images

Στα δεξιά μου ήτανε ένας τύπος, εντελώς Γεηλόπουλος, με γκρι φανελέ κουστούμι και τοιουτίστικο γιλεκάκι καρό. Όλοι αυτοί οι κωλοπαιδαράδες από τα αϊβιλιγκάτα πανεπιστήμια- καρμπόν είναι. Εμένα ο πατέρας μου θέλει να με στείλει κάνα Γέηλ, μπορεί και κάνα Πρίνστον, όμως εγώ, και να σας τ’ ορκιστώ, σε αϊβιλιγκάδικο δεν πάω, που ούτε πεθαμένος, ρε Θεούλη μου! Και τελοσπάντων, αυτός ο Γεηλόπουλος είχε μαζί του και μια φοβερή κοπέλα. Πω ρε αδερφάκι μου, μια ευπαρουσίαστη που ήτανε. Αλλά, και πού να τους ακούγατε τι κουβεντιάζανε. Πεώτο και κύριο, ήτανε και οι δύο τους ελαφρώς κουρούμπελο. Κι αυτό που έκανε ο τύπος, για να καταλάβετε, ήτανε που της έβαζε και χέρι από κάτω απ’ το τραπέζι, και την ίδια ώρα τής έλεγε για ένα παιδί στον κοιτώνα του, που είχε πιει μια χούφτα ασπιρίνες και παραέτσι να αυτοκτονήσει. Η κοπέλα του’ λεγε όλο «Μα είναι τρομερό…Μη, αγάπη μου. Μη, σε παρακαλώ. Όχι εδώ μέσα». Φαντάσου δηλαδή, να βάζεις χέρι καμιανής, και να της λες την ίδια ώρα για ένανε που αυτοκτόνησε! Λιώμα με κάνανε αυτοί οι δύο

[J.D. Sallinger, Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης, εκδόσεις γράμματα, 111-112]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s