Παραγωγική ανασυγκρότηση και αποκέντρωση

f2

Λόγω σχέσης οικογενειακής με την περιοχή και με αφορμή την ομιλία [εδώ], το παρακάτω σχόλιο:

Θεωρώ ότι σχέδια οικολογικής αξιοποίησης, παραγωγικής ανασυγκρότησης σε τοπική κλίμακα, κοινοτικής αισθητικής (και άλλα πολλά…ωραία…και συμπαθητικά), είναι πολύ καλά διότι προϋποθέτουν το «θέαμα»- κατ’ ανάλογο τρόπο με τα σεμινάρια στην ΕΕ και τα ευρωπαϊκά projects [εδώ]. Με άλλα λόγια, όταν μία κοινότητα ή ένας πληθυσμός μίας περιοχής ή μίας χώρας ζει και εργάζεται «ετερογενώς», με τρόπους αλλοτρίωσης, τότε το να απομονώνεις προσπάθειες, ως νησίδες ποιότητας, και να εξάγεις πολιτικά μοντέλα, είναι τουλάχιστον αφελές. Στο σχέδιο του ξενοδοχείου του Μύτικα, όσο και το μοντέλο της οικοδόμησης να είναι εμπνευσμένο και φιλόδοξο, όταν η γύρω περιοχή και ο κόσμος της είναι «αφημένοι» σε τρόπους «μη- αυθεντικού» βίου (sic!), με τα πελατειακά δίκτυα, τις μικροεξυπηρετήσεις, την αδιαφορία, δεν μπορείς να κάνεις καμία αλλαγή. Και φυσικά η «εναπόθεση των ελπίδων» στους «οραματιστές» ιδιώτες, είναι η πίσω αυλή του ληστρικού νεο- φιλελευθερισμού. Δεν θέλουμε θεάματα παραγωγικής ανασυγκρότησης ούτε οικολογικά- κοινοτικά ευαίσθητες κατασκευές για τους τουρίστες. Θέλουμε θάλασσες καθαρές και χωρίς υπεραλίευση, κέντρα άθλησης και δημοτικά πάρκα, καλλιέργειες χωρίς μόλυνση από λιπάσματα, νέους να ζουν και να δουλεύουν σε χωράφια, και άλλα πολλά. Αυτά προϋποθέτουν κεντρικό σχεδιασμό και κράτη τύπου Ισραήλ, που πολύ φοβάμαι ότι δεν θα αρέσουν και τόσο….

Advertisements

Όπου ο Λάζαρος που όζει, τέταρτη μέρα νεκρός, ανασταίνεται και παρίσταται σε δείπνο με τον Κύριο [και πάλι]

αρχείο λήψης

[Rembrandt]

Το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου (=αυτός τον οποίον βοηθά ο Θεός) παρουσιάζεται εκτενώς στον Ιωάννη, στο 11ο κεφάλαιο. Η έμφαση δεν δίνεται τόσο στο θαύμα αυτό καθεαυτό όσο στη προϊούσα ομολογία πίστης των αδελφών του Λαζάρου, της Μάρθας και της Μαρίας, όπου για παράδειγμα η Μάρθα πιστεύει αρχικά ότι ο Χριστός θα ζητήσει το θαύμα από τον Θεό και θα εισακουστεί, για να φτάσει μετά στην ομολογία ναί κύριε, εγώ πεπίστευκα ότι συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού ο εις τον κόσμον ερχόμενος, και πάλι στην αμφιβολία μπροστά στον τάφο του Λαζάρου κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστίν.

Αντιθετικά, οι Μαθητές και οι τριγύρω Ιουδαίοι είναι τυφλοί. Οι τελευταίοι νομίζουν ότι ο Χριστός ήλθε για να παρηγορήσει τους συγγενείς, όμως αυτός δεν πάει σπίτι τους, αλλά μένει έξω και προχωρά στον τάφο, τον βλέπουν να δακρύζει και να ταράσσεται, εμβριμώμενος εν εαυτώ, ενεβριμήσατο τω πνεύματι, ετάραξεν εαυτόν, το πολύ συγκινούνται με το θέαμα, αλλα δεν αρκεί αυτό, τινές δε εξ αυτών είπαν, ουκ εδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού ποιήσαι ίνα και ούτος μη αποθάνη; Ερώτηση δυσπιστίας και εχθρότητας.

Στον θεολογικό πυρήνα της η ιστορία συνοψίζεται στο γεγονός ότι ο Ιησούς δεν υπόσχεται να καταργήσει το θάνατο, αλλά επαγγέλλεται σ’ αυτούς που πιστεύουν στο πρόσωπό του τήν εσχατολογική ανάσταση,και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα. Αυτός που τώρα ζει φυσικά, δεν θα πεθάνει λόγω όχι της αναστολής του θανάτου όσο λόγω της υπέρβασης αυτού από την πίστη στη θεία ζωή. Τώρα, αυτή η υπέρβαση θα σφραγιστεί εις τον αιώνα.

Υπάρχουν δύο θάνατοι: ο σωματικός που είναι αναπόφευκτος, αλλά υπερβαίνεται δια της πίστης και στα έσχατα δια της ανάστασης-ήδη στην ιστορία του Λαζάρου το παρόν και το μέλλον συμπυκνώνονται και ταυτίζονται, αφού ο Λάζαρος όντως ανασταίνεται-, και ο πολύ χειρότερος πνευματικός θάνατος, χαρακτηριστική σκηνή οι «νεκροζώντανοι» λόγω απιστίας Ιουδαίοι που θρηνούν τον «νεκρό», αλλά εν τέλει τόσο ζωντανό Λάζαρο, και οι οποίοι μετά θα πάνε στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους για να καταγγείλουν…

Αναστάσεις μαρτυρούνται πολλές. Και στην Παλαιά Διαθήκη και στην ιουδαϊκή παράδοση. Όμως δείτε την διαφορά: ο δε Ιησούς ήρεν τους οφθαλμούς άνω και είπεν, πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσας μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτε μου ακούεις, αλλά δια τον όχλον…Ο Ιησούς ενεργεί ο ίδιος το θαύμα και ευχαριστεί τον Πατέρα. Δεν ζητά απ’ Αυτόν να ενεργήσει το θαύμα. Είναι ο ίδιος Αυτός που θα αναστηθεί. Είναι ο Θεός. Κατ’ αντιδιαστολή υπάρχει η χαρακτηριστική διήγηση της εκ νεκρών εγέρσεως του ραββί Καχάνα από το δάσκαλό του ραββί Γιοχάναν, κατά την οποία ο πρώτος αρνείται να εξέλθει από τον τάφο, αν δεν λάβει από τον δεύτερο τη ρητή διαβεβαίωση ότι δεν θα θανατωθεί και πάλι, καθώς αμφιβάλλει αν το θαύμα της έγερσής του μπορεί να επαναληφθεί για δεύτερη φορα, δεν έχει δηλαδή τη βεβαιότητα ότι μπορεί να υπάρχει δίκαιος ή προφήτης που να εισακούεται πάντοτε από τον Θεό.

NHS S.O.S!

unnamed

In fact, it’s worse. The NHS, like other health systems around the world, faces other cost pressures. After inflation and population growth, there’s the growing proportion of elderly people; the chronic conditions of modernity, particularly diabetes; and the cost of new ways to treat and diagnose people. And there’s another financial pressure, perhaps the biggest of all. In 1966 the US economist William Baumol noted a divergence in modern rich-world economies between industries in which people could easily be replaced by technology, such as manufacturing, and industries fundamentally reliant on people, like healthcare and education and, the subject of his study, the performing arts. His diagnosis came to be known as Baumol’s cost disease.

‘If car manufacturing is automated, the workers that remain share in the productivity gain with higher wages,’ the economist Anita Charlesworth told me, explaining Baumol. ‘If you take the viola out of a string quartet, it isn’t a quartet any more. The string quartet’s wages have to keep pace with the wages of the car worker, because if they don’t, nobody will go and be a violinist, so all you can do is increase the price of the tickets.’

The price of the tickets, in the context of the NHS, is its budget. Unable to replace its doctors and nurses or, for the time being, cleaners and porters with machines, it is obliged to try to compete in the labour market with organisations that are doing more than they did seventy years ago with a fraction of the workforce.

Πηγή

The problem of hyper-liberalism

0075cd60-31cd-11e8-9cf6-8fd69d6da6df4

Many who believe liberalism is in crisis have identified the underlying causes as being primarily economic in nature. With some caveats, this is the view of Edward Luce in one of the better recent books on the subject, The Retreat of Western Liberalism(2017). If the West cannot keep up with the economic and technological advance of China, and distribute the fruits of economic growth more widely, Luce asks, how can it maintain its claim to superiority? In this view, the populist upheavals that have shaken Western countries are clearly a backlash from those who have been excluded from the benefits of an expanding global market. Certainly this was one of the reasons for the revolt against established ruling elites that erupted in 2016. Brexit and the Trump presidency are different in many ways, but neither would have happened had it not been for large numbers of voters having a well-founded sense of being left out. Rev­ulsion against Washington-centric oligarchical capitalism was part of the mood that Trump exploited. But it was not only their marginal­ization in the economy that the voters resented. They were also responding to the denigration of their values and identities by parties and leaders who claimed to be fighting for social justice. Hillary Clinton’s contemptuous reference to a “basket of deplorables” was emblematic. In recent years, no social group has been more freely disparaged than the proles who find themselves trapped in the abandoned communities of America’s post-industrial wastelands. With their economic grievances dismissed as “white­lash”, their lives and identities derided, and their view of the world attributed to poor education and sheer stupidity, many of these despised plebs may have voted for Trump more out of anger than conviction. If this mood persists and penetrates sections of the middle classes it has not yet deeply affected, he could yet win a second term. It may not be the economy but a need for respect that decides the outcome.

It is at this point that the rise of an illiberal liberalism becomes politically significant. What happens on campus may not matter much in itself. Anxiously clinging to the fringes of middle-class life, many faculty members have only a passing acquaintance with the larger society in which they live. Few have friends who are not also graduates, fewer still any who are industrial workers. Swathes of their fellow citizens are, to them, embo­diments of the Other – brutish aliens whom they seldom or never meet. Hyper-liberalism serves this section of the academy as a legitimating ideology, giving them an illusory sense of having a leading role in society. The result is a richly entertaining mixture of bourgeois careerism with virtue-signalling self-righteousness – the stuff of a comic novel, though few so far have been up to the task of chronicling it. We are yet to see anything quite as cutting as Malcolm Bradbury’s The History Man (1975) or Saul Bellow’s The Dean’s Dec­ember (1982), where the campus radicals of a generation ago were depicted with dark humour and cruel wit. Despite being on a larger scale than ever before, the campus may be too small and self-enclosed a world to interest many novelists today.

Πηγή

Τα λιμάνια της ροκ

Στο Λίβερπουλ οι ναυτικοί επιστρέφοντας από την Αμερική με δίσκους μαύρων καλλιτεχνών του μπλουζ και του rhytm & blues διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του Mersey sound , της beat δηλαδή μουσικής, η οποία συνιστούσε μια μίξη του ροκ εν ρολ, του skiffle, του R&B και του doo-wop. Όπως είχε πει ο Paul McCartney: στο Λίβερπουλ ήξερες για τον Chuck Berry και τους άλλους κιθαρίστες των μπλουζ και του ροκ εν ρολ, πολύ πριν ακούσει γι αυτούς ο κόσμος στην Αμερική. Στο μεταπολεμικό Λίβερπουλ, όπου η υλική ευμάρεια των ΗΠΑ δεν είχε «μεταναστεύσει» όπως η μαύρη μουσική, καθιστώντας κατά συνέπεια- σε αντίθεση με το Λονδίνο και άλλες εύπορες βρετανικές πόλεις- αφιλόξενο το περιβάλλον για την ανάπτυξη της αντικουλτούρας μετά τα μέσα της δεκαετίας, ο «ήχος του Μέρζι» (mersey sound), σύμφωνα με τη Daily Worker, «είναι η φωνή 80.000 ετοιμόρροπων σπιτιών και 30.000 πολιτών, δικαιούχων επιδόματος ανεργίας». Σε ένα άλλο λιμάνι όμως επί γερμανικού εδάφους, το Αμβούργο, ήταν που οι Beatles μπόρεσαν και απέκτησαν- εκτός από πλούσιες ερωτικές εμπειρίες- όχι μόνο ένα τρομερό μεταξύ τους δέσιμο επί σκηνής, αλλά και την επιδεξιότητα να δίνουν εντυπωσιακά σόου- χορεύοντας δυναμικά σε όλη τη σκηνή, πετώντας καρέκλες, «πηδώντας» μέσα στο κοινό και διαλεγόμενοι ζωηρά μαζί του. Και αυτό το κατάφεραν πηγαίνοντας εκεί τέσσερις με πέντε φορές μέχρι το 1962 και παίζοντας υπό την επήρεια αμφεταμινών- που τους διατηρούσαν σε μια δαιμονιώδη διάθεση-, πολύωρα σετ (το λιγότερο 4,5 ώρες τις καθημερινές και 6 ώρες τα Σαββατοκύριακα) διασκευών αμερικανικών κομματιών, μπροστά σε ένα «ανήσυχο» κοινό αποτελούμενο από μεθύστακες ναυτικούς, πόρνες, τραβεστί και ανθρώπους της νύχτας

Πηγή: Γ. Μούχος, Ροκ επανάσταση και Αντικουλτούρα. Η ροκ και τα κινήματα αμφισβήτησης στα 60’s στις ΗΠΑ και Βρετανία, εκδόσεις Το μέλλον, 2018, 41-42. 

Ο Δημήτριος Ντεβές

ταγματασφαλιτες2

Ο κάτοικος της Άνω Ακράτας Αχαϊας Δημήτριος Ντεβές (γενν. 1919) διηγήθηκε σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη στον συγγραφέα (Ακράτα, 26 Ιανουαρίου 2008) ότι «από αντίδραση», εξαιτίας της εναντίον του απαράδεκτης συμπεριφοράς κάποιων χαμηλόβαθμων στελεχών του ΕΑΜ Ανατολικής Αιγιαλείας, έφτασε στο σημείο να θέλει να καταταγεί οπωσδήποτε στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο Ντεβές είχε ξυλοκοπηθεί απάνθρωπα από τους παραπάνω δύο φορές για διάφορες δήθεν παρατυπίες, στην πραγματικότητα όμως επειδή είχε ένα φίλο Νίκο Πάτσο, ο οποίος είχε τότε καταταγεί στα Τάγματα Ασφαλείας. Μετά τον δεύτερο ξυλοδαρμό του (άνοιξη του 1944), στην Ακράτα, ο Ντεβές πήγε κρυφά στην Πάτρα με σκοπό την κατάταξή του στα εκεί Τάγματα. Είχε δε κατά νου να ενεργήσει άμεσα ώστε να φέρει τα Τάγματα στην Ακράτα με τον Πάτσο, «να την κάψουν»: «Μα να τις τρώω τζάμπα! Τζάμπα! Κι έφτασα κει! Από αντίδραση. Καταλαβαίνεις πού μ’ έφτασαν!». Βέβαια, ο Ντεβές, όταν έφτασε στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας και είδε τους Γερμανούς, μετάνιωσε: «Ποιός ξέρει! Κατάλαβα τι πήγαινα να κάνω και είπα: Τί μου φταίει η Ακράτα;». Εσυνήρθα, φαίνεται, άμα είδα τους Γερμανούς, τον εχθρό της χώρας μου». Λίγες μέρες αργότερα ο Ντεβές, αφού εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στην Ακράτα, κατετάγη στον ΕΛΑΣ κατόπιν πιέσεως των «προυχόντων», τους οποίους με τη σειρά του πίεζε ο εξτρεμιστής διοικητής διμοιρίας ΕΛΑΣ…Αξίζει να σημειωθεί ότι στον ΕΛΑΣ ο Ντεβές διακρίθηκε για την κατά των Γερμανών μαχητικότητά του στη μάχη της Στυμφαλίας (1 και 2 Ιουλίου 1944..

Πηγή: Γ. Πριόβολος, Εθνικιστική «αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας. Εμφύλιος και αντικατοχικός πόλεμος, 1943-1944, εκδόσεις Πατάκη, 2018, 398.

Για ποιον πατριωτισμό ακριβώς μιλάμε;

Πριόβολος

Τελικά και η Ιστορία και οι παλιές πληγές είναι χρήσιμο να (ξανα-) ξύνονται. Για κάποιον που δεν επιθυμεί να είναι στρατευμένος και με ιδεολογικές παρωπίδες, πέρα από τις όποιες συμπάθειες, είναι διαφωτιστικό το πολυσέλιδο αυτό βιβλίο. Διότι αποδεικνύει ότι στην Ελλάδα της Κατοχής δεν ήταν όλοι οι Έλληνες κατά των Γερμανών. Πολλοί ήταν κατά των «κομμουνιστών- αναρχικών», και δεν τους ενδιέφεραν οι Γερμανοί. Να ένας ακόμη μύθος, αυτός της εθνικής αντίστασης, που θέλει αρκετές δόσεις απομυθοποίησης. Δε νομίζω ότι θα βρεις άλλες χώρες που να έχουν ένα εμφύλιο πόλεμο εν μέσω Κατοχής. Αυτός ο «περήφανος» λαός δεν δείχνει ν’ αγαπά και πολύ ούτε το έθνος ούτε την πατρίδα του, ίσως μόνο το σόι του…….

Bυζαντινό λούμπεν και ο κύριος Ιβάν

savvidis-ivan-paok-tuba-

Γιατί πρέπει να έχει να μας πει κάτι το ιδιαίτερο το γεγονός ότι ένας μεγαλοπαράγοντας ποδοσφαιρικής ομάδας εισβάλλει με ένα όπλο στο γήπεδο; Τι έχει να μας πει αυτό το γεγονός;

Από την εποχή του Παζολίνι που βλέπει στο ποδόσφαιρο ένα «πεδίο μέσα στο οποίο εκφράζεται ακόμη η περιφρονημένη λαϊκή Ιταλία, μια Ιταλία που ο ίδιος θέλει να υπερασπιστεί» [1], από την εποχή που ο Ρίτσος επιλέγει το ποδόσφαιρο για να περιγράψει την τραγωδία των Δεκεμβριανών της Αθήνας του ’44 [2], δεν είμαστε ποτέ τόσο μακριά όσο νομίζουμε. Το ποδόσφαιρο είναι ένα δρώμενο, μία τραγωδία που πάντα περιέχει όλα τα στοιχεία της τραγωδίας- μίσος, οργή, ύβρη, συμπόνια, έλεος, ανθρωπιά και υποκρισία. Η αρχαία αθηναϊκή τραγωδία λειτουργούσε ως τρόπος θέασης των βαθύτερων προβλημάτων της δημοκρατικής πολιτείας, δεν ήταν ένα απλό θέαμα. Το ποδόσφαιρο, πιστεύω ακόμη και σήμερα, λειτουργεί ως τραγωδία, μέσα από την οποία εκφράζεται το βαθύ πρόβλημα της πολιτείας.

Διαβάζω: «Όλοι αυτοί, λοιπόν, που φρίττουν και κάνουν κριτική στην Αστυνομία επειδή δεν βούτηξε τον Ιβάν μέσα στην Τούμπα, είναι προφανές ότι το μόνο που γνωρίζουν από Θεσσαλονίκη, είναι τα περί ερωτικής πόλης. Δεν έχουν ιδέα για τη διασπορά και την ανταπόκριση που έχει η κουλτούρα «Σαββίδη». Δεν ξέρουν ότι είναι στιγμές που λες ότι η μισή πόλη καταπιέζει την άλλη μισή. Δεν έχουν μπει στο μπλε ταξί να ακούσουν μία ραδιοφωνική φωνή να ουρλιάζει για τον ΠΑΟΚ, τον ταξιτζή να μουρμουρίζει για την Αθήνα, ενώ ο Παϊσιος, κρεμασμένος από τον καθρέφτη, πηγαίνει νευρικός πέρα-δώθε» [3]. Διαβάζω επίσης ότι ο Ιβάν έχει αγιογραφηθεί, χτίζει εκκλησίες, αγαπά παθολογικά την Ορθοδοξία και τη Ρωσία. Είναι ο ιππότης της αντι- παγκοσμιοποίησης. Ο σύγχρονος «ήρωας» της εθνικής και θρησκευτικής μας ταυτότητας. Δεν έχω λόγους ν’ αμφιβάλλω. Όπως δεν αμφιβάλλω ότι το «σκυλο-ποπ» τραγούδι ενέχει στοιχεία λαϊκότητας.

Σε συνθήκες μεταμοντέρνου θεάματος, είναι πολύ λογικό και αναμενόμενο η «λούμπεν» κουλτούρα μιας κοινωνίας να συνδυάζει ταξικά στοιχεία, θρησκευτικά μοτίβα, επικλήσεις κοινωνικής αδικίας, εθνικά απωθημένα, μέσα σε ένα περιτύλιγμα αστραφτερής χρυσόσκονης, με όπλα, γυναίκες και τσιγάρα (ή ο,τιδήποτε άλλο). Γνωστά πράγματα, που έχουμε δει στη Νάπολη, στη Σικελία, στις φτωχογειτονιές της Αργεντινής, στη Ρωσία. Η Ρωσία μάλιστα εν συνόλω (και ακολουθούν τα εκπεσόντα Ορθόδοξα Βαλκάνια), ως χώρα, έχει δομήσει πλήρως αυτή την κουλτούρα: Ορθοδοξία, μπίζνες, παράδοση και χλιδάτα πάρτυ αλλά και πολλή δυστυχία και παρακμή. Τι να κάνουμε, η εποχή μας δεν είναι μόνο η μπροστινή όψη αλλά και η «πίσω αυλή»!

Έγκειται σε εμάς να τολμήσουμε ν’ αντικρύσουμε σε αυτόν τον καθρέφτη τον εαυτό μας ως κοινωνία. Να μπορέσουμε να λυτρωθούμε μέσα απ’ αυτόν.

[1] «Ο Παζολίνι και το ποδόσφαιρο», http://www.lifo.gr/team/u46465/46854

[2] «Άρσεναλ και Παυλής», https://manolisgvardis.wordpress.com/2016/09/17/%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE%CF%82/

[3] Κ. Γιαννακίδη, «Η πόλη που αφέθηκε στην αγκαλιά του Ιβάν Σαββίδη», 15/3/2018, http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341583709-44341583709

 

Μεθοδολογίες

αρχείο λήψης

Με αφορμή το κείμενο [εδώ], το οποίο σχολιάζει την ανάρτηση [εδώ], έχω να παρατηρήσω, με το συμπάθειο κιόλας, κάποια μεθοδολογικά προβλήματα. Καλώς ή κακώς έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τις εποχές της αναζήτησης πίσω από τα κείμενα του πολιτικού ή ιδεολογικού τους (βαθύτερου) σκοπού. Εντάξει, το γνωρίζω, κανένα κείμενο δεν είναι «αθώο» και ουδέτερο! Όμως, από ένα σημείο και μετά…Όχι, prima vista! Το ότι κάποιος κάπου σχολιάζει τις παρεκτροπές της νεοελληνικής συγκρότησης ή τις «αναπηρίες» της, δεν σημαίνει καταδίκη άρδην του «έθνους- κράτους». Το ότι τυγχάνουμε Έλληνες και «μας αρέσει» (;) το δικό μας «έθνος- κράτος», και όχι των Τούρκων, είναι σαν να μου αρέσει ο Μαρινάκης (ως Ολυμπιακός) και όχι ο Σαββίδης: δεν λέει τίποτε περισσότερο από το αυτονόητο. Σε κάπως «πιο ουσία»: το «έθνος- κράτος» (και όχι ίσως το έθνος) είναι μία νεωτερική σύλληψη, η οποία οδήγησε στο θάνατο τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες- ο καθένας μπορεί να επιλέξει εάν προτιμά αυτή ή τις αυτοκρατορίες (που βέβαια και πάλι δεν έχει καμία σημαντική επίκαιρη σημασία…..). Το ότι το Βυζάντιο ήταν ανώτερο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αυτό είναι μία «τοποθέτηση» που δικαιούται να υιοθετεί κανείς, κατά την έννοια του ότι ο μεταπολεμικός φιλελευθερισμός ήταν ανώτερος του υπαρκτού σοσιαλισμού: έχει την όποια σημασία του για αυτόν που εκ των προτέρων το δέχεται. Στην ιστορική εξέλιξη και πορεία τα «σύνολα» δεν τρέχουν σε Ολυμπιακούς Αγώνες για το χρυσό, αλλά είναι και αξιολογούνται σε άλλη κλίμακα. Βέβαια, εάν το πρόβλημα της ζωής είναι ο τουρκικο- μουσουλμανικός εθνικισμός, φασισμός, επεκτατισμός κα., εντάξει, έχεις τα κριτήρια σου, αλλά αυτά, ως τέτοια, δεν ανάγονται σε ιστορικά αυταπόδεικτα και αυτονόητα.

Από την άλλη, το κείμενο της ανάρτησης θέτει το μέγα ζήτημα του μετανεωτερικού tribalism και της εργαλειακής χρησιμοποίησής του. Θεωρώ ότι είναι πολύ πιο σημαντικό θέμα με το να αξιολογούμε τους Φαναριώτες και τα κομμένα τους κεφάλια. Ξέρετε, δεν υπάρχουν στον μάταιο τούτο κόσμο μόνο οι εθνο-μηδενιστές και οι αντίπαλοί τους. Δεν επιλέγουμε όλοι μας στρατεύσεις σε αγώνες και μάχες.

1821

krifo_sxoleiolg

Οι αναφορές και τα «ψαξίματα» της ιστορικότητας των μύθων είναι κάτι που αφορά στους χομπίστες και στους ακαδημαϊκούς. Σε αυτούς, δηλαδή, που θέλουν ν’ αποδείξουν κάτι. Που διεξάγουν έναν πολιτικό πόλεμο και θέλουν επιχειρήματα. Εθνομηδενιστές, αποδομιστές, φαντασιακές κοινότητες και πάει λέγοντας. Δεν με ενδιαφέρουν. Δεν με απασχολεί ο βαθμός ιστορικότητας του κρυφού σχολειού και της εθνικής συνείδησης των επαναστατημένων Ελλήνων. Αποδέχεσαι ή δεν αποδέχεσαι το «πακέτο» όπως είναι, όπως προσφέρεται. Δεν το αποδέχεσαι άκριτα, αλλά δεν το κάνεις και θέμα της ζωής σου (για να πουλάς βιβλία). Η ιστορική έρευνα θα κάνει τη δουλειά της, αλλά δεν νομίζω ότι στα σοβαρά την παίρνουν και οι μεν και οι δε. Επίσης, δεν καταλαβαίνω, πως αυτοί που είναι κατά των εθνικών μύθων, είναι οι ίδιοι που μυθοποιούν τις γκόμενες, τα σκυλιά τους, τις ποδοσφαιρικές τους ομάδες, και τον κάθε Ντεριντά. Όσο για τους υπέρ των εθνικών μύθων, αυτοί θα σου πουν εύκολα ότι οι Έλληνες του 1821 είναι απευθείας από τους Σαλαμινομάχους. Μύλος! Κρίμα στα παλληκάρια που σκοτώνονται στα κάθε ’21!