boytyras

Η πόλη στο έργο του Βουτυρά είναι στοιχείο του φόντου. Δεν υπάρχουν πουθενά περιγραφές της, ούτε γραφικότητα, ούτε νοσταλγία. Η πόλη είναι αφηρημένη στα χαρακτηριστικά και ο τόνος δίνεται στην υποκειμενική αφομοίωση των τοπίων της και στις παντοειδείς διαδρομές των ηρώων του. Έτσι, δεν την αντιμετωπίζει σαν σκηνικό αυτονομημένο από τους ανθρώπους που ζουν σ΄αυτό. Το έργο του είναι ανθρωποκεντρικό και συνιστώσα της μελέτης των ανθρώπων είναι το αστικό περιβάλλον. Η πόλη υπάρχει και ενοποιείται μέσα από τους κατοίκους της.

Αναμφίβολα, η πιο περιγραφική πόλη στο έργο του Βουτυρά είναι η Αθήνα του «Λαγκά». Από την άλλη, ένα παράδειγμα ακραίας αλληγορικής χρήσης είναι το σατιρικό διήγημα «Η γειτονιά των νάνων». Εκεί, η είσοδος του αφηγητή στην γειτονιά των άτεκνων γυναικών (η οποία χωρίζεται σε «πάνω» και «κάτω» από «ένα ρεματάκι ξερό, που μόνον όταν έβρεχε είχε νερό»!) γίνεται με γλαφυρά σεξουαλικό τρόπο: ο αφηγητής με τη γυναίκα του και τα οκτώ παιδιά του, με πλήθος αποσκευές και ένα ζωηρό σκύλο, πάνω «σε δυο-τρία αμάξια μακρουλά», εν είδει μακρόστενης πομπής γεμάτης ζωή (φωνές, γέλια, γαυγίσματα, πειράγματα) διεισδύει στη γειτονιά. Από τότε οι γυναίκες αρχίζουν να τεκνοποιούν και το διήγημα σχοινοβατεί πάνω στην λεπτή ειρωνεία. όμως και οι πιο ρεαλιστικές περιγραφές πόλης δεν στερούνται μεταφορών. Ο Πειραιάς στη «Σιδερένια πόρτα» περιγράφεται έτσι: «Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι σ’ αυτήν την πόλη δουλεύανε, δουλεύανε απ’ το πρωί ως το βράδυ. Πριν ακόμα το βαθύ σκοτάδι φύγει, τα βραχνά σφυρίγματα των εργοστασίων θ’ αρχίζανε να καλούν τους εργάτες, γέρους, νέους, κορίτσια, γυναίκες, στη δουλειά. Και μετά, όταν σωπάζανε, στους δρόμους τους υγρούς θα γινότανε μια μεγάλη κίνηση. Χιλιάδες άντρες, παιδιά, γυναίκες, κορίτσια κι ακόμα γέροι με κάτασπρα μαλλιά, τρέχανε βιαστικοί στην πρόσκληση των βραχνών σφυριγμάτων, ή των βραχνών φωνών που τους είχαν καλέσει.

Ο ήλιος ποτέ δεν έβλεπε, ή ποτέ δεν είχε δει αυτήν την κίνηση. Όταν έβγαινε θα φώτιζε έρημους δρόμους…». Δίπλα σ΄αυτή τη ρεαλιστική εικόνα, τα εργοστάσια που «κλείνανε μέσα τους τη ζωή, την κίνηση» περιγράφονται σαν «μαυρισμένα χτίρια μακριά, ασοβάτιστα, με κάτι ψηλούς, πανύψηλους λαιμούς, σα λαιμούς τεράτων μυθικών, αποκεφαλισμένων, που ξερνούσαν, έχυναν αντί αίμα, μαύρο καπνό».

Τέλος, η Αθήνα που ζει την έξαψη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 στον «Λαγκά» δίνει την ευκαιρία για μια τέτοια μεταφορική εικόνα: «Η Αθήνα βρισκόταν σε μια ταραχή, που έμοιαζε με την ταραχή νευρικιάς γυναίκας όταν τη θυμώνουν. Αν εξακολουθούσε αυτή η ταραχή, ή δυνάμωνε, ήταν αδύνατο να μην έβαζε τις φωνές, να μην έσπαγε πράγματα, έκανε ζημιές και στο τέλος να μην πάθαινε υστερισμούς»

[Βάσια Τσοκόπουλου, Ο Πειραιάς και το διήγημα της πόλης. Στο έργο του Βουτυρά ανιχνεύονται οι κοινωνικές συνθήκες και η ατμόσφαιρα της πόλης, Δημοσθένης Βουτυράς, ένας χειμαρρώδης διηγηματογράφος, Η Καθημερινή- Επτά Ημέρες, 8 Νοεμβρίου 1998, 17]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s