gay-couples-600_259119_RKE52X

Επειδή τον γράφοντα δεν τον ενδιαφέρουν οι ομοφυλόφιλοι του συμφώνου συμβίωσης, και επειδή τον ενδιαφέρουν ομοφυλόφιλοι σαν τον Προύστ, κατατίθεται απόσπασμα από το έργο του:

[Μαρσέλ Προύστ, Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, IV, Σόδομα και Γόμορρα, μετ. Π. Α. Ζάννας, Εστία, 2007, σσ. 18-21] 

Κι ακόμη καταλάβαινα τώρα γιατί πριν από λίγο, όταν τον είχα δει να βγαίνει από της κυρίας ντε Βιλλεπαριζίς, μπόρεσα να σκεφτώ πως ο κύριος ντε Σαρλύς θύμιζε γυναίκα: γιατί ήταν! Ανήκε στη φυλή των ανθρώπων που είναι λιγότερο αντιφατικοί απ’ όσο φαίνονται, που το ιδανικό τους είναι ανδρικό ακριβώς επειδή η ιδιοσυγκρασία τους είναι γυναικεία, και που στη ζωή είναι όμοιοι, μόνο φαινομενικά, με τους άλλους άντρες ˙ στο σημείο εκείνο όπου ο καθένας έχει ζωγραφιστή στα μάτια του, μέσα από τα οποία βλέπει καθετί στο σύμπαν, μία σιλουέτα χαραγμένη πάνω στην επιφάνεια της κόρης του ματιού, γι’ αυτούς δεν είναι η μορφή μιας νύμφης αλλά ενός εφήβου. Φυλή που πάνω της βαραίνει μία κατάρα και που πρέπει να ζει στο ψεύδος και στην επιορκία, αφού γνωρίζει πως τιμωρείται και είναι ντροπή κι ανομολόγητος ο σαρκικός της πόθος, αυτός που αποτελεί για κάθε άλλο πλάσμα τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής ˙ που πρέπει να απαρνείται το Θεό της αφού, ακόμα κι αν είναι χριστιανοί, σαν εμφανιστούν κατηγορούμενοι στο εδώλιο του δικαστηρίου, πρέπει, μπροστά στον Χριστό και στο όνομά του, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους θεωρώντας συκοφαντία ό,τι είναι η ίδια η ζωή τους ˙ γιοί δίχως μητέρα, υποχρεωμένοι να της λένε ψέματα όλη της τη ζωή κι ως τη στιγμή που θα της κλείνουν τα μάτια ˙ φίλοι δίχως φιλίες που η συχνά αναγνωρισμένη γοητεία τους εμπνέει και που η συχνά καλή τους καρδιά θα μπορούσε να νιώσει ˙ μπορείς όμως να ονομάσεις φιλίες τις σχέσεις αυτές που ανθίζουν μόνο μέσα στο ψέμα, κι απ’ όπου η πρώτη αυθόρμητη έκφραση εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν, θα είχε ως συνέπεια να τους αποκηρύξουν με αηδία, εκτός αν είχαν να κάνουν με κάποιο πνεύμα αμερόληπτο, δηλαδή ένα πνεύμα που τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αλλά που τότε, παρασυρμένο σε ό,τι τους αφορά από μία συμβατική ψυχολογία, θα κάνει να προέλθει από την ομολογημένη διαστροφή η συμπάθεια που του είναι η πιο ξένη, ακριβώς όπως ορισμένοι δικαστές υποθέτουν και δικαιολογούν πιο εύκολα τη δολοφονία στους αρσενοκοίτες και την προδοσία στους Εβραίους, για λόγους που προέρχονται από το προπατορικό αμάρτημα και το πεπρωμένο της φυλής;

Τέλος- σύμφωνα, τουλάχιστον, με την πρώτη θεωρία την οποία σκιαγράφησα τότε, που θα φανεί πως άλλαξε αργότερα, και στην οποία αυτό θα τους εξόργιζε περισσότερο από κάθε τι άλλο αν την αντίφαση αυτή δεν την εξαφάνιζε από τα μάτια τους η ίδια η ψευδαίσθηση που τους επέτρεπε να βλέπουν και να ζουν- εραστές που στερούνται σχεδόν την δυνατότητα του έρωτα εκείνου που η προσμονή του τους δίνει τη δύναμη να υπομένουν τόσους κινδύνους και τόσες μοναξιές, αφού είναι ακριβώς ερωτευμένοι μ’ έναν άντρα που δεν θα είχε τίποτα το γυναικείο, μ’ έναν άντρα που δεν θα ήταν αρσενοκοίτης και που κατά συνέπεια δεν μπορεί να τους αγαπήσει ˙ κι έτσι ο πόθος τους θα παρέμενε πάντα αχόρταγος αν το χρήμα δεν τους εξασφάλιζε πραγματικούς άντρες, κι αν η φαντασία δεν τους έκανε τελικά να θεωρούν πραγματικούς άντρες τους αρσενοκοίτες με τους οποίους πορνεύτηκαν. Δίχως τιμή παρά αβέβαιη, δίχως ελευθερία παρά προσωρινή ως την ανακάλυψη του εγκλήματος, δίχως κοινωνική θέση παρά μετέωρη, σαν τον ποιητή [OscarWilde] που την παραμονή του κάνουν χαρές σε όλα τα σαλόνια, τον χειροκροτούν σε όλα τα θέατρα του Λονδίνου, και την άλλη μέρα τον διώχνουν από κάθε νοικιασμένο δωμάτιο δίχως να μπορεί να βρει ένα μαξιλάρι να ξεκουράσει το κεφάλι του, δεμένος στις μυλόπετρες σαν τον Σαμψών και λέγοντας όπως εκείνος: Τα δύο φύλα θα πεθάνουν, το καθένα χωριστά, έχοντας χάσει, αν εξαιρέσουμε τις μέρες της μεγάλης δυστυχίας, όταν η πλειονότητα έρχεται να συμπαρασταθεί στο θύμα, όπως οι Εβραίοι στην περίπτωση του Ντρέυφους, έχοντας χάσει κάθε συμπάθεια- κάποτε και κάθε συντροφιά- από τους ομοίους τους, στους οποίους προκαλεί αηδία το ίδιο τους το θέαμα, καθώς κατοπτρίζεται σ’ έναν καθρέπτη ο οποίος, επειδή δεν τους κολακεύει πια, τονίζει ψεγάδια που δεν θέλησαν να τα δουν στον εαυτό τους και τους κάνει να καταλάβουν πως αυτό που αποκαλούσαν έρωτά τους (και στο οποίο, παίζοντας με τη λέξη, είχαν, με την κοινωνική έννοια, συμπεριλάβει ό,τι η ποίηση, η ζωγραφική, η μουσική, ο ιπποτισμός, ο ασκητισμός μπόρεσαν να προσδώσουν στον έρωτα) προέρχεται όχι από ένα ιδανικό ομορφιάς που διάλεξαν, αλλά από μιαν αγιάτρευτη ασθένεια ˙ σαν τους Εβραίους πάλι (εκτός από μερικούς που δεν θέλουν να συναναστρέφονται παρά μόνο όσους ανήκουν στην φυλή τους κι έχουν πάντοτε στα χείλη τους τις τελετουργικές λέξεις και τα καθιερωμένα αστεία), αποφεύγοντας ο ένας τον άλλον, αναζητώντας όσους είναι περισσότερο το αντίθετό τους, όσους τους αποφεύγουν, συγχωρώντας γι’ αυτό την περιφρόνησή τους και απολαμβάνοντας την καταδεκτικότητά τους ˙ αλλά και ζώντας μαζί με τους ομοίους τους γιατί έτσι τους αναγκάζει ο οστρακισμός που τους πλήττει, η καταισχύνη στην οποία ξέπεσαν, έχοντας τελικά αποκτήσει- με το διωγμό τους που θυμίζει το διωγμό του Ισραήλ- τα εξωτερικά και τα ψυχικά χαρακτηριστικά μιας φυλής, κάποτε ωραίας, συχνά απαίσιας, βρίσκοντας (παρά τις κοροϊδίες με τις οποίες κάποιος πιο ανακατωμένος, πιο αφομοιωμένος στην αντίθετη φυλή, όντας σχετικά, φαινομενικά μόνο, λιγότερο διεστραμμένος, καταπιέζει όποιον παρέμεινε περισσότερο) κάποιαν ανακούφιση στη συναναστροφή με τους ομοίους τους, ακόμη και κάποιο στήριγμα στη ζωή τους, τόσο μάλιστα ώστε ενώ αρνούνται πως αποτελούν μία φυλή (που το όνομά της αποτελεί τη μεγαλύτερη βρισιά), αποκαλύπτουν πρόθυμα όσους κατόρθωσαν να κρύψουν αυτό που είναι, λιγότερο για να τους βλάψουν- δίχως κι αυτό να τους ενοχλεί- παρά για να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους, και προσπαθώντας να βρουν- όπως ο γιατρός την σκωληκοειδίτιδα- την αρσενοκοιτία ακόμη και στην ιστορία, θυμίζοντας με απόλαυση πως ο Σωκράτης ήταν όμοιός τους, με τον ίδιο τρόπο που οι Ισραηλίτες λένε πως ο Χριστός ήταν Εβραίος, δίχως να σκεφτούν πως δεν υπήρχαν ανώμαλοι όταν η ομοφυλοφιλία ήταν ο κανόνας, πως δεν υπήρχαν εχθροί του χριστιανισμού πριν από τον Χριστό, πως μόνο η καταισχύνη δημιουργεί το έγκλημα, γιατί δεν επέτρεψε να επιζήσουν παρά μόνο όσοι αντιστάθηκαν πεισματικά σε κάθε κήρυγμα, σε κάθε παραδειγματισμό, σε κάθε τιμωρία, κι αυτό γιατί μία τέτοια έμφυτη διάθεση είναι τόσο ειδική ώστε να τη θεωρούν οι άλλοι πιο αποκρουστική (κι ας συνδυάζεται συχνά με υψηλές πνευματικές αρετές) από ορισμένες διαστροφές που έρχονται σε αντίθεση με τις αρετές αυτές, όπως η κλεψιά, η σκληρότητα, η κακή πίστη, οι οποίες επειδή είναι  πιο κατανοητές συγχωρούνται πιο εύκολα από τον κοινό άνθρωπο ˙ σχηματίζοντας μία μασονία πολύ πιο απλωμένη, πιο αποτελεσματική και που την υποπτεύονται λιγότερο από την μασονία της στοάς, γιατί βασίζεται σε μία ταυτότητα προτιμήσεων, αναγκών, συνηθειών, κινδύνων, μαθητείας, γνώσης, συναλλαγής, λεξιλογίου, και μέσα στην οποία τα μέλη εκείνα που επιθυμούν να μην γίνουν γνωστά, αναγνωρίζονται αμέσως από ορισμένα σημάδια φυσικά ή συμβατικά, αθέλητα ή ηθελημένα, κι έτσι ο ζητιάνος αναγνωρίζει έναν όμοιό του στον άρχοντα, καθώς του κλείνει την πόρτα του αμαξιού, ο πατέρας το ίδιο στο μνηστήρα της κόρης του, κάποιος που θέλησε να γιατρευτεί, να εξομολογηθεί, να ζητήσει νομική υπεράσπιση στο πρόσωπο του γιατρού, του παπά, του δικηγόρου που πήγε να συναντήσει ˙ όλοι αναγκασμένοι να προστατεύουν το μυστικό τους, αλλά συμμετέχοντας κάπως στο μυστικό των άλλων που η υπόλοιπη ανθρωπότητα δεν το υποψιάζεται, και γι’ αυτό στα μάτια τους τα πιο απίθανα μυθιστορήματα περιπετειών φαίνονται αληθινά ˙ γιατί σε τούτη τη ζωή ενός αναχρονιστικού ρομαντισμού, ο πρεσβευτής είναι φίλος του κατάδικου ˙ ο πρίγκιπας, με μία κάποια ελευθερία στη συμπεριφορά που του την εξασφαλίζει η αριστοκρατική ανατροφή και που ένας περίτρομος μικροαστός δεν θα την είχε, βγαίνοντας από το σπίτι της δούκισσας πηγαίνει να συναντηθεί μ’ έναν απάχη ˙ κομμάτι καταδικασμένο της ανθρώπινης κοινότητας, αλλά κομμάτι της σημαντικό, που το υποψιάζονται εκεί όπου δεν υπάρχει, που προβάλλεται με αυθάδεια, ατιμώρητα, εκεί όπου δεν το υποπτεύονται ˙ έχοντας μέλη παντού, στον λαό, στο στρατό, στην εκκλησία, στο κάτεργο, στον θρόνο ˙ ζώντας, τέλος, τουλάχιστον πολλοί απ’ αυτούς, σε τρυφερή και επικίνδυνη οικειότητα με τους άντρες της άλλης φυλής, προκαλώντας τους, κάνοντάς τους αστεία για τη διαστροφή τους σαν να μην την είχαν, παιχνίδι που το ευκολύνει η τύφλωση ή η ψευτιά των άλλων, παιχνίδι που μπορεί να παραταθεί για χρόνια ως την ημέρα που ξεσπά το σκάνδαλο και οι θηριοδαμαστές σπαράζονται από τα θηρία ˙ ως τότε υποχρεωμένοι να κρύβουν τη ζωή τους, να αποστρέφουν τα βλέμματα από το σημείο εκείνο όπου θα ήθελαν να τα καρφώσουν, να τα καρφώσουν εκεί ακριβώς απ’ όπου θα ήθελαν να τα αποστρέψουν, να αλλάζουν το γένος πολλών επιθέτων στο λεξιλόγιο τους, κοινωνικός καταναγκασμός ασήμαντος σε σύγκριση με τον εσωτερικό καταναγκασμό που η διαστροφή τους- ή ό,τι κακώς αποκαλούμε έτσι, τους επιβάλλει όχι πια απέναντι σε άλλους αλλά απέναντι στον εαυτό τους κι έτσι ώστε στον εαυτό τους να μη φαίνεται διαστροφή…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s