Το νέο του μυθιστόρημα εξελίσσει τη θεματολογία που τον απασχόλησε στο Σημείο Ωμέγα του 2010: τον χρόνο και τη θνητότητα. Τιτλοφορείται Zero K και θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ από τις εκδόσεις Scribner τον Μάιο και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Εστία το φθινόπωρο. Ο τίτλος παραπέμπει σε μια πολύ χαμηλή θερμοκρασία, θερμοκρασία κατάψυξης του ανθρώπινου σώματος, με τις μεθόδους της κρυονικής. «Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία αλλά για καθαρή επιστήμη» διευκρίνισε ο Ντελίλλο και διάβασε αποσπάσματα από το μυθιστόρημα που παρακολουθεί τον δισεκατομμυριούχο Ρος Λόκχαρτ και την ασθενή σύζυγό του Άρτις καθώς προετοιμάζονται για τη διαδικασία κατάψυξης στις απομονωμένες εγκαταστάσεις ενός Ινστιτούτου Κρυονικής. Τη γέννησή μας δεν τη διαλέγουμε. Να μη διαλέγουμε έστω τον θάνατό μας; αναρωτιούνται οι χαρακτήρες, που δεν σκοπεύουν να αποδεχθούν τη μοίρα που τους ορίστηκε [εδώ]

Instead, DeLillo pursues more ethereal questions. The Convergence conveniently is staffed by priestly men and women who hold forth on technology, societal collapse, and fear of death. The world, one of them intones, “is being lost to the systems. To the transparent networks that slowly occlude the flow of all those aspects of nature and character that distinguish humans from elevator buttons and doorbells.” DeLillo is hardly the first novelist to explore the depersonalizing effects of personal technology—the “touch-screen storm” that makes one “an involuntary man.” But few novelists have scrutinized more closely the nexus where technology, identity, and mortality meet. This is a sticky web and requires some delicate untangling.

The Convergence is in one aspect a shrine to technology. Its cryogenic pods offer a refuge from mortality. But the compound is also, for its inhabitants, a refuge from technology. There is no Wi-Fi. There is no LTE. There are, however, a surfeit of chambers designed—exactly by whom we don’t know—for quietude and contemplation. Besides the art installations there are empty rooms and walled gardens, landscaped in the English manner, with benches that resemble church pews. Jeffrey encounters in one of these gardens a monkish figure wearing a silver skullcap. The man explains that he likes to sit on the bench and imagine returning to the garden in the distant future after his rebirth, where he will think about how he used to sit on this garden bench, imagining that very moment. “People who spend time here find out eventually who they are,” he tells Jeffrey. “Not through consultation with others but through self-examination, self-revelation.” [πηγή]

Sonoya Mizuno and Alicia Vikander in Alex Garland’s film <i>Ex Machina</i>, 2015
Sonoya Mizuno and Alicia Vikander in Alex Garland’s film Ex Machina, 2015
Advertisements

One thought on “Μεταμοντέρνος θάνατος και Ιερό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s