19248091_10213426292837176_2985130630297046935_n

Zacatecas, πρώην ναός του Αγίου Αυγουστίνου· κεντρικό Μεξικό.

Από τον Πάντσο Βίλλα και την νίκη της επανάστασης εκεί το 1914, στους Ισπανούς μοναχούς του 16ου αιώνα, κι από κει πίσω στον 4ο αιώνα της δικής μας Μεσογειακής Ύστερης Αρχαιότητας.
~·~
Ό,τι απομένει από την μπαρόκ πρόσοψη του 1782 είναι η ανάγλυφη παράσταση της μεταστροφής του αγίου Αυγουστίνου, ύπερθεν της βορείας εισόδου. Τα υπόλοιπα ‘ειδωλολατρικά’ ανάγλυφα ‘εκκαθαρίστηκαν’, όταν το 1882 ο ναός περιήλθε στην κυριότητα των Αμερικανών πρεσβυτεριανών.
Αν κι ο Αυγουστίνος περιγράφει με ψυχική ένταση και αγωνία μεγάλη τη μεταστροφή του, αυτή η ολόφωτη και μουσικότροπη γλυπτή αφήγηση του Νέου Κόσμου παραπέμπει σε σιέστα, χαλάρωση κι απόλαυση. Ανεπιγνώστως πως και διορατικώς, ο καλλιτέχνης προοικονομεί οπτικά την άποψη που διατυπώθηκε αργότερα σχετικά με το ότι η σκηνή της μεταστροφής στον κήπο, όπως την περιγράφει ο Αυγουστίνος, αποτελεί λογοτεχνική επινόηση, που στηρίζεται σε κοινό τόπο της παράδοσης.
~·~
Αντιγράφω από τις Confessiones (Εξομολογήσεις) του αγίου Αυγουστίνου, στη μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου (βιβλίο VIII):
«Όλη αυτή η διαμάχη στην καρδιά μου ήταν ο αγώνας του εαυτού μου ενάντια στον εαυτό μου… Έπειτα, μήτε ξέρω πώς, βρέθηκα πεσμένος κάτω από μια συκιά. Άφησα τα δάκρυα να τρέξουν ποτάμι, και αυτά τα δάκρυα ήταν θυσία σε σένα, Θεέ μου… Τα έλεγα και έκλαιγα με δάκρυα πικρά και σπάραζε η καρδιά μου. Ξαφνικά, ακούω μια φωνή από ένα γειτονικό σπίτι, σαν φωνή αγοριού ή κοριτσιού ―δεν ξέρω ακριβώς― να λέει στο σκοπό ενός τραγουδιού: “Πάρε, διάβασε! Πάρε, διάβασε!”. Μεμιάς η έκφρασή μου άλλαξε κι έβαλα όλη μου την προσοχή για να θυμηθώ αν ήταν η επωδός από κάποιο τραγούδι που λένε τα παιδιά στα παιχνίδια τους. Δεν θυμόμουν να έχω ακούσει κάτι παρόμοιο. Συγκράτησα τα αναφιλητά και σηκώθηκα. Τα λόγια αυτά τα ερμήνευσα ως θεία προτροπή ν’ ανοίξω το βιβλίο του αποστόλου και να διαβάσω την πρώτη φράση που θα τύχαινε… Το πήρα, το άνοιξα και διάβασα σιωπηλά* το πρώτο κομμάτι στο οποίο έπεσε το βλέμμα μου: “μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας”. Δεν θέλησα, ούτε και χρειαζόταν, να διαβάσω περισσότερα. Με τα τελευταία λόγια της φράσης, μονομιάς πλημμύρισε την καρδιά μου ένα φως βεβαιότητας και μονομιάς όλα τα σκοτάδια της αμφιβολίας διαλύθηκαν».

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s