αρχείο λήψης

Σε ένα χωριό όπου ζούσαν Chassidim κάθονταν ένα απόβραδο του Σαββάτου σε κάποιο φτωχό πανδοχείο οι Εβραίοι. Όλοι τους ήταν ντόπιοι, εκτός από έναν, πού κανένας δεν εγνώριζε · ένας πάμφτωχος, κουρελιασμένος, πού κούρνιαζε σταυροπόδι στη σκιά της σόμπας. Οι συζητήσεις δίναν και παίρναν. πετιέται κάποιος και ρωτά τι θα επιθυμούσε ο καθένας, εάν ήταν να πραγματοποιηθεί μια ευχή του. Ο ένας ήθελε χρήματα, ο άλλος έναν γαμπρό, ο τρίτος ένα νέο πάγκο για το ξυλουργείο, και ούτω καθεξής.

Αφού όλοι πήραν τον λόγο, έμεινε τελευταίος ο ζητιάνος στη γωνιά της σόμπας. Απρόθυμα και διστακτικά υποχώρησε στις ερωτήσεις: ¨θα ήθελα να’ μουν ένας παντοδύναμος βασιλιάς, και να’ μουν κύριος σε μια μεγάλη χώρα, και τη νύχτα να’ πεφτα για ύπνο στο παλάτι μου, κι απ’ τα σύνορα να μπούκαρε ο εχθρός, και πριν να ξημερώσει να’ φταναν οι καβαλάρηδες μέχρι το κάστρο μου, κι αντίσταση καμιά να μην υπήρχε, και να ξύπναγα με τρόμο, και να μην είχα χρόνο ούτε να ντυθώ, και φορώντας μονάχα ένα πουκάμισο να’ πρεπε να ξεφύγω, και μέσα από βουνά, πεδιάδες, δάση και λόφους, και δίχως σταματημό κυνηγημένος μέρα και νύχτα, να’ φτανα στα καλά μου σε αυτόν εδώ τον πάγκο, στη γωνιά σας. Αυτό θα’ θελα».

Δίχως να καταλάβουν, κοιτάχτηκαν οι άλλοι μεταξύ τους. » Και τί θα κέρδιζες απ’ όλα αυτά;», ρώτησε ένας. «Ένα πουκάμισο», ήταν η απάντηση.

Πηγή: Μπένγιαμιν, Εκλογή, εκδόσεις στιγμή, 2014, 93

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s