Ναι μεν αλλά….

Layout 1

H συγγραφέας καταφέρεται κατά των καθεστώτων του πρώην ανατολικού συνασπισμού. Όμως «..η κατάρρευση της Γερμανίας προκάλεσε επίσης μία κρίση ιδιοκτησίας. Στο τέλος του πολέμου οι γερμανοί επιχειρηματίες, διευθυντές και επενδυτές έφυγαν ή σκοτώθηκαν. Πολλά εργοστάσια απλώς εγκαταλείφθηκαν κι έμειναν χωρίς ιδιοκτήτη. Κάποιες φορές, τα ανέλαβαν εργατικά συμβούλια. Κάποιες άλλες, πήραν τα ηνία οι τοπικές αρχές. Οι περισσότερες από αυτές τις εγκαταλελειμμένες ιδιοκτησίες τελικά εθνικοποιήθηκαν- αν δεν είχαν ήδη πακεταρισθεί και μεταφερθεί αυτούσιες στη Σοβιετική Ένωση, η οποία θεωρούσε όλες τις «γερμανικές» ιδιοκτησίες ως θεμιτές πολεμικές επανορθώσεις- με εντυπωσιακά μικρή αντίσταση. Το 1945, η ιδέα ότι οι κρατούσες Αρχές μπορούσαν έτσι απλά να δημεύουν ιδιωτικές περιουσίες χωρίς να δίνουν την παραμικρή αποζημίωση αποτελούσε αξίωμα στην Ανατολική Ευρώπη» [σσ. 12-13] –άρα, συμπέρασμα;;

«H παρουσία της Σοβιετικής Ένωσης στην περιοχή ήταν αναμφίβολα το τυχαίο αποτέλεσμα της εισβολής του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση, των νικών του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ και στο Κουρσκ, και της απόφασης των δυτικών Συμμάχων να μην προωθηθούν βαθύτερα και ταχύτερα προς την Ανατολή, όταν ακόμα είχαν τη δυνατότητα. Είναι όμως ανακριβής η άποψη ότι η ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης δεν είχε ποτέ εξετάσει ως τότε το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής εισβολής στην περιοχή, ή ότι δεν ενδιαφερόταν για μια τέτοια ευκαιρία» [σ. 39]– άρα, συμπέρασμα;;

Η ιστοριογραφική μόδα της εποχής είναι η μόδα της εποχής. Από την κριτική στα μνημόνια μέχρι το κάθε τι. Δεν εξετάζεται η αναντίρρητη ιστορική πραγματικότητα- επειδή μας δυσαρεστεί. Ότι, για παράδειγμα, οι Έλληνες ήταν αυτοί τα τελευταία χρόνια- δεν τους έκανε το Μνημόνιο. Ότι η Σοβιετική Ένωση ως νικήτρια και με θυσίες εκατομμυρίων, αναγκαστικά θα διεκδικούσε μετά τον πόλεμο τα πάντα. Αντί για τα αυταπόδεικτα, αρχίζουν τα ναι μεν αλλά, – και από πίσω κρύβεται, βέβαια, ο Άδωνις, που (λέει ότι) ξέρει και ιστορία….

Advertisements

Reservoir Dogs-Τεχεράνη-Μόσχα-Άγκυρα

%cf%81%ce%b5%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b2%ce%bf%ce%b9%cf%81-33

20 Δεκεμβρίου 1829 – Τεχεράνη

Η πόλη είναι ξεσηκωμένη. Ένας ευνούχος και δύο γυναίκες δραπετεύουν από το Χαρέμι του Σάχη και καταφεύγουν στην Πρεσβεία της Τσαρικής Ρωσίας. Έχει προηγηθεί ένταση στις Ρωσο-Περσικές σχέσεις. Ο Πρέσβης Griboyedov επικαλείται ρυθμίσεις που παρέχουν άσυλο σε πολίτες Αρμενικής καταγωγής και ανακοινώνει την παροχή ασύλου. Ο Σάχης διαμηνύει ότι η παροχή ασύλου είναι ανεπίτρεπτη και ταυτόχρονα κοινοποιεί με τα μέσα της εποχής την αντι-Περσική συμπεριφορά του διπλωμάτη. Ο   Griboyedov αλλάζει γνώμη και ετοιμάζεται να επιστρέψει τους Αρμένιους.

Μάταια.

‘Ένας πρωτοφανής όχλος κινητοποιημένος από τους Μουλάδες εισβάλει στην διπλωματική κατοικία  και κυριολεκτικά λιντσάρει μέχρι θανάτου τον Griboyedov. Ακολουθούν ανατριχιαστικά γεγονότα καθώς ευρίσκονται τελικά μέλη του σώματος του τα οποία αποστέλλονται στην Γεωργία ,τόπο καταγωγής της συζύγου του . Τον νεκρό Griboyedov υποδέχεται ο Πούσκιν και ακολουθεί η ταφή.

Ο Griboyedov ήταν ένας σημαντικός λογοτέχνης . Η κωμωδία του Горе от ума ήταν κλασσικό κείμενο της Ρωσικής γλώσσας και παίζεται μέχρι σήμερα

20 Δεκεμβρίου 1992- Άγκυρα

Προβάλλεται το Reservoir Dogs του  Tarantino

Στην Τουρκία προεδρεύει ο Ozal με πρωθυπουργό τον Demirel και ισχύει η προληπτική λογοκρισία για το σινεμά. Η ταινία γίνεται πολύ δημοφιλής. Οι γκάγκστερ με τα μαύρα κοστούμια , τα λευκά πουκάμισα και τις κυνικές ατάκες θριαμβεύουν στα σινεμά. Οι ήρωες με τα ευρηματικά ονόματα Ροζ, Λευκός, Πορτοκαλί, Καφέ γίνονται σύντομα ονόματα μπαρ και καφέ στην αριστοκρατική συνοικία Cankaya. O θόρυβος είναι αναπάντεχος αλλά η λογοκρισία δεν έχει προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται. Την νύφη την πληρώνει το Βασικό ‘Ένστικτο. Απαγορεύεται η προβολή του στις 20 Δεκεμβρίου.

20 Δεκεμβρίου 2016 Μόσχα

Ο Πούτιν προετοιμάζεται να δει την θεατρική παράσταση   Горе от ума  του Griboyedov .

20 Δεκεμβρίου 2016 Άγκυρα

Ο Altintas ( Χρυσόλιθος) με το μαύρο κοστούμι , το άσπρο πουκάμισο ως ήρωας του Reservoir κυκλοφορεί στην Γκαλερί Σύγχρονης Τέχνης στην Cankaya  . Η Γκαλερί ευρίσκεται 200 μέτρα από το Cinema Cankaya όπου είχε προβληθεί το Reservoir Dogs. O κύριος Χρυσός λες και έχει βγει από το σινεμά με καθυστέρηση 24 ετών οπλοφορεί κάτω από το Μαύρο σακάκι και αντίθετα με τον Πορτοκαλί της ταινίας που έκρυβε την αστυνομική ιδιότητα , αυτός την χρησιμοποιεί για να εισέλθει μαζί με τον πρέσβη Karlov

O Χρυσός σε άψογη στάση επίθεσης, σαν και αυτές των Reservoir Dogs, πυροβολεί τον Karlov.

Την σκηνή απαθανατίζει η κάμερα σε κλασσικό στυλ Tarantino. Βλέπουμε το πρόσωπο του Karlov σε πρώτο πλάνο, την ασπρόμαυρη φιγούρα του Χρυσού, το λιτό λευκό τοίχο με τα κάδρα της έκθεσης.

20 Δεκεμβρίου 2016 Μόσχα

Ο Πούτιν αναβάλει  την  επίσκεψη του στην θεατρική παράσταση   Горе от ума  του Griboyedov .

Πηγή

Σιωπή!

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Some Christians, Buddhists and, to a lesser extent, Muslims have chosen silence for centuries, and there are rooms like those available in the Mingaladon monastery set aside for those who wish to explore its potential in Buddhist and Christian monasteries around the world. For the religious, silence offers a way to ponder and listen for the divine, the unsayable and inexplicable. Christians commonly choose silence because they believe in a god who speaks. They need to be silent to create a space for him—always at the risk, as in Shûsaku Endô’s novel, recently filmed by Martin Scorsese, that the silence remains unfulfilled, an abyss. Silence is also, the religions teach, personally improving. The Prophet Muhammad told Muslims that, “One can greatly beautify himself with two habits: good manners and lengthy silence.” For Buddhists, silence teaches devotees to master their passions.

Silence is often a retreat from worldliness, and the inauthentic. Ignatius of Antioch, an early Church father, advised Christians at Ephesus: “It is better to be silent and be real than to talk and not be real”–foreshadowing by around 1,800 years Mark Twain’s advice that it is better to keep one’s mouth shut and be thought a fool than to open it and remove all doubt. It is also a way to avoid doing ill. One of the admonitions that comprise Buddhism’s eightfold patch is to practise samma vaca, or “right speech”, which scriptures define as abstaining from false, slanderous, harsh and idle speech; all major religions counsel their adherents to choose their words carefully and use them sparingly. Religions can supplement the self control required for such abstinence in ways that may be helpful or oppressive; if the faithful cannot speak, they can ask no questions, preserving the authority of their superiors.

Many forms of religious practice make use of silence; some, such as that of Quakers, may consist of little else. But there are particular places where it really lives and breathes: in wildernesses like Mr Hempton’s; in some monasteries. Benedict, the sixth-century monk seen as the father of Christian monasticism, did not explicitly include silence in his rule, but in the cloistered life speech is widely seen as something requiring permission or exigency. Today monks who live by the Rule of St Benedict in hundreds of (normally small) Trappist monasteries speak only sparingly.

Thomas Merton, an influential American Trappist who was ordained in 1949, held that the only words required of a priest were those of the Mass. This disdain for speech (which caused him to agonise about his own copious writings) stemmed in part from his belief that God’s words were beyond the scope of “human argument”. Some things are mysterious, and not subject to analysis. One must be silent to understand them, and it is better to say nothing than to try to explain them. As Ludwig Wittgenstein, an Austrian philosopher, put it in his “Tractatus Logico-philosophicus”: “Whereof one cannot speak, thereof one must remain silent.” It is not power that compels silence here, but the inadequacy of any attempt at communication [πηγή]

«Should the church adapt to particular cultures, or should it maintain an approach distinctively its own? In Christian theology, that is a question of “inculturation.” Since the Council of Jerusalem — when the apostles, Jews by birth, clashed over whether new Christians should be held to Jewish law — the history of Christianity has turned on questions of inculturation. The brilliance of “Silence” is that it shows how these questions increase and multiply. The young Jesuits seem to favor inculturation, adopting peasant dress, taking the sacraments directly to the people and calling their hut “the monastery.” A magistrate — a figure akin to Dostoyevsky’s Grand Inquisitor — tells Rodrigues that Christianity cannot take root in the “swamp” that is Japan. When Rodrigues finally meets him, Ferreira concurs. The converts? They are breakaway Buddhists, the apostate priest says; they worship the “Sun of God,” not the Son of God. Those martyrs, dying upside down in the pit? They didn’t die for Christ, he tells Rodrigues, they died for you»

Τα Χριστούγεννα απαγορεύονται

hith-puritan-christmas

Throughout the nineteenth and twentieth centuries, children’s consumer culture remained closely linked to traditional seasonal rituals, even as they were commercialized.
Holidays, once associated with community identity and the reversal of authority roles, gradually became times of celebrating childhood and “gifting” children. In the United States, Christmas, long either ignored for reasons of religious purity or enjoyed in boisterous communal exchanges of food and drink, was identified with childhood and consumer goods by the mid-nineteenth century. The young symbolized the intimacy and innocence of family against the increasingly impersonal society that surrounded it. The child became a visible reminder of the adult’s own youth and the hope of the future. In effect, money earned in the market was transformed through the child’s presents into a sentiment of family life. Gradually, Santa Claus became the symbol of unrestricted giving to children. The story of his home at the North Pole, where elves, not sweatshop workers, made the toys, disguised the market origins of these gifts  [ Πηγή: Gary Cross, «Consumer Culture», Encyclopedia of Children and Childhood in History and Society, by Paula Fass, Vol. I, 243]

«Shocking as it sounds, followers of Jesus Christ in both America and England helped pass laws making it illegal to observe Christmas, believing it was an insult to God to honor a day associated with ancient paganism,» according to «Shocked by the Bible» (Thomas Nelson Inc, 2008). «Most Americans today are unaware that Christmas was banned in Boston from 1659 to 1681.»

All Christmas activities, including dancing, seasonal plays, games, singing carols, cheerful celebration and especially drinking were banned by the Puritan-dominated Parliament of England in 1644, with the Puritans of New England following suit. Christmas was outlawed in Boston, and the Plymouth colony made celebrating Christmas a criminal offense, according to «Once Upon a Gospel» (Twenty-Third Publications, 2008).

Christmas trees and decorations were considered to be unholy pagan rituals, and the Puritans also banned traditional Christmas foods such as mince pies and pudding. Puritan laws required that stores and businessesremain open all day on Christmas, and town criers walked through the streets on Christmas Eve calling out «No Christmas, no Christmas!»

In England, the ban on the holiday was lifted in 1660, when Charles II took over the throne. However, the Puritan presence remained in New England and Christmas did not become a legal holiday there until 1856. Even then, some schools continued to hold classes on December 25 until 1870.

Although the change was gradual, people began to once again embrace the holiday until Christmas as we know it today complete with mistletoe, eggnog and candy canes was celebrated throughout the American colonies» [πηγή]

Μυθολογίες ή ειρωνίες

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Rogue One: A Star Wars Story (or simply Rogue One). H σύγχρονη μυθολογία έχει κρατήσει κάτι ενδιαφέρον από την πανάρχαια παράδοση. Αξίζει προσοχής: σε όλα τα έργα της σειράς Star Wars, οι επαναστάτες είναι ένα συνονθύλευμα παρανόμων, εγκληματιών και λίγο ως πολύ καθαρμάτων.

Πάμε λοιπόν στο κεφάλαιο 22,2 του Α΄ Βασιλειών: και συνήγοντο προς αυτόν [εννοεί τον Δαυίδ] πας εν ανάγκη και πας υπόχρεως, και πας κατώδυνος ψυχή, και ην επ’ αυτών ηγούμενος. και ήσαν μετ’ αυτού ως τετρακόσιοι άνδρες», αυτό είναι το στράτευμα του βασιλιά Δαυίδ, και όχι μόνο. Στο Κριτών 9, 4 διαβάζουμε «και έδωκαν αυτώ εβδομήκοντα αργυρίου εξ οίκου Βααλβερίθ, και εμισθώσατο εαυτώ Αβιμέλεχ άνδρας κενούς και δειλούς, και επορεύθησαν οπίσω αυτού»- άνδρες δειλοί και κενοί, λοιπόν, συνοδεύουν τον Κριτή Αβιμέλεχ, ενώ την ίδια παρέα έχει και ο Ιεφθάε (Κριτών, 11,3).

Μυθολογία, αλλά και ειρωνεία. Η δική μας εποχή κρατά την μυθολογία, οι παλαιότερες εποχές έβλεπαν την ειρωνεία (ήταν πιο πνευματικές): ο βασιλιάς Δαυίδ, ο μέγας και τρανός, είχε στρατό χρεωμένων και απελπισμένων!!

Star wars…και τρομοκρατία

tataouine_2603

H γενέτειρα των τζιχαντιστών και άλλοτε σκηνικό του Star Wars [εδώ] Κατά τα άλλα:

«Doch nicht nur frustrierte junge Arbeitslose aus vergessenen Winkeln Tunesiens wie Tataouine lassen sich vom IS anwerben. Erstaunlich viele Dschihadisten stammen auch aus Mittelklassefamilien quer durch die Gesellschaft, waren Studenten, angestellt im öffentlichen Dienst oder hatten gut bezahlte Berufe im Privatsektor – darunter Söhne von Professoren, Offizieren und hohen Beamten. Ihre Familien fielen aus allen Wolken, als sich ihre Sprösslinge plötzlich aus Rakka oder Mossul meldeten» [πηγή]

Γενική αστάθεια

«Αcross the Middle East, the political kaleidoscope is spinning at a vertiginous speed. The Islamic State has been both a cause and an effect. Wars in Syria, Iraq, Libya, and Yemen wrack the region, and virulent forms of extremism threaten all the other states. Lebanon, Jordan, and Turkey are confronted with unprecedented humanitarian crises. From the Mediterranean to the Gulf, countries are fragile, regardless of the size of their security forces and arsenals. In the century since modern borders were delineated, the premises of power and politics—various forms of Arabism, oil wealth, and the Palestinian-Israeli conflict—have been upended. The big secular ideologies, from Nasserism to Baathism, are defunct. The Palestinians, whose factions offered a variety of ideologies, have been sidelined. Intellectual energy has been sapped on campuses, in parliaments, and in what little is left of public discourse. A demographic surge has produced a generation with limited job opportunities; up to a third of the young people across more than twenty Arab states are unemployed. Instability over the past six years has left a region in severe economic distress—costing Arab economies more than six hundred billion dollars, the United Nations reported in November. After past wars, societies eventually absorbed the shocks and got back to business. Now the long-term sustainability of some Arab states is in question.

Traditional warlords are at a loss as well. “The Arab world is desolate,” Walid Jumblatt, a Druze chieftain (and a member of Lebanon’s parliament), told me when I visited his family estate, a historic limestone manor in Moukhtara, an hour from Beirut. Jumblatt had been a pragmatic kingmaker, capable of brokering deals with Christian politicians, Sunni parties, Shiite Hezbollah, and even Syria’s Assad dynasty. Now he rarely leaves Moukhtara. The Islamic State has threatened to kill him; so have others. Security around him is intense. Rifles, vintage and new, were lined up along a wall of his study. Jumblatt’s main companion these days is an arthritic Shar-Pei named Oscar. In an anteroom, old maps reflect the region’s shifting frontiers and masters. Even if borders remain the same, Jumblatt said, they may define different entities. “We will live in this mess for a very long time.”

Πηγή