Πηγή

του Βαγγέλη Ιντζίδη

Στις υπερεθνικές εκπαιδευτικές πολιτικές (ΟΗΕ -ΟΥΝΕΣΚΟ – ΟΟΣΑ) τίθεται ως προτεραιότητα η παγκόσμια ικανότητα/επάρκεια [global competence] της Γνώσης και της Κατανόησης ,  «η εξοικείωση των μαθητών με τα παγκόσμια προβλήματα της κλιματικής αλλαγής, της μετανάστευσης, της φτώχειας και η άσκησή τους ώστε να κατανοούν τις συσχετίσεις ανάμεσα στις τάσεις και τα συστήματα στον πλανήτη». Κάτι τέτοιο μπορεί να αναγνωστεί με όρους αποικιοποίησης του κοινωνικού από το οικονομικό, δηλαδή μιας (νεοφιλελεύθερης) εκκένωσης της δημοκρατίας από την συμμετοχή του δήμου και με κυριαρχία των αγορών στη λήψη αλλά και στην εφαρμογή αποφάσεων.

Σε μια τέτοια ανάγνωση το σχολείο είναι αυτό που ήταν και κάποτε. Τα σχολεία σύμφωνα με την ιδεολογία της μετάβασης  εκπαιδεύουν τους μαθητές τους σε μια μετάβαση από το τοπικό στο παγκόσμιο,  αλλά με όρους εγκατάλειψης των κοσμοθεάσεων που φέρνουν ως πόρο στο σχολείο, κοσμοθεάσεων άμεσα συσχετισμένων με τις κοινωνικές διαδικασίες και τις κοινωνικές πρακτικές κατασκευής και διαπραγμάτευσης του νοήματος.  Κι ενώ θα εγκαταλείπεται ο κεντρικός κρατικός έλεγχος με μια ρητορική περί αυτονομίας παιδαγωγικής και οικονομικής,  θα επανέρχεται και πάλι αναδομημένος σε στάνταρντς, κλίμακες και άλλα εργαλεία,  που το κράτος πλέον ως μεταφραστής των υπερεθνικών εργαλείων θα εφαρμόζει,  με τα σχολεία να εξειδικεύουν  με στόχευση την εγκατάσταση εκείνων των κοσμοθεάσεων που κάθε ιδεολογία μετάβασης νομιμοποιεί.

΄Ετσι η αυτονομία των σχολείων γίνεται το πώς θα εφαρμόσουν περισσότερο αποτελεσματικά το «τι »της μάθησης,  όπως αυτό θα ορίζεται από τα υπερεθνικά εργαλεία αλλά και τις εθνικές (παρα)αναγνώσεις τους.  Σε αυτή την περίπτωση η ικανότητα της Γνώσης και της Κατανόησης  σημαίνει ένα σχολείο όπου τα παιδιά θα μαθαίνουν να δέχονται εκείνες τις κοσμοθεάσεις σύμφωνα με τις οποίες τα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής, της  μετανάστευσης, της φτώχειας  θα αντιμετωπίζονται ως προβλήματα που προκύπτουν εκτός ιστορίας.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως η σχολική αυτονομία αποκτά περιεχόμενο με βάση μια ιδεολογία μετάβασης και η εκπαίδευση κυριαρχείται από το παραδοσιακό μοντέλο της κάθετης ιεραρχίας με βάση την αυθεντία, που όμως πλέον θα δομείται υπερεθνικά χωρίς  δυνατότητα κοινωνικού δημοκρατικού ελέγχου. Αυτή είναι η αντίφαση,  και θα έλεγα, η παραπλανητική και αντιδημοκρατική ρητορική όλων όσων έχουν εμποτιστεί από τη νεοφιλελεύθερη τύφλωση των εκπαιδευτικών πολιτικών αλλά και της σχολικής αυτονομίας συγκεκριμένα. Πρόκειται πράγματι για καινοτομίες ώστε να εκσυγχρονιστούν τα σχολεία σε άσυλα άγνοιας του 21ου αιώνα.

Αν όμως η ικανότητα/επάρκεια της Γνώσης και της Κατανόησης αναγνωστεί ως εκπαιδευτική μεθοδολογία τότε μπορούμε να μιλούμε για σχολεία στα οποία οι μαθητές ασκούνται πώς να λαμβάνουν αποφάσεις για τη δική τους μάθηση. Αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση αξιοποίησης των υπερεθνικών εργαλείων. Το σχολείο σε αυτήν την περίπτωση δύναται να απεικονίσει μια αυτόνομη ιδεολογία εκκινώντας από τη δημοκρατική συμμετοχή των υποκειμενικοτήτων που διαμορφώνονται από τη συμμετοχή τους στο στόχο να διερευνούν  και να ορίζουν τις συσχετίσεις τους με τα τοπικά προβλήματα αλλά και την υπερτοπική –παγκόσμια διασύνδεσή τους.  Οι μαθητές  καλούνται να επαναδομήσουν τις κοσμοθεάσεις τους μέσα από την ερμηνεία των εμπειριών τους στις συμμετοχικές διαδικασίες της σχολικής κοινότητας (ιδεολογία της ερμηνευτικής).

Τι είναι λοιπόν αυτονομία αν όχι η αναγνώριση ότι πριν από κάθε μεταρρύθμιση στο σχολείο υπάρχουν ζώσες υποκειμενικότητες και πως δεν πρόκειται για έναν in vitro σχεδιασμό,  που κάποια αυθεντία ατομική ή/και συλλογική επιβάλλει;  Η αυτονομία ασκείται μέσω της συμμετοχής και δεν επιβάλλεται. Το πρόταγμα «πρέπει να γίνετε αυτόνομοι» αποτελεί μια προπαγανδιστική προσταγή που νομιμοποιείται μέσω αυθεντιών. Λοιπόν,  η αυτονομία των σχολείων σημαίνει συμμετοχή των εμπλεκομένων στο σχεδιασμό της εκπαίδευσής τους, της αλληλεπίδρασής τους καθώς και  έλεγχο  μέσω της συμμετοχής τους στη λήψη αποφάσεων-κλειδιών με παράλληλη κατανομή δύναμης και κύρους πέρα από αναθέσεις σε επιμέρους ομάδες του εκπαιδευτικού θεσμού.

Αν το στοίχημα είναι το πέρασμα των σχολείων από την κυριαρχία της αυθεντίας στην κατανομή της συμμετοχής προς έναν συνδυασμό του αυτόνομου και δημοκρατικού μοντέλου,  τότε αυτό το στοίχημα δεν διατυπώνεται με σαφήνεια στο κείμενο των πορισμάτων του εθνικού διαλόγου για την παιδεία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s