ.

[4] Philippe Julien, Για την Πατρότητα, μετ. Παν. Βαρδής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα

Επαναστατική ανυπομονησία

734812_image_1

O (Μαρσέλ) Γκωσέ απορεί με το πόσο η «ανυπομονησία» ήταν μόνιμο γνώρισμα του Καστοριάδη: «Δεν έχω συναντήσει άνθρωπο που να είναι τόσο ενστικτωδώς εχθρικός προς την ιδέα της μεταρρύθμισης. Την θεωρούσε αδιανόητη. Τα ήθελε όλα, εδώ και τώρα». Οι διαφωνίες τους ήταν συχνές και ο Μαρσέλ Γκωσέ, με το γνωστό του χιούμορ, του είχε πει κάποτε ότι, ως υποψιασμένος ψυχαναλυτής, θα έπρεπε να γνωρίζει πόσο επιρρεπής είναι ο ανθρώπινος ψυχισμός στο να φαντασιώνεται την επανάσταση και να προσβλέπει σε αυτήν: «Ήταν η μόνη φορά που τον είδα να έχει ενοχληθεί, σε βαθμό που να μου απαντήσει σε επιθετικό τόνο: «Αγαπητέ μου Μαρσέλ, δεν καταλαβαίνω από πού αντλείται το δικαίωμα να λέτε κάτι τέτοιο». Κατά τα άλλα, διατήρησε την αυτοκυριαρχία του, όπως πάντα

Πηγή: Francois Dosse, Καστοριάδης. Μία ζωή, μετ. Ανδρέας Παππάς, Πόλις, 2015, 455-456.

Συμβαίνει τώρα: Το Ξύπνημα της Δύναμης

Πηγή

23912476_ReyBB8.limghandler

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αν ξέρεις τη μυθολογία του Star Wars επειδή είτε είσαι μιας κάποιας ηλικίας, είτε σου αρέσουν τα διαστημικά παραμύθια (ή και τα σκέτα παραμύθια), περίμενες αυτήν την ταινία πως και τι και αποκλείεται να μην σου αρέσει. Ναι, ακόμη και αν έχεις δει και μισήσει την τριλογία που ακολούθησε τις τρεις πρώτες ταινίες του Τζορτζ Λούκας.
Αλλά ακόμη κι αν είσαι ένας απλός θεατής αντιμέτωπος με ένα άγνωστο για σένα κινηματογραφικό σύμπαν, αυτή η ταινία είναι ένα εξαίσιο δείγμα ωραίου, σπουδαίου σινεμά.
Προειδοποιώ ότι είμαι από τους πρώτους, τους γραφικούς: Είδα πρώτη φορά τον Πόλεμο των Άστρων, με τη μαμά μου, στον κινηματογράφο Ζέα στον Πειραιά, στα τέλη των 70ς. Ήμουν 8 χρονών ή κάτι τέτοιο, φοβήθηκα πάρα πολύ (τον Νταρθ Βέιντερ), ταυτίστηκα πάρα πολύ
(με την πριγκίπισσα Λέια), ερωτεύτηκα πάρα πολύ (τον πειρατή του διαστήματος τον Χαν Σόλο και το γούκι του τον Τσούι).
Ακολούθησαν τα Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται, μία εκπληκτική ταινία (το καλύτερο σίκουελ όλων των εποχών) και Η Επιστροφή των Τζεντάι, ένα κινηματογραφικό πανηγύρι για όλη την οικογένεια. Και οι τρεις κάκιστες ταινίες που λέγαμε πριν (και κρίμα στον Γιούαν τον ΜακΓκρέγκορ).

Ευτυχώς ο Τζέι Τζέι Έιμπραμς έρχεται να ξεπλύνει αυτήν την «ντροπή» των τριών πρίκουελ.
Που είμαστε σήμερα: Είμαστε στον πλανήτη Τζακού, 30 χρόνια μετά από την ήττα της Αυτοκρατορίας από τους Επαναστάτες (και στην πραγματικότητα κάτι παραπάνω από τριάντα χρόνια από την Επιστροφή των Τζεντάι,  το 1983). Στον Τζακού η νεαρή ρακοσυλλέκτης Ρέι βρίσκει στην έρημο το ρομποτάκι bb-8 (o Wall*E συναντά τον R2D2), που μεταφέρει κάτι πολύτιμο τόσο για την Αυτοκρατορία όσο και για τους Επαναστάτες: έναν χάρτη για το σημείο όπου κρύβεται ο εξαφανισμένος εδώ και χρόνια Ιππότης Τζεντάι Λουκ Σκάιγουοκερ. Η Ρέι, με τη βοήθεια ενός λιποτάκτη στρατιώτη της Αυτοκρατορίας και δύο λαθρεμπόρων του διαστήματος, θα χρειαστεί σύντομα να πάρει γενναίες αποφάσεις και να δει τη ζωή της να αλλάζει για πάντα.

Τρεις αράδες χωρίς σπόιλερ: Εδώ είναι το ρομάντζο, εδώ και η σαπουνόπερα του διαστήματος. Εδώ η μάχη του Καλού με το Κακό, εδώ το χιούμορ, εδώ το πιο αξιολάτρευτο ρομποτάκι από καταβολής σινεμά, εδώ και ο «φεμινισμός» με ένα κορίτσι που δεν περιμένει να το σώσουν, αλλά σώζει αυτό όσους το χρειάζονται.
Παλιομοδίτικη ταινία-φόρος τιμής σε ένα σινεμά που δεν υπάρχει πια, με τη συμβολή του σπουδαίου Λώρενς Κάσνταν στο σενάριο, γυρισμένη κυρίως σε φιλμ 35mm!

 

Still life with entremets

Cornelis_van_Dalem_and_Jan_van_Wechelen_(copy_after)_-_The_Legend_of_the_Baker_of_Eeklo

Πηγή

Before still life becomes institutionalized as an art form, which is roughly where Riley’s survey ends, it is this sense that food is displacing other, more important things that makes its pictorial appearances either disappointingly modest or highly provocative. In Pontormo’s ethereal “Supper at Emmaus”, for example, “bread and wine seem to float in an insubstantial haze”. It is not hard, though, to see when traditional hierarchies and proprieties are being challenged, as when Cosimo III de’ Medici, Grand Duke of Tuscany, commissioned some portraits of outsize vegetables. Riley’s descriptions brilliantly capture the parody of baroque painting that these “massive mugshots” represent, with their lurid lighting and portentous distortion of scale: a giant cauliflower “glowing within its ring of dark green leaves, in the last rays of a troubled evening light”, a monster squash depicted “against a wild landscape and a stormy sky, with the Leaning Tower of Pisa dwarfed in the distance”. Omitted from the illustrations is the most “unprepossessing” sitter of all, an elderly truffle mottled by red, wormlike growths. Not all food makes an attractive subject for art – butchers’ shops, for example. But the prize for most surreal entry must go to a Flemish painting of the Baker of Eecklo, who cured people by cutting off their heads before kneading and baking them. His patients are shown sitting passively in line as if at the hairdresser, their heads temporarily replaced by green, turban-like cabbages.

Looked at too closely, fruit and vegetables turn out to be seriously over-determined as artistic symbols. Carlo Crivelli’s “Annunciation” already does double duty as a religious scene and, less obviously, as a political record of how a carrier pigeon landed in Ascoli Piceno and presaged the liberation of the city from the Pope. How is it, then, Riley asks, that a knobbly cucumber and an ordinary apple occupy the foreground and “seem to dominate the story”? Clearly not as “part of the five-a-day regime of a modern newly pregnant housewife”. The cucumber may stand for Christ’s purity and Jonah’s gourd at the same time. The apple of course represents the Fall; more comfortingly, it is also a well-known product of Le Marche. Tiring rapidly of these symbolic confusions, Gillian Riley rounds off her discussion with a soothing if tangentially connected recipe for rabbit stew, simmered slowly with wild herbs, mushrooms, capers and some local verdicchio.

 

Bosom buddies

20151219_MPP001_0

Πηγή

Portrait miniatures were brought to America by European settlers. Sometimes they were the only mementoes of family and friends left behind, never to be seen again. The term miniature derives from minium, the red lead ink used in medieval manuscript illumination, and was originally a reference to technique rather than to size. It is perhaps no coincidence that people started painting them during the scientific revolution when Sir Isaac Newton published “Opticks”, his treatise on the fundamental nature of light, and the world was being seen anew. If easel portraits had long been made for public gaze and approbation, by the mid-1700s, miniatures, newly voguish, were for discreet contemplation, a peephole into the sitter’s private self. Miniatures became a common way for people to mark family milestones: betrothal, marriage, birth, death. They were hidden in drawers, or worn: by women on a chain inside the bodice or, by men, on a pin behind the lapel of a jacket.

Their popularity in the North American colonies in the early 19th century coincided with a growing economy and a shift in social attitudes towards family, marriage, children and love. Men may have been the gunbearers of the revolution, but according to John Adams, America’s second president, the new republic also needed a “national Morality” that could be obtained only by championing family values.

Although independent, the new state still looked to the old world as its cultural true north. The best American artists travelled to London to study with the English masters; British fashions became American fashions. Some things, though, struggled to catch on, especially anything to do with the carnal or erotic. That is what makes “Beauty Revealed” such an unusual work. Americans, for example, did not like painting from models. Until long after the revolution no American academy offered life drawing from naked, live models, as was the tradition in Europe. It was the same with eye portraits, hand-painted miniatures of single human eyes set in jewellery and given as tokens of affection, which became all the rage in Britain after the Prince of Wales secretly proposed to his Catholic mistress, Mrs Fitzherbert, in 1785 with a miniature of his own eye. It would take another 15 years before the first eye portraits were painted in America, and even then the fashion never really took off.