literature_nobel_647_100815050157.jpg

Πηγή: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, το Νόμπελ και η άλλη αντίληψη για τη λογοτεχνία, The Athens Review of Books, Δεκέμβριος 2015, 23-27

[..] Είναι αλήθεια πως κατέφθασαν γρήγορα, αλλά η γιατρός ζήτησε από τη μαμά λεφτά για το πιστοποιητικό θανάτου και για να πάρουν τη γιαγιά στο νεκροθάλαμο: «Και τι θέλετε δηλαδή; Ελεύθερη αγορά έχουμε!»..Στο σπίτι δεν είχαμε καθόλου λεφτά…Έτυχε ακριβώς εκείνη την εποχή να έχουν απολύσει τη μαμά από τη δουλειά της, έψαχνε ήδη δύο μήνες, αλλά όπου και να πήγαινε με τις αγγελίες, έβρισκε μπροστά της ουρές να περιμένουν. Η μαμά είχε τελειώσει το Τεχνολογικό Ινστιτούτο με άριστα και έπαινο, με κόκκινο πτυχίο δηλαδή. Για να βρει δουλειά σύμφωνα με την ειδικότητά της δεν γινόταν ούτε λόγος, όποια είχε πτυχίο βολευόταν ως πωλήτρια σε κατάστημα ή λαντζέρισσα […]

[…]Έστησαν μία κανονική ληστεία του κόσμου…Η γιαγιά φοβόταν περισσότερο απ’ όλα πως θα την θάβαμε τυλιγμένη σε σελοφάν ή εφημερίδες. Το φέρετρο κόστιζε τρελά λεφτά, κι ο κόσμος έθαβε τους ανθρώπους του με διάφορους τρόπους…Τη φίλη της γιαγιάς, την γιαγιά Φένια, που είχε κάνει νοσοκόμα στο μέτωπο, η κόρη της την έθαψε τυλιγμένη σε εφημερίδες..Τα μετάλλια της τα έβαλαν έτσι απλά μέσα στον τάφο..[…]

[…] Και γενικώς εμείς δεν εγκαταλείπουμε τον συνάνθρωπό μας στη δυστυχία του- αυτή ήταν η πεποίθησή της, θυμόμασταν τις διηγήσεις της γιαγιάς για το πως οι άνθρωποι στον πόλεμο έσωζαν ο ένας τον άλλον. Οι σοβιετικοί άνθρωποι…(Σωπαίνει). Είχαν όμως εμφανιστεί κιόλας κάτι άλλοι άνθρωποι. Όχι εντελώς σοβιετικοί. Τα λέω όπως τα καταλαβαίνω τώρα, όχι όπως τα έβλεπα τότε…Μας είχε βάλει στόχο μία συμμορία εγκληματιών […]

[…] Κοιμόμασταν στα παγκάκια του πάρκου, το φθινόπωρο κάναμε βουναλάκια από φύλλα, κοιμόμασταν πάνω στα φύλλα- ζεσταινόμασταν έτσι. Σαν σε υπνόσακο ήταν. Στον σταθμό Μπελορούσκι…αυτό το θυμάμαι καλά…συναντούσαμε συχνά μια γριά που καθόταν δίπλα στα ταμεία και μιλούσε μόνη της. Διηγούνταν πάντα την ίδια ιστορία…Πως στον πόλεμο είχαν μπει στο χωριό τους λύκοι, πως οι λύκοι είχαν καταλάβει ότι έλειπαν οι άντρες. Οι άντρες ήταν όλοι στον πόλεμο. Αν η μαμά είχε έστω και λίγα λεφτά τής τα δίναμε. «Ο Θεός να σας έχει καλά», μας σταύρωνε. Κι εγώ θυμόμουν τη γιαγιάκ μας…[…]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s