12-4-thumb-medium

Η κυβέρνηση είχε προκύψει από την επανάσταση των στρατιωτών και εργατών στις αρχές του Νοέμβρη, που κατέληξε στην ανατροπή του Κάιζερ και στον τερματισμό του πολεμικού σφαγείου. Σε εκατοντάδες σημεία σε όλη τη Γερμανία, οι εργάτες και οι φαντάροι συγκροτούσαν συμβούλια, όπως τα σοβιέτ στη Ρωσία ενάμιση χρόνο πριν.

Τα κόμματα που κυριαρχούσαν σε αυτό το κίνημα ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD). Οι Ανεξάρτητοι είχαν διαγραφεί το 1917 από το SPD λόγω της εντεινόμενης αντίθεσής τους στη στήριξη που έδινε η κομματική ηγεσία στην κυβέρνηση και στον πόλεμο. Η Ενωση Σπάρτακος, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, συμμετείχε ως ιδιαίτερο ρεύμα σε αυτό το κόμμα μέχρι το τέλος του 1918, όταν αποτέλεσε τον κορμό του νέου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας.

Η ηγεσία του SPD σύρθηκε τον Νοέμβρη στην επανάσταση. Ηταν αποφασισμένη να μην την αφήσει να προχωρήσει περισσότερο από τα όρια μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αφήνοντας άθικτη την οικονομική εξουσία των καπιταλιστών και τον παλιό κρατικό μηχανισμό. Οι Ανεξάρτητοι Σοσιαλιστές, ενώ αρχικά συμμετέχουν στην κυβέρνηση (των «επιτρόπων του λαού») μαζί με το SPD, κάτω από την πίεση της βάσης τους αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν στις 28-29 Δεκέμβρη. Καθημερινά γίνονταν μαζικές διαδηλώσεις δεκάδων χιλιάδων εργατών και φαντάρων ενάντια στην κυβέρνηση…

Στις 4 Γενάρη η κυβέρνηση απέλυσε τον Εμιλ Αϊχορν από τη θέση του διοικητή της Αστυνομίας του Βερολίνου, του «Σώματος Ασφαλείας». Ο Άιχορν ήταν βετεράνος σοσιαλδημοκράτης που το 1917 είχε ενταχθεί στο USPD. Στις 9 Νοέμβρη 1918 είχε ηγηθεί της εφόδου στο αρχηγείο της Αστυνομίας και κατόπιν το Εκτελεστική Επιτροπή των Συμβουλίων του Βερολίνου τον είχε διορίσει σε αυτή τη θέση.

Ο Άϊχορν αρνήθηκε να υποταχτεί στην κυβερνητική απόφαση. Δήλωσε ότι η «επανάσταση με έβαλε σε αυτή τη θέση, η επανάσταση θα με βγάλει». Αν η κυβέρνηση επιθυμούσε απλά να αντικαταστήσει τον Άϊχορν, δεν είχε παρά να χρησιμοποιήσει τα μέλη του κόμματός της στην εκτελεστική επιτροπή των συμβουλίων.

Όμως, ο στόχος δεν ήταν ο συμβιβασμός, ήταν η σύγκρουση. Ο Νόσκε, ο υπουργός Άμυνας, είχε ήδη συνεννοηθεί με το Γενικό Επιτελείο για τη συγκέντρωση των Freikorps («Ελεύθερα Σώματα») έξω από το Βερολίνο. Τα Freikorps ήταν εθελοντικές μονάδες μοναρχικών και ακροδεξιών αξιωματικών και βετεράνων του μετώπου.

Η απάντηση στην κυβέρνηση ήταν η κήρυξη μιας γενικής απεργίας που συνάντησε τεράστια ανταπόκριση. Η συγκέντρωση της 5 Γενάρη ήταν η μεγαλύτερη από τη μέρα που έπεσε ο Κάιζερ. Πολλοί εργάτες κατέβηκαν οπλισμένοι στην συγκέντρωση. Και ομάδες διαδηλωτών άρχισαν να καταλαμβάνουν κτίρια, όπως τα γραφεία της σοσιαλδημοκρατικής καθημερινής εφημερίδας Vorwärts (Εμπρός) την Πύλη του Βρανδεμβούργου.

Την επόμενη μέρα η Επαναστατική Επιτροπή κάλεσε σε ανατροπή της κυβέρνησης «Έμπερτ-Σάιντεμαν». Την Επιτροπή αποτελούσαν εκπρόσωποι του USPD του νεοϊδρυμένου Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD-Spartakusbund) και των Revolutionäre Obleute (επαναστάτες συνδικαλιστές αντιπρόσωποι της βάσης) ένα δίκτυο αγωνιστών στα εργοστάσια και τα συνδικάτα που είχε παίξει σημαντικό ρόλο σε αντιπολεμικές απεργίες –πολιτικά η πλειοψηφία του κοίταζε στο USPD.

Η ηγεσία του KPD είχε αποφασίσει ομόφωνα ότι πρέπει να αποφευχθεί μια ένοπλη αναμέτρηση –μιας και η πλειοψηφία των εργατών εντός και εκτός Βερολίνου είχε αυταπάτες για τον χαρακτήρα των δυο σοσιαλιστικών κομμάτων.

Όμως, τα περισσότερα μέλη του κόμματος είχαν διαφορετική γνώμη. Στο ιδρυτικό του συνέδριο λίγες μέρες πριν, η ηγεσία είχε μειοψηφήσει όταν πρότεινε τη συμμετοχή του κόμματος στις επερχόμενες εκλογές για την Εθνοσυνέλευση. Ούτε στα συνδικάτα ήθελαν να συμμετέχουν. Η «άμεση δράση» ήταν πιο ελκυστική προοπτική. Κάτω από τέτοιες πιέσεις ο Λήμπνεχκτ και ο Βίλχελμ Πίκ, εκπρόσωποι του κόμματος στην Επαναστατική Επιτροπή έδωσαν την συγκατάθεσή τους στην έκκληση για ένοπλη ανατροπή της κυβέρνησης.

Οι ηγέτες των Ανεξάρτητων πίστευαν ότι με ένα μικρό σπρώξιμο η κυβέρνηση θα έπεφτε και θα σχημάτιζαν δική τους. Οταν διαπίστωσαν ότι η κυβέρνηση δεν υποχωρούσε, πανικοβλήθηκαν και προσπάθησαν να ανοίξουν διαπραγματεύσεις με αυτήν.

Οι Σπαρτακιστές έμειναν μόνοι τους. Η συνέχεια ήταν η καταστολή της εξέγερσης. Τις βασικές αποστολές τις έφεραν εις πέρας τα δύο συντάγματα της Δημοκρατικής Φρουράς, που τα αποτελούσαν εθελοντές σοσιαλδημοκράτες φαντάροι. Ομως η κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο ήθελαν περισσότερα. Στις 11 Γενάρη τα Freikorps άρχισαν να βαδίζουν προς το Βερολίνο. Τους πήρε 36 ώρες. Οταν έφθασαν, έπνιξαν στο αίμα τις τελευταίες εστίες αντίστασης.

Ακολούθησε ένα όργιο τρομοκρατίας, με συλλήψεις, βασανισμούς, συνοπτικές εκτελέσεις. Η επταμελής αντιπροσωπεία που στάλθηκε να διαπραγματευτεί την εκκένωση του κτηρίου της «Vorwarts» εκτελέστηκε επιτόπου. Το ίδιο έγινε με τους άνδρες του Αϊχορν στο αρχηγείο της Αστυνομίας, που παραδόθηκαν.

Στις 15 Γενάρη η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ συνελήφθησαν στο κρησφύγετό τους. Οδηγήθηκαν στο ξενοδοχείο «Ιντεν», το αρχηγείο των Freikorps. Μετά την ανάκριση, έβγαλαν έξω τον Λίμπκνεχτ, του έσπασαν το κεφάλι με μια κοντακιά και τον πήγαν σε ένα πάρκο όπου τον αποτελείωσαν. Με τον ίδιο τρόπο δολοφόνησαν τη Ρόζα και πέταξαν το πτώμα της σε ένα κανάλι.

Πηγή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s