coronation-of-the-virgin-big

Το 1950 ο Πάπας Πίος ο ΙΒ’ με τη Βούλλα Munificentissimus διακηρύσσει ότι η Αειπάρθενος Μαρία ανυψώθηκε (μετέστη) με το σώμα και την ψυχή της στην ουράνια δόξα. Η Θεοτόκος, δηλαδή, απηλλάγη της φθοράς του μνήματος και όπως και ο Υιός της, ανυψώθηκε με σώμα και ψυχή στην ουράνια δόξα. Δεν προσδιορίζεται, βέβαια, εάν αυτή μετέστη όσου ζούσε, πριν δηλαδή δεχθεί φυσικό ή βίαιο θάνατο, όμως πουθενά στο κείμενο του Πάπα δεν αναφέρεται θάνατος της Θεοτόκου, ενώ ξέρουμε ότι το ρωμαιοκαθολικό δόγμα της Άσπιλης Σύλληψης βρίσκεται πίσω και από το ζήτημα της Μετάστασης. Η Μετάσταση και όχι η Ανάσταση αυτής, διότι η Μετάσταση ανταποκρίνεται καλύτερα στην Ανάληψη του Χριστού, πρόκειται για μία αντιστοιχία που- με ερμηνεία του Α΄Κορ. 15,54- επιτρέπει την «αλλαγή» του θνητού της σώματος, όταν αυτή αναχωρούσε από τη γη.

Κατά ταύτα, η αντίληψη περί θανάτου της Θεοτόκου παραμένει έκτοτε «ευσεβής γνώμη» ή «κοινή γνώμη», χωρίς να ανάγεται σε ρωμαιοκαθολικό δόγμα- φυσικά λόγω των αντιρρήσεων που δημιούργησε. Στη Βούλα ο Πάπας χρησιμοποιεί αγιογραφικά χωρία, τα οποία όμως παραδέχεται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί με ελεύθερο ερμηνευτικό τρόπο, αφού δεν υπάρχει βιβλική απόδειξη του εν λόγω δόγματος: δύο σημαντικά χωρία, στα οποία παραπέμπουν, είναι το Άσμα Ασμάτων 3,6 με την γυναίκα «που ανεβαίνει από την έρημο, τεθυμιαμένη με σμύρνα και λίβανο» και το Αποκ. Κεφ. 12 με το όραμα του Ιωάννη για μία «γυναίκα στον ουρανό, περιβεβλημένη με ήλιο και η σελήνη κάτω στα πόδια της». Σε ευρύτερη θεολογική συνάρτηση προσάγονται επίσης το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο (Γεν. 3,15) και ο «αγγελικός χαιρετισμός» (Λουκ. 1,28), χωρία τα οποία θεμελιώνουν, υποτίθεται, το Regina in coelum assumpta, ως εξής: όπως το βασιλικό αξίωμα του Χριστού αρχήν λαμβάνει με την σάρκωσή Του, τελειώνεται στο απολυτρωτικό έργο του Σταυρού και ανακηρύσσεται με την Ανάληψη, έτσι και το βασιλικό αξίωμα της Μαρίας αρχίζει από την (άμωμη) σύλληψη της, συνεχίζεται με τη συνεργία της στο απολυτρωτικό έργο (το «γένοιτο μοι» και η παρουσία της στον Κρανίου τόπο), τελειοποιείται και ανακηρύσσεται με την μετάστασή της στους Ουρανούς.

Η Μετάσταση αποτελεί, λοιπόν, συμπλήρωμα της χάριτος που δόθηκε στην Παρθένο και αντισταθμίζει την κατάρα της Εύας. Η έλλειψη σαφών βιβλικών και πατερικών αποδεικτικών χωρίων κάνουν τον Πάπα να προσφεύγει στην αιτιολογία της Άσπιλης Σύλληψης: εφόσον δεν κληρονόμησε προπατορική αμαρτία, (άρα) δεν έχει και τις συνέπειες της αποσύνδεσης ψυχής- σώματος και της επιστροφής του σώματος στη γη. Επιπλέον, η διδασκαλία της Θεοτόκου ως Νέας Εύας, την κάνει να είναι ενωμένη κατά τρόπο άρρητο με τον Ιησού Χριστό και να αντιστοιχεί με το όλο Του σωτηριολογικό έργο. Όπως είναι Socia (του Χριστού), έτσι και αναλόγως είναι και Assumpta. Κατά συνέπεια, η Θεοτόκος δεν πέθανε, παρά το γεγονός ότι η παράδοση της Εκκλησίας σαφώς αναφέρεται στον θάνατο και την «Ανάσταση» αυτής. Η ασάφεια θα διατηρηθεί, και η διδασκαλία περί Νέας Εύας, χωρίς να επιβάλλει τον θάνατο της Θεοτόκου (γι’ αυτούς που το αρνούνται), αλλά και χωρίς να αγνοεί αυτόν (γι’ αυτούς που τον δέχονταν), μαρτυρεί για την «αφθαρσία» ως νίκη επί του θανάτου και για τη μη αποσύνδεση ψυχής και σώματος.

Ένα ακόμη επιχείρημα- ευσεβιστικής τάσης- έχει να κάνει με το γεγονός ότι μία Αειπάρθενος και Μητέρα του Λυτρωτή δεν μπορεί να υποστεί τη φθορά του θανάτου. Τελικά, ο θάνατος της Παναγίας, εάν και στο βαθμό που τον δέχονται κάποιοι από τους Ρωμαιοκαθολικούς, είναι αποτέλεσμα της ενσωματωμένης στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού συλλυτρωτικής ενέργειας αυτής, ως Socia Christi, ενώ κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας το να περικλείεται η Θεοτόκος στην ανθρωπότητα του προπατορικού αμαρτήματος, αναδεικνύει την επί ίσοις όροις μ’ Εκείνον αξίωση της θέωσης «εν χάριτι».

Η ενσώματη Μετάσταση της Θεοτόκου διδάσκεται από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως η (κατ’ αντιστοιχία προς την Ανάσταση και Ανάληψη του Ιησού Χριστού) ολοκλήρωση του συλλυτρωτικού της έργου για τους ανθρώπους. Από την Πατερική Παράδοση, αντίθετα, προβάλλεται αυτή ως ολοκλήρωση και τελείωση του σχήματος: ως Παρθένος παρέμεινε στο τάφο αδιάφθορος, όπως παρέμεινε και στον τόκο. Ως Παναγία, που αξιώθηκε της φυσικής μητρότητας του Λόγου, αξιώθηκε και της τέλειας και ολοκληρωμένης ένωσης με Εκείνον. Το βασιλικό της αξίωμα διδάσκεται από τους Πατέρες ως καθ’ υπέρβαση του ορισμένου χρόνου, που προσδιορίζει την Ανάσταση παρουσία της Θεοτόκου με σώμα μεταξύ των απ’ αιώνων Αγίων, καθώς μάλιστα έχουν προηγηθεί και άλλες μεταστάσεις , χωρίς όμως να τοποθετείται επέκεινα της καθολικής Κρίσης. Η Θεοτόκος αναμένει την Τελική Κρίση με ψυχή και σώμα στους Ουρανούς.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν έγκειται τόσο στο περιεχόμενο της ρωμαιοκαθολικής Μετάστασης (αν και είδαμε μία ομάδα Καθολικών ν’ αρνούνται ακόμα και τον θάνατο αυτής), όσο στο γεγονός ότι βασίζεται σε πλανημένες αποδείξεις (βιβλικές και πατερικές), έχει αναχθεί σε δόγμα από τους Πάπες και συνδυάζεται με την Άσπιλο Σύλληψη, δηλαδή με την εξαίρεση της από το προπατορικό αμάρτημα, γεγονός που «διασπά» την οικουμενικότητα και τη μοναδικότητα της λυτρωτικής παρουσίας του Ιησού Χριστού.

(Πηγή: Αμ. Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Η Παναγία Θεοτόκος Τύπος Χριστιανικής Αγιότητος, Αθήναι 1990) 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s