mesrine2

[..] Μέσα στο βάλτο υπήρχε μία σχεδία. Έβαλα εκεί πάνω το Ρασίντ ξαπλωμένο. Έκανα δύο δρόμους για να μεταφέρω τις αλυσίδες και τα βάρη. Δεν είχε κουνήσει απ’ τη θέση του. Θα μπορούσε να επιχειρήσει να πέσει στο νερό παρόλο που τα χέρια του και τα πόδια του ήταν δεμένα…Έστω και μία πιθανότητα στις χίλιες, δεν έπαυε να είναι μία πιθανότητα. Σε λίγα λεπτά, δεν θα είχε πια καμιά. Αντιδρούσε όπως οι μελλοθάνατοι που τους οδηγούν στην γκιλοτίνα…δέχονται τη μοίρα τους χωρίς ν’ αντιδρούν. Πέρασα μία αλυσίδα απ’ την τρύπα των 6 βαρών που τα είχα δέσει μεταξύ τους. Όταν πέρασα την άλλη αλυσίδα γύρω απ’ το λαιμό του Ρασίντ, μετά γύρω απ’ τη μέση του και τέλος γύρω απ’ τα πόδια του, τον ένιωσα να τρέμει. Έδεσα τις δύο αλυσίδες μεταξύ τους. Πως ήταν δυνατόν το δωδεκάχρονο παιδί που είχε κλάψει για το θάνατο ενός μελισσοφάγου να έχει φθάσει σ’ αυτήν την εγκληματική ψυχρότητα, στα 32 του;

Για το κακουργιοδικείο, αυτός ο διπλός φόνος ήταν διαβατήριο για το ικρίωμα αλλά αυτό μου ήταν εντελώς αδιάφορο. Για μένα, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ήταν απλώς ο νόμος της ζούγκλας, που ήταν ο κόσμος μου. Ήμουνα αμείλικτος, γιατί ήξερα πως αν ήμουνα εγώ στη θέση τους θα ήταν κι εκείνοι αμείλικτοι μαζί μου.

Στον κόσμο μας, μόνον ο πιο άγριος, ο πιο πονηρός, ο πιο σκληρός, έχει πιθανότητες να επιβιώσει. Αν μια μέρα, από λύπηση, χαρίσει τη ζωή σ’ έναν εχθρό του ή σ’ έναν αντίζηλο, καταδικάζει ο ίδιος τον εαυτό του σε θάνατο…, σ’ ένα θάνατο σκληρό εξαιτίας μιας στιγμής αδυναμίας. Ήμουνα μία τίγρη ανάμεσα σε τίγρεις, φίδια, λύκους, σκορπιούς και ύαινες…Τί ήταν ο Ρασίντ; Δεν είχε πια καμία σημασία.

Τον ανάγκασα να σηκωθεί. Στεκόταν στην άκρη της σχεδίας, με τα βάρη στα πόδια του. Κρατούσα τη «Λουπάρα» στα χέρια. Στο νερό του βάλτου καθρεφτιζόταν το φεγγάρι κι έκανε τη σκηνή να μοιάζει με εξωπραγματική. Χωρίς καμιά προειδοποίηση, τα δύο μου δάχτυλα τράβηξαν την σκανδάλη. Τού έριξα στην κοιλιά. Ο Ρασίντ χάθηκε μέσα στα κρύα νερά του βάλτου. Εγώ καθόμουν εκεί, στην άκρη. Μόνο μερικές φυσαλίδες ανέβηκαν στην επιφάνεια. Το σώμα του Ρασίντ βούλιαζε στη λάσπη. Έκανα μεταβολή κι αφού βεβαιώθηκα ότι το πορτ- μπαγκάζ ήταν καλά κλεισμένο, ξεκίνησα και πάλι. 15 χλμ παρακάτω, πήρα πάλι ένα στενό δρόμο όπου χωρούσε μόνο ένα αυτοκίνητο. Ήξερα πως υπήρχε κάπου εκεί ένα έρημο σπίτι, εντελώς απομονωμένο. Το διέκρινα στο φως των προβολέων μου. Έσβησα τη μηχανή αφήνοντας αναμμένα τα φώτα. Έβγαλα τον Μπεράν και τού ελευθέρωσα τα πόδια κόβοντας το σχοινί. Έτρεμε και μουρμούριζε παρόλο το φίμωτρο. Τον πήρα απ’ το χέρι.

«Προχώρα ως τον τοίχο»

Οι προβολείς τον φώτιζαν. Έκανε μερικά βήματα. Στηρίζοντας τη «Λουπάρα» στο γοφό μου, πάτησα τη σκανδάλη. Οι δύο ταυτόχρονα πυροβολισμοί έσχισαν τη σιωπή της νύχτας. Ο Μπεράν έπεσε πάνω στον τοίχο, με ανοιγμένο το κεφάλι. Αυτός κι ο φίλος του μού είχα;ν ζητήσει χρήματα…και να που τώρα τούς είχα ξεχρεώσει.

Χωρίς να κοιτάξω πίσω μου, κάθισα στο τιμόνι και τράβηξα ξανά για το αγρόκτημα. Έπρεπε να καταστρέψω και να εξαφανίσω τα ρούχα, τη «Λουπάρα» και τη μπάρα των βαρών μου. Όταν έφτασα σπίτι, τά έκανα όλα ένα δέμα και τα πέταξα στο ποταμάκι που κυλούσε 100 μέτρα μακρύτερα απ’ το σπίτι. Φώναξα ένα ταξί και πήγα σπίτι μου. Δεν υπήρχε φως στον όροφό μου. Η Ζανού κοιμόταν. Αθόρυβα, άνοιξα την πόρτα. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, ξύπνησε και μού χαμογέλασε. Τη φίλησα τρυφερά.

«Πέρασες ωραία βραδιά, αγάπη μου; Με ρώτησε.

-Πολύ ωραία, αγάπη μου…Ναι, πολύ ωραία!

[Ζακ Μερσίν, Το ένστικτο του θανάτου, μετ. Τέτη Χρονοπούλου, ελεύθερος τύπος, 136-137]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s