damaskinos

Στο αρχιεπισκοπικό ζήτημα του 1938-1941 αναμετρήθηκαν δύο αντιλήψεις για τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους. Ο Χρύσανθος εθεωρείτο περισσότερο αποδεκτός ως θρησκευτικός ηγέτης από τις κοινωνικοπολιτικές ελίτ της ελληνικής πρωτεύουσας όχι μόνο λόγω της συντηρητικής του πολιτικής τοποθέτησης, αλλά και λόγω της εκκλησιαστικής- πολιτικής του νοοτροπίας και συμπεριφοράς η οποία δεν αμφισβητούσε την πρωτοκαθεδρία της πολιτείας και κατ’ επέκταση της πολιτικής ηγεσίας έναντι της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής ηγεσίας. Την ίδια διακριτική στάση, στάση αναχωρητισμού από το πολιτικό προσκήνιο αλλά έντονου παραγοντισμού στο παρασκηνιακό περιβάλλον των κέντρων εξουσίας, όπως της κατοχικής κυβέρνησης Ι. Ράλλη, τήρησε και μετά την έκπτωσή του από τον θρόνο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Η οκταετία της αρχιεπισκοπικής θητείας του Δαμασκηνού και λόγω της πολιτικής του νοοτροπίας και περισσότερο λόγω της πολιτικής του δράσης στην Κατοχή ως «εθνάρχη» και στην αμέσως μεταπελευθερωτική περίοδο ως αντιβασιλέα, τελικά αποτέλεσε μία ηχηρή παραφωνία και κινήθηκε στον αντίποδα του προτύπου του εκκλησιαστικού ηγέτη που αντιπροσώπευαν ο Χρύσανθος και οι περισσότεροι προκάτοχοί του. Η ελλιπής νομιμοποιητική βάση των κατοχικών κυβερνήσεων επέτρεψε στον Δαμασκηνό να προσπαθήσει να ανατρέψει έστω προσωρινά τη σχέση υποταγής της εκκλησιαστικής ηγεσίας στην «κοσμική» εξουσία με αποτέλεσμα τη δημιουργία του ιδιότυπου φαινομένου της διττής εκπροσώπησης της ελληνικής κοινωνίας έναντι των κατοχικών δυνάμεων.

chrysanthos_filippides

Η πολιτική τους συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της Κατοχής είναι βέβαιο ότι καθορίστηκε από την επιδίωξη του ενός να διατηρήσει και του άλλου να επανακτήσει τον θρόνο του. Η πολιτική τους διαφορά δεν ήταν μόνο ότι σύμφωνα με τους πολιτικούς όρους της προπολεμικής Ελλάδας ο Δαμασκηνός ανήκε στη βενιζελική και ο Χρύσανθος στην βασιλόφρονα παράταξη. Αν και οι πολιτικές εξελίξεις και οι κοινωνικές ζυμώσεις συντελούνταν με ταχύτερους ρυθμούς από όσο μπορούσαν να τις παρακολουθήσουν οι περισσότεροι από τους παρατηρητές της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα, ο Δαμασκηνός έδειχνε πως είχε έγκαιρα διαγνώσει ποια ήταν η κυρίαρχη πολιτική αντίθεση στην χώρα πριν ακόμα και από την απελευθέρωση. Αυτή δεν θα ήταν ενδοαστική αλλά θα εκδηλωνόταν ως σύγκρουση ανάμεσα στις νέες δυνάμεις που αναδείχθηκαν από την Κατοχή και εκπροσωπούσαν πολιτικά την ευρεία κοινωνική συμμαχία της Αριστεράς από τη μια, και το σύνολο του προπολεμικού κατεστημένου από την άλλη πλευρά. Στο πλαίσιο αυτό ο Δαμασκηνός διαδραμάτισε ουσιαστικά ρόλο επιδιαιτητή ανάμεσα στις δύο αστικές παρατάξεις του μεσοπολέμου ενώ ο Χρύσανθος μετά την εκθρόνισή του αντίθετα λειτούργησε ως τοποτηρητής του αρχηγού μιας από τις δύο τους. Οι συνθήκες του διαφαινόμενου εμφυλίου πολέμου διατήρησαν τον Δαμασκηνό στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ενώ η διάγνωση από το 1943 της προοπτικής ότι δεν θα συντελούνταν ομαλά η επιβολή ενός μεταπολεμικού φιλοβρετανικού καθεστώτος στην Ελλάδα, απέκλεισε την επαναφορά του Χρύσανθου.

Η πολιτική πλευρά του αρχιεπισκοπικού ζητήματος το 1941 εξέφρασε ακόμα τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τάσεις για την αντιμετώπιση από την εκκλησιαστική ηγεσία της νέας πολιτικής κατάστασης στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η γραμμή του Χρύσανθου ως αρχιεπισκόπου στους δυόμισι πρώτους μήνες της Κατοχής ήταν η πολιτική της ανυπακοής και της άρνησης της συνεργασίας. Μετά την έκπτωσή του ακολούθησε ως πρόσωπο γραμμή πολιτικής αντίστασης, πολιτική που θεσμικά ως προκαθήμενος της κρατικής Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει, γιατί θα προκαλούσε ανοικτή σύγκρουση της Εκκλησίας με το κατοχικό κράτος. Η γραμμή του Δαμασκηνού πριν υιοθετήσει το 1944 τη γραμμή του προκατόχου του, δηλαδή της πολιτικής ανυπακοής, ήταν η πολιτική της παθητικής συνεργασίας στο πλαίσιο της αναγκαστικά ρεαλιστικής προσαρμογής. [..] Η ανάδειξη του Δαμασκηνού αποτέλεσε στο πεδίο της εκκλησιαστικής ηγεσίας εκδήλωση της προσπάθειας να εναρμονιστούν οι θεσμοί της κρατικής διοίκησης με τις νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που δημιουργούσε η Κατοχή. Εξέφρασε στους εκκλησιαστικούς κύκλους την ίδια προσαρμοστική τάση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία στήριξε αρχικά και για μικρό χρονικό διάστημα την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου. Κατόρθωσε, όμως, να προφυλάξει την ανώτατη συλλογική ηγεσία της Εκκλησίας από το ενδεχόμενο της μετάπτωσης από την αναγκαστική υπακοή σε πλειοδοσία συνεργασίας με τις δυνάμεις κατοχής. Έτσι η Ιερά Σύνοδος θεωρείται ότι τήρησε μια εθνικά «αξιοπρεπή» στάση και ανταποκρίθηκε στις αυξημένες απαιτήσεις των ειδικών κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, όχι λόγω κάποιων πολιτικά τολμηρών κινήσεων ή και πρωτοβουλιών που τελικά δεν ανέλαβε, αλλά εξ αιτίας της κάλυψης που παρείχε σε δύσκολους αρχιεπισκοπικούς χειρισμούς όσον αφορά σε λεπτά πολιτικά ζητήματα

Πηγή: Γρηγόρης Ψαλλίδας, Συνεργασία και Ανυπακοή. Η πολιτική της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κατοχή (1941-1944), εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2016, 63-65

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s