αρχείο λήψης

Η πόλη μας γεμάτη νεκρούς, που κανείς δεν τους συνόδεψε στη στερνή κατοικία τους. Η ωραία αυγή που αναδείχνει τα άνθη, φωτίζει συχνά πτώματα στους δρόμους. Πρόσωπα κρεουργημένα […] Αίματα στο πεζούλι της αυλόπορτας. Στο πεζοδρόμιο […] Στα ερυμνά ιστορικά κάστρα των προγόνων […] Αίματα. Εδώ αφήκε τον ίσκιο του ο ένας, εκεί ο άλλος. Παιδιά, εικοσάχρονοι νέοι, έφηβοι, άντρες. Ένας αδερφός μαζί με την αδερφή του. Κοντά στο εικονοστάσι με τ’ αναμμένο καντήλι και τον σταυρό. Πού πρώτα να προφτάσουν να βάλουν κάγκελα, για να ξεχωρίζουν οι στράτες των ζωντανών, από τους δρόμους των νεκρών; Οι νεκροί αλλάζουν την όψη της πόλης. Παντού η μνήμη δημιουργεί παραισθήσεις θυμιάματος και λιβανιού. Τρομάζεις μήπως βγούν βρυκόλακες. Ο γήλοφος αντίκρυ στο οίκημα των κρατουμένων ισοπεδώθηκε. Υπέρ αναπαύσεως διαβάζει ο παπάς επί κενοταφίου, ονόματα. Τα γραμμένα χαρτιά έχουν γεμίσει τον στενό χώρο της Προσκομιδής, κάτω από τον «οβελία», τον Χριστό της εσχάτης ταπείνωσης. Την μετέπειτα άνοιξη, ένα κατάλευκο αρνάκι έβοσκε το πράσινο χορτάρι ενός ομαδικού τάφου, ων Κύριος οίδε τα ονόματα

[ Πεντζίκης, Μητέρα Θεσσαλονίκη, Κέδρος, Αθήνα 1999 (5η), 23-24]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s