αρχείο λήψης

Πηγή Αντίφωνο

Έκφραση του εαυτού, προσωπικό θέμα, πειραματισμός. Υπάρχει από καιρό αίτημα να κατοχυρωθεί ένα δικαίωμα στην αποτέφρωση που κάποτε ήταν σημείο εναλλακτικής ζωής- άρα και θανάτου: «Πέθανε με το που έπεσε η νύχτα. Είχε ζητήσει ν’ αναφτεί μια νεκρική πυρά στην κορυφή του λόφου. Μαζέψαμε όλοι μας κλαδιά, κατόπιν άρχισε η τελετή. Ο Νταβίντ άναψε τη νεκρική φωτιά του πατέρα του, τα μάτια του έλαμπαν παράξενα. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτόν, εκτός του ότι ήταν ροκάς,. Μαζί του ήταν κάτι παράξενοι τύποι, Αμερικανοί μοτοσυκλετιστές με τατουάζ και δερμάτινα […] Ο κόσμος άρχισε να χορεύει, η φωτιά έκαιγε και ζέσταινε πολύ, και όπως συνήθως έπιασαν να γδύνονται. Για την πραγματοποίηση μιας αποτέφρωσης, χρειάζονται βασικά λιβάνι και σανταλόξυλο» [2]

Κάποτε. Και σήμερα όμως το δικαίωμα στην έκφραση αυτή του θανάτου απασχολεί τα media (πρόσφατα μάλιστα με αφορμή την περίπτωση του θανάτου του Μηνά Χατζησάββα). Είναι φυσικό, καθώς για τον σύγχρονο άνθρωπο ο θάνατος είναι απόλυτα εξατομικευμένος, δεν σημαίνει τίποτε το ιδιαίτερο πέρα από την οικογένεια του νεκρού (και αν..). Όπως η ατομική ζωή, άρα και η έκφρασή της, έχουν αναγορευθεί σε υπέρτατα κριτήρια αλήθειας και νοήματος- ελλείψει κάθε άλλης μεταφυσικής νοηματοδότησης-, ο θάνατος μεταβάλλεται σε ανυπέρβλητη απειλή, αφού μόνο αυτός ακυρώνει το υπέρτατο αγαθό μας [3]. Κατά συνέπεια πρέπει να εξορισθεί από κάθε δημόσιο χώρο ή δημόσια τελετή. Η απελπισία πρέπει να είναι μόνο δικιά μας.

Δεν είναι τυχαίο ότι επιτάφιες πέτρες, πλάκες, επικήδειοι, νεκρικές πομπές, ατονούν και σπανίζουν. Στα στερεότυπα της καθημερινής γλώσσας το «δεν καταλάβαμε πως έφυγε», δηλαδή  ο γρήγορος και απρόσμενος θάνατος, θεωρείται επιθυμητός, σχεδόν μία ευχή. Μία ευχή που αντικαθιστά τον προγονικό πανικό του βίαιου θανάτου [4]. Όλοι θέλουν το γρήγορο πέρασμα. Ο νεκρός είναι ενοχλητικός. Η θύμησή του επίσης.

Η εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου για τον θάνατο δεν σημαίνει αδιαφορία και λήθη. Οι συγγενείς εκείνων που έχουν καεί δείχνουν απώθηση για το νεκροταφείο, όμως συνεχίζουν τη λατρεία του νεκρού στο σπίτι, στον ιδιωτικό τους χώρο. Τα αισθήματα είναι απολύτως προσωπικά και ιδιωτικά. Μία τέτοια λατρεία φτάνει, πολλές φορές, στη μουμιοποίηση, καθώς το σπίτι ή το δωμάτιο του νεκρού αφήνονται ανέπαφα. Ο συγγενής προτιμά να θυμάται τον νεκρό όπως ήταν όσο αυτός ζούσε. Η θλίψη μετατρέπεται σε απώθηση προς το νεκροταφείο, τον τόπο εκείνο που φιλοξενεί σώματα σε αποσύνθεση [5]. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να αντικρύσει τη σταδιακή διαδικασία της φθοράς και της αποσύνθεσης, διότι σε όλη του τη ζωή αρνείται να δεχθεί ότι είναι ένα «είναι προς θάνατο», αρνείται να υπερβεί την καταστατική του συνθήκη, εγκαταλείποντας τον εαυτό του στον Άλλο. [….]

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s