MTIwNjA4NjMzNzc3MjYwMDQ0

«Σύντροφε! Monsieur! Αχ, τι ωραία λέξη! Και εκείνοι οι δύο, τέτοιοι που ήσαν, την έκαναν καταραμένη. Τους κοίταξα. Θυμόμουν τα ψέματά τους, τις υποσχέσεις τους, τις απειλές τους, και όλες τις μέρες της δυστυχίας μου. Γιατί δεν με είχαν αφήσει στην ησυχία μου, όταν δραπέτευσα από τη φυλακή; Τους κοίταξα, και σκέφτηκα ότι όσο ζούσαν, δεν θα ήμουν ελεύθερος. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε άλλοι σαν κι εμένα, με ζεστή καρδιά και αδύναμο μυαλό. Γιατί το ξέρω, monsieur, δεν έχω γερό μυαλό. Ένας μαύρος θυμός με είχε πλακώσει- ο θυμός του απόλυτου εθισμού- αλλά, όχι ενάντια στην κοινωνική δικαιοσύνη. Α, όχι!

Πρέπει να ζήσω ελεύθερος!, φώναξα, σαν λυσσασμένος.

Vive la liberte! ουρλιάζει εκείνος ο ρουφιάνος, ο Μαφίλ. Mort aux bourgeois, που μας έστειλαν στην Καγιέν! Δεν θ’ αργήσουν να καταλάβουν ότι είμαστε λεύτεροι.

Ο ουρανός, η θάλασσα, ο ορίζοντας ολόκληρος, είχαν γίνει κόκκινοι, κόκκινοι στο χρώμα του αίματος, ένα γύρω στη βάρκα. Τα μηνίγγια μου χτυπούσαν τόσο δυνατά, που απορούσα πως δεν τα άκουγαν. Πώς κι έτσι; Πώς γινόταν και δεν καταλάβαιναν;

Άκουσα τον Σιμόν να ρωτάει: Δεν κάναμε πια αρκετό κουπί;

Ναι, αρκετά. Τον λυπόμουν αυτόν. Τον άλλον ήταν που μισούσα. Σήκωσε τα κουπιά, αφήνοντας έναν δυνατό αναστεναγμό, και καθώς ύψωνε το χέρι να σκουπίσει το μέτωπό του, με το ύφος ανθρώπου που έχει τελειώσει τη δουλειά του, τράβηξα τη σκανδάλη και τον πυροβόλησα, ίσια στην καρδιά, από το γόνατο, όπως ήμουν καθισμένος.

Σωριάστηκε κάτω, με το κεφάλι του κρεμασμένο έξω από το πλευρό της βάρκας. Δεν του έριξα δεύτερη ματιά. Ο άλλος άφησε μία διαπεραστική κραυγή. Μια, μόνο, κραυγή φρίκης. Ύστερα, όλα έμειναν ακίνητα.

Γλίστρησε από τον πάγκο, και γονατίζοντας, σήκωσε τα δεμένα χέρια του μπροστά στο πρόσωπό μου, σε μία στάση ικεσίας, Έλεος, ψιθύρισε, σβησμένα. Λυπήσου με!- σύντροφε.

Αχ, σύντροφε, είπα, με χαμηλή φωνή. Ναι, βέβαια, σύντροφε. Καλά, εμπρός, φώναξε Vive l’ anarchie!

Τίναξε ψηλά τα χέρια του, το πρόσωπό του στραμμένο στον ουρανό και το στόμα ορθάνοιχτο σε ένα ουρλιαχτό απελπισίας. Vive l’ anarchie! Vive…..

Σωριάστηκε, με μία σφαίρα στο κεφάλι.

Τους έριξα και τους δύο έξω από τη βάρκα. Πέταξα μακριά και το περίστροφο. Μετά, κάθησαν να ηρεμήσω. Επιτέλους, ήμουν ελεύθερος! Επιτέλους. Δεν κοίταξα καν προς τη μεριά του πλοίου. Δεν μ’ ένοιαξε….

Τζόζεφ Κόνραντ, Ένας Αναρχικός, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2015, 70-72

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s