ceb1cf81ceb9ceacceb4cebdceb7-2

Ἀντίγραφα τῶν Μαγεμένων τὰ ὁποῖα ἐκτέθηκαν στὴν ΔΕΘ κατὰ τὸ β’ μισὸ τοῦ 2015. Κάποια στιγμὴ θὰ τοποθετηθοῦν σὲ σημεῖο τῆς πόλης τὸ ὁποῖο θὰ καθοριστεῖ.

Οἱ Μαγεμένες ἢ Εἴδωλα ἦταν ἀγάλματα τοῦ 2ου μ.Χ. αἰ. στὴ νότια πλευρὰ τῆς ρωμαϊκῆς Ἀγορᾶς τῆς Θεσσαλονίκης, λίγο πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν Ἐγνατία. Ἡ ἀκριβὴς ἀρχικὴ τοποθεσία τους εἶναι ἄγνωστη.

Κάποια στιγμὴ στὸν 19ο αἰώνα, ὁ Σουλτὰνος τὰ ἔδωσε στὸν Γάλλο Ἐμ. Μιλέρ ὁ ὁποῖος τὰ ζητοῦσε. Ὅπως συμπεραίνει καθένας, ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἔχουμε στὴν Ἑλλάδα τὰ Ἐλγίνεια ἢ τὶς Μαγεμένες εἶναι οἱ Ὀθωμανοί. Τοὺς ὁποίους ἐπαινοῦν πολλοὶ στὴν Ἑλλάδα, ἀφελεῖς ἢ ἐπιτήδειοι, γιὰ τὴν πολυπολιτισμικὴ πολιτική τους. [Πηγή]

Και επίσης, κάτι παλαιότερο:

Εθνικά σπαράγματα [Σειρά], του Μαν. Βαρδή [1] // 17.8.2012

Las Incantadas

To «εθνικό», αυτό που κάποιοι θα ονόμαζαν εθνική συνείδηση, είναι τόσο προφανές όσο και άρρητο. Σε μία εποχή κρίσης και κατάρρευσης λοιπόν, ας μην το βγάζουμε έξω από τη διαπραγμάτευσή μας. Ίσως, ίσως εκεί είναι και το μυστικό της εξόδου (σχόλιο του Μαν. Βαρδή)

Ο Έλγιν της Θεσσαλονίκης ήταν ένας Γάλλος σοφός πενήντα ενός χρονών ονόματι Εμανουέλ Μιλέρ, ειδήμων «παλαιογράφος». Ο Μιλέρ είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του Ναπολέοντα Γ’ για το σχέδιο του να εξετάσει τις συλλογές των βιβλιοθηκών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας […] Το καλοκαίρι του 1864 ο Μιλέρ επισκέφθηκε τη Θάσο, [νησί] που αποτελούσε προσωπική περιουσία της αιγυπτιακής δυναστείας της εποχής, που ο ιδρυτής της ο Μεχμέτ Αλή είχε γεννηθεί στο παρακείμενο λιμάνι της Καβάλας. Παντού έβρισκε «ίχνη μιας belle époque» αλλά και ίχνη «απερίγραπτης βαρβαρότητας». Και όμως, έβρισκε «τη ζωή του αρχαιολόγου …εξαιρετικά ελκυστική, παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες» […]

Η καλύτερη ψαριά όμως του Μιλέρ δεν είχε έρθει ακόμα. Ενώ περίμενε το καράβι που θα’ στελνε η Γαλλία, οι σκέψεις του στράφηκαν πάλι προς τη Θεσσαλονίκη και τις καρυάτιδες. «Τα εμπόδια που προβλέπω είναι η ζήλια των Ελλήνων και οι ξένοι πρόξενοι», έγραψε. «Αν το θελήσει η Τύχη να πάρω εκείνα τα’ αγάλματα! Σκεφτείτε: οκτώ αγάλματα, μιας πολύ ωραίας περιόδου, ακρωτηριασμένα βέβαια, αλλά και τι μ’ αυτό;». Ήταν απαισιόδοξος, αλλά, ακούγοντας ότι επρόκειτο να κατεδαφιστούν τα τείχη της πόλης, του’ ρθε ζαλάδα όταν αναλογίστηκε πόσο πολλά πράγματα θα έρχονταν στο φως. «Βιάζομαι να σου στείλω την καλή, την μεγάλη είδηση…Ο Σουλτάνος, μέσω του Μεγάλου Βεζύρη, του Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αποκολλήσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Σαλονίκης που ήθελα τόσο πολύ».

Η γαλλική διπλωματία είχε κάνει τη δουλειά της: τα υπόλοιπα εξαρτιόνταν απ’ αυτόν. Ο ντόπιος πληθυσμός υπήρχε περίπτωση να οργιστεί πολύ, όπως και ν’ αλλάξουν γνώμη οι Τούρκοι. Στο γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονίκης είχε φτάσει γράμμα από το Παρίσι που τον διέταζε να πάρει όχι μόνο τις καρυάτιδες, αλλά όλο «το μνημείο στο σύνολό του», απόφαση που τον έφερε σε αμηχανία, γιατί το καράβι που του είχαν στείλει δεν ήταν αρκετά ισχυρό για να οργανώσει τη μεταφορά πέντε έως έξι τόνων μαρμάρου. Ο πασάς της Θεσσαλονίκης δέχθηκε φιλικά τον Μιλέρ [..] θα του παρείχε, του είπε, ό,τι χρειαζόταν, άνδρες, στρατιώτες, κάρα. Μα οι ειδήσεις για τα σχέδια του απλώνονταν και υπήρχε μεγάλη αναταραχή. «Ο πληθυσμός έχει ήδη αρχίσει να εξάπτεται και να δυσανασχετεί», έγραφε ο Μιλέρ… «Είναι έξαλλοι που θα πάρω αυτά τα αγάλματα, τα οποία έχουν υποστεί τόσες φθορές». Δεν μπορούσε να καταλάβει στ’ αλήθεια γιατί, τη στιγμή που οι γενίτσαροι συνήθιζαν να τα πυροβολούν για πλάκα και που ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που είχε χτιστεί γύρω τους έσπαγε κομμάτια και τα πουλούσε στους τουρίστες. Μετά από τέτοια συμπεριφορά πώς μπορούσαν οι ντόπιοι κάτοικοι να νιώθουν οργή που αυτά θα περνούσαν σε πιο ασφαλή χέρια;

Τα αγάλματα βρίσκονταν σ’ ένα σοκάκι στην καρδιά της συνοικίας Rogosκαι ο Μιλέρ σκόπευε ν’ αποκλείσει την περιοχή με στρατιώτες, ώστε αυτός και οι άντρες του να μπορούν να δουλέψουν χωρίς περισπασμούς από τους ντόπιους. Μόλις άρχισαν όμως οι εργασίες, τα προβλήματα πλήθυναν. Πρώτον, ο Εβραίος ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου βρίσκονταν προσπάθησε να δημιουργήσει φασαρίες και επέμεινε να δει το φιρμάνι του Μιλέρ. Το πρόβλημα αυτό το έλυσε ο πασάς, δεσμευόμενος ότι θ’ αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη για τις όποιες ζημιές. Μα η λαϊκή κατακραυγή δεν κόπασε. Καθώς οι ναύτες του ετοίμαζαν τα κάρα που θα μετέφεραν τα μάρμαρα στην αποβάθρα, «γέμισε ο τόπος κόσμο, και ο πληθυσμός αντέδρασε με πρωτοφανή τρόπο- εξωπραγματικές διαδόσεις, κουτσομπολιά, απίστευτοι παραλογισμοί. Όλοι οι ξένοι πρόξενοι θα τηλεγραφούσαν στην Κων/πολη για να εμποδίσουν την απομάκρυνση των αγαλμάτων». Ακούστηκε ακόμη και ότι ο Μιλέρ σχεδίαζε να μεταφέρει πάνω σε κάρα την αψίδα του Γαλερίου. [..] Τα σημάδια της έχθρας όμως δεν τελείωναν, είτε από τους Εβραίους είτε από τους Τούρκους, οι οποίοι εξακολουθούσαν να ελπίζουν σε ακυρωτική διαταγή του σουλτάνου. Οι Γάλλοι ναύτες δέχτηκαν επίθεση, όπως και ο ίδιος ο Μιλέρ. [..] Μολονότι το άνω επιστύλιο και τα’ αγάλματα κατέβηκαν τελικά, για να μεταφερθούν στο λιμάνι, έπρεπε μία ομάδα από οκτώ βουβάλια να πορευτεί μέσα από πολυδαίδαλα σοκάκια γεμάτα αυλακιές, λάσπες και σκουπίδια. Περνώντας μέσα από το παζάρι, τα ζώα άνοιξαν δρόμο ανάμεσα σε κουφάρια που σάπιζαν και στις «δυσώδεις οσμές» τους. Αναγουλιασμένος, πολύ αγχωμένος, ταλαιπωρημένος από την αϋπνία, αποκαμωμένος από τη συνεχή παρουσία του πλήθους που τους ακολουθούσε παντού, ο Μιλέρ και τα ζώα του έκαναν μιάμιση ώρα να βγουν στο λιμάνι…Δεν είχε εγκαταλείψει το στόχο του να αποστείλει όλο το μνημείο [«Δεν υπάρχει, πιστεύω, στο Παρίσι άλλο αρχαίο μνημείο τέτοιου μεγέθους»], όταν έμαθε πως η Γαλλία δεν θα έστελνε άλλα πλοία.«Αυτό δεν θα πείραζε», παραπονέθηκε, «στην αρχή, όταν το μνημείο ήταν ακόμα ακέραιο, αλλά τώρα η κατάσταση δεν είναι η ίδια, γιατί όλα τα μάρμαρα είναι μέσα στο δρόμο και δεν μπορούμε να τα’ αφήσουμε εκεί. Θα’ πρεπε να τα σπάσω για να ελευθερώσω το δρόμο, αλλά τι δυσάρεστη αναγκαιότητα! Τότε θα’ χαν δίκιο να μας πουν βαρβάρους. Θα’ ταν προτιμότερο να’ χαμε αφήσει το μνημείο και να είχαμε αρκεστεί στην αφαίρεση των αγαλμάτων. Το να το καταστρέψουμε, να κατεβάσουμε όλα τα κομμάτια που τα’ αποτελούν, κι ύστερα να τα σπάσουμε, αυτό είναι πράξη Βανδάλων». Πλησίαζε ο χειμώνας: μετά τις βροχές είχε πλακώσει παγωνιά, και οι αγωγιάτες με τα βουβάλια αρνιόνταν να εμφανιστούν. Είχε βάλει τα υπόλοιπα μάρμαρα κατά μήκος του τοίχου ώστε να μην εμποδίζουν την κυκλοφορία και είχε αφήσει τέσσερις μεγάλες πλάκες στη μια πλευρά. Είτε θα τα’ παιρναν κάποιαν άλλη στιγμή, είτε μπορούσαν να τα δώσουν για την οικοδόμηση της νέας Εκκλησίας, που χτιζόταν εκεί κοντά. Ο Μιλέρ ήταν πια εξαντλημένος, νοσταλγούσε την πατρίδα του και δεν άντεχε άλλο. Στα μέσα Δεκεμβρίου έφυγε με το καράβι για το Παρίσι, αναγκασμένος ν’ αφήσει πίσω του τα μεγαλύτερα κομμάτια, τις περισσότερες κολόνες και τα διαμελισμένα λείψανα του πιο εντυπωσιακού ίσως αρχαιολογικού μνημείου της πόλης.

[απόσπασμα από το βιβλίο του Mark Mazower, Θεσσαλονίκη. Πόλη των Φαντασμάτων, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006 (2004), σσ. 264-270)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s