Νεοελληνική κατάπτωση

Σκου2

Υπάρχει σε όλα όσα βλέπουμε τα τελευταία χρόνια μια ένσταση που την ακούω συχνά. Ο Ολυμπιακός λένε έκανε χειρότερα, πρέπει τώρα να παίρνουν σφυρίγματα και οι άλλοι και στο φινάλε μόλις άρχισαν οι άνθρωποι- δεν τα παίρνανε και για είκοσι χρόνια. Αφήνοντας κατά μέρους τη λογική, (γιατί η λογική λέει πως κλέφτης είσαι είτε ληστεύεις μια τράπεζα είτε είκοσι), αναρωτιέμαι γιατί τότε όλοι αυτοί έριχναν στον Ολυμπιακό το ανάθεμα για χρόνια, όταν το όνειρό τους ήταν να κάνουν ακριβώς τα ίδια και χειρότερα: γιατί τον έβριζαν και δεν έλεγαν «ζηλεύω»; Δεν καταλαβαίνω επίσης τι φταίει ο Πανιώνιος. Έπαιρνε είκοσι χρόνια το πρωτάθλημα κι αποφάσισαν να του στερήσουν το δικαίωμα να διεκδικήσει το κύπελλο; Η τον τιμωρούν γιατί πήγε στην Τούμπα και προσπάθησε να πάρει αποτέλεσμα; Κι αν ισχύει το δεύτερο στο όνομα ποιας δικαιοσύνης τον «πυροβολήσανε»; Το ποδόσφαιρο τι διάβολο φταίει και βαλθήκανε να το εξευτελίσουν τελείως; Και μάλιστα να το κάνουν στο όνομα της εξυγίανσης, δηλαδή μιας υποσχόμενης καθαρότητας, που βρωμάει απερίγραπτα.

Για ποιο διάβολο λόγο παίζουνε;

Το άλλο που ακούω είναι ότι είναι εκτονωτικό να κερδίσουν και οι άλλοι. Να κερδίσουν. Αν όμως το να κερδίσουν είναι σημαντικότερο από το παιγνίδι, τότε για ποιο διάβολο λόγο παίζουνε οι ομάδες; Ας βγαίνει ο Τσίπρας ή ο Γραμμένος ή όποιος άλλος πρέπει κάθε χρόνο και ας μας λέει ποιος πρέπει να κερδίσει τα πάντα για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης ή στο όνομα της Βόρειας Μακεδονίας: θα το δεχτώ – οι Πρέσπες πάνω από όλα. Θα δεχτώ επίσης να λέει η ΕΠΟ ότι επειδή την διοικεί η Ξάνθη, η Ξάνθη θα κατακτήσει και το πρωτάθλημα και το κύπελλο και ό,τι άλλο διοργανωθεί από δαύτη: κι αυτό θα το δεχτώ – και θα γράψω ότι όποιος θέλει πρωταθλήματα και κύπελλα ας παίρνει την ΕΠΟ – δεν κοστίζει και πολύ. Ας έχουν, όμως, όλοι αυτοί το κουράγιο να το κάνουν: θα έπαιρναν οι ομάδες που πρέπει τους τίτλους και θα γλύτωνε το ποδόσφαιρο από τη γελοιοποίηση. Και δεν θα πάθαινε ταραχή ο Σκουλάς, δεν θα έβλεπε πέναλτι σαν οράματα η Κουρουμπίλια και δεν θα γελούσε οι οικουμένη με το θέαμα που παρακολουθήσαμε, ούτε θα τρελαινόταν ο Ακης Μάτζιος με αυτά που είδε. Και μπορεί κάπου άλλου να βλέπαμε και ποδόσφαιρο, όχι μια φαρσοκωμωδία.

Πηγή

Advertisements

Τα πολλά κακά της μοίρας μας

000_APP2001112122637

Rencontre-t-on ce type d’affect ailleurs qu’en France ?

Je rentre d’Australie, où la rencontre avec les aborigènes m’a fait éprouver une espèce de choc anthropologique radical. Là-bas, il y a justement un gros problème d’altérité. Les aborigènes – extrême anthropologique, mais révélateur – ont une espèce de dénégation, viscérale, profonde de ce que nous pouvons représenter et de ce que nous pouvons être. Comme si ces peuples-là avaient aussi la haine. II y a là quelque chose d’irrémédiable, d’irréductible. On pourra leur prodiguer toute la charité universelle dont nous sommes capables, essayer de les comprendre, de les aimer, il y a chez eux une sorte d’altérité radicale qui ne veut pas être comprise, et qui ne le sera pas.

J’ai l’impression que le fossé s’élargit entre ces gens-là et le monde qui, depuis les Lumières, s’est développé autour de l’universel. En même temps qu’on a inventé l’universel, on a découvert l’autre, le vrai, celui qui ne rentre justement pas dans l’universel et dont la singularité insiste quoique désarmée et impuissante. J’ai l’impression que le fossé entre une culture de l’universel et ce qui reste de singularités se durcit et se creuse. Ces gens-là ne peuvent pas se permettre de passions offensives ; ils n’en ont pas les moyens. Mais il leur reste le mépris. Je crois que, profondément, ils nous méprisent avec un sentiment irréductible de rejet. Les jeunes des banlieues sont une des versions possibles de ce phénoméne, mais intégrée, alors que ce qui reste, dans le tiers monde, de ce qui a été détruit ou virtuellement exterminé garde une passion de revanche radicale, une espèce de réversion absolue qui n’est pas près de s’atténuer.

Ce sentiment contemporain de haine est·il assimilable à ce qu’on appelait, il y a peu encore, la haine de classe ?

Je ne crois pas. Cela restait, paradoxalement, une passion bourgeoise. Cette haine-là avait un objectif ; elle pouvait se théoriser et elle l’a été. Elle se formulait, elle avait une action possible, elle portait une action historique et sociale. Il y avait un sujet, le prolétariat, des structures, les classes, des contradictions. La haine dont nous parlons n’a pas de sujet ; elle n’a pas d’action possible. Elle ne s’extériorise que par des acting out. Son mode d’existence n’est plus celui de l’action historique, mais celui de l’acting out violent, autodestructeur. La haine peut facilement se renverser contre soi­-même, elle peut devenir aussi haine de soi, destruction de soi. Voyez le suicide du chanteur du groupe Nirvana. Il voulait donner à son dernier album le titre suivant : « I hate myself and I want to die », « j’ai la haine de moi et je veux mourir ». La haine de classe fait désormais partie de notre patrimoine, en tout cas du patrimoine européen.

Dans les années 80, certains intellectuels diagnostiquaient la fin des passions politiques. La haine n’en est-elle pas une nouvelle forme ou une nouvelle figure ?

On se situerait au-delà de la fin ? Pourquoi ne pourrait-il pas y avoir une indifférenciation politique, qui ne serait pas forcément le dernier mot de l’histoire, avec, à un moment donné, un retournement, une haine de… Peut-être que les dernières pulsions sont contre l’histoire, contre le politique. Peut-­être que ce qui fait événement maintenant se fabrique non plus dans le sens de l’histoire ou dans la sphère politique, mais contre. Il y a une désaffection, un ennui, une indifférence, qui peuvent brusque­ment se cristalliser de façon plus violente, selon un processus de passage instantané à l’extrême, s’accélérer aussi. L’indiffé­rence n’est pas du tout la mer d’huile, l’encéphalogramme plat. L’indifférence est aussi une passion.

Πηγή

Πρωτο-νεοελληνισμός

sofos4

Δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:

«H ελληνίζουσα αυτή στάση, συνδεδεμένη καθώς ήταν με την Πλατωνική σκέψη, κατέληξε να έχει όχι μόνο θρησκευτικές αλλά και σαφείς πολιτικές συνέπειες. Το γεγονός ότι η Πλατωνική σκέψη, σε αντίθεση με την Αριστοτελική, δεν είχε αφομοιωθεί από την παγκόσμια κληρονομιά της Εκκλησίας και έτσι αδρανοποιήθηκε στη Χριστιανική συνείδηση, σήμαινε ότι ήταν ιδιαιτέρως δεμένη με έναν μη- Χριστιανικό κόσμο, και κυρίως με την Αρχαία Ελλάδα με την δική της ιστορική κληρονομιά· έτσι η σπουδή της έδωσε ώθηση, κατά τρόπο που δεν το έκανε η Αριστοτελική, σε ένα είδος εθνικής Ελληνικής συνείδησης, αντιτιθέμενης στην υπερ-εθνική Χριστιανική συνείδηση. Επιπλέον, η Ελληνική αυτή συνείδηση ενεργοποιήθηκε, ιδίως μετά τις Σταυροφορίες, από ένα μίσος κατά της Λατινικής Δύσης. Αλλά η σύγχρονη σκέψη της Λατινικής Δύσης, υπό την αυξανόμενη επιρροή των Σχολαστικών, σφραγιζόταν και αυτή από έναν έντονο Αριστοτελικό χαρακτήρα, γεγονός που εξηγεί την ταχεία αποδοχή της στην Ελληνική Ανατολή […]

Ο Πλήθων διασαφήνισε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους Βυζαντινούς προκατόχους του το ψυχολογικό έδαφος επί του οποίου βλάστησε ένας μη- Χριστιανικός, κοσμικός, ακόμα και συναισθηματικός ελληνισμός. Διότι αν αυτός αντιπαρέθετε στον Χριστιανισμό κάτι που θεωρούσε ως μεταφυσική και πανανθρώπινη παράδοση, οι λόγοι που καθόρισαν την επιλογή του φαίνεται να είναι αυτοί που ικανοποιούσαν τόσο τα εθνικιστικά, ελληνικά του αισθήματα, όσο και το φιλοσοφικό, συνεχόμενο από τον ορθολογισμό, πνεύμα του· έτσι, τα κριτήρια που σιωπηρά παρουσίαζε ως κριτήρια παράδοσης, δεν ήταν μεταφυσικά και πανανθρώπινα, αλλά απλώς εθνικά και Ελληνικά. Αν ο Πλήθων αξίζει να αποκαλείται, όπως συμβαίνει, ο πρώτος των Νεοελλήνων, αυτός είναι ο κυριώτερος λόγος […]

Πηγή: Philip Sherrard, Ελληνική Ανατολή και Λατινική Δύση, εκδόσεις Αρμός, 2019, σ. 226-227 και 247.

Θρησκεία και απουσία οντολογικών πεποιθήσεων

1--122-thumb-large

Eίναι πολύ γνωστό ότι θρησκευόμενοι και μη θρησκευόμενοι, συντηρητικοί και άθεοι των ημερών μας, μοιράζονται το «κοινό πεδίο» της…ελαφρότητας…:

Είναι πάντως κατανοητό πως η σημασία της θρησκείας δεν έγκειται τόσο στις μεταφυσικές πεποιθήσεις για την ύπαρξη ενός υπέρτατου Οντος ή πνευμάτων με υπερφυσικές ιδιότητες, όσο στη λειτουργία που οι σχετικές πεποιθήσεις επιτελούν στη ζωή ατόμων και κοινωνιών. Ετσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με αυτή την άποψη, εκείνο που μετράει, ή θα έπρεπε να μετράει περισσότερο για ένα χριστιανό, δεν είναι τόσο η διδασκαλία για τη φύση του Τριαδικού Θεού, την Ανάσταση εκ νεκρών και τη μετά θάνατον ζωή, όσο το πρακτικό αντίκρισμα των σχετικών δογμάτων και η νοηματοδότηση και καθοδήγηση του βίου την οποία καθιστούν δυνατή.

Για ορισμένους φιλοσόφους που διευρύνουν και προεκτείνουν αυτή τη γραμμή σκέψης, ενδιαφέρουν πρωτίστως, η αξιακή-πνευματική υφή της θρησκευτικής στάσης ζωής και όχι οι συγκεκριμένες οντολογικές τοποθετήσεις που τη συνοδεύουν, οι οποίες βρίσκονται στο στόχαστρο παλαιών και πρόσφατων αθεϊστικών επιθέσεων.

Πηγή

Η αντικειμενική Εσπερία και τα εσπεριδοειδή

αρχείο λήψης

Pressure for Corfu autonomy grows

«Πέτρα του σκανδάλου» σε όλη αυτή την υπόθεση είναι η δημοσιογράφος που υπογράφει αυτό το ρεπορτάζ και είναι ελληνικής καταγωγής. Η Μαρία Μαργαρώνη, που έχει γεννηθεί στο Λονδίνο κι εργάζεται για το BBC, προκάλεσε την οργή τόσο της κυβέρνησης όσο και των ακραίων εθνικιστικών κύκλων. Οι οποίοι έχουν εξαπολύσει επίθεση σε βάρος της δημοσιογράφου μέσω των social media.

Η αλήθεια είναι ότι επρόκειτο για ένα δημοσίευμα που στηρίχθηκε σε μία συνέντευξη κάποιου που μιλά για καταπίεση της «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Το ρεπορτάζ δεν ζητά δηλώσεις και από άλλους στην Ελλάδα, ακόμη και από στελέχη π.χ. της οργάνωσης «Ουράνιο Τόξο» που έχει κατέβει και στις εκλογές με αιχμή τα δικαιώματα των «Μακεδόνων» στην Ελλάδα.

Δεν μπορεί με λίγα λόγια το ρεπορτάζ να στηριχθεί στις δηλώσεις ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που δημιουργεί ένα κλίμα το οποίο εν τέλει δεν υφίσταται.

Μιλώντας στον ΑΝΤ1 η Μαρία Μαργαρώνη τονίζει: «Ποτέ στην καριέρα μου δεν έχω δεχθεί τόσα πολλά μηνύματα. Δεν περίμενα τέτοιες αντιδράσεις».

Πηγή

Σχεσιοκρατία και απόλυτο

1441img01

Philip Sherrard, Ελληνική Ανατολή και Λατινική Δύση, εκδόσεις Αρμός, 2019: 110-111

Οι άνθρωποι, οι πληθυσμιακές ομάδες είναι αυτό που είναι, και το να τους προσφέρεις την Αλήθεια με μορφή που αδυνατούν να προσλάβουν, σχεδόν ισοδυναμεί με το να μην τους την προσφέρεις καθόλου. Με αυτό δεν σημαίνει ότι αποδεχόμαστε μιάν απεριόριστη σχετικότητα στα θέματα της θρησκείας: υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ένα σύνολο εξωτερικών μορφών και δογμάτων τα οποία αποτελούν την αυθόρμητη έκφραση της ίδιας της Αλήθειας, τα οποία διαμορφώθηκαν σε αρμονία με τις ανάγκες και τη δεκτικότητα μέρους της ανθρωπότητας που ζει σε συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον, και των απλών εικασιών που κάνει ο άνθρωπος ανάλογα με τη δική του ανθρώπινη αντίληψη των πραγμάτων. Σημαίνει όμως ότι η υπερβατική ενότητα, ή εσωτερική ταυτότητα όλων των θρησκειών, αντιστοιχεί σε κάποιες εξωτερικές μορφές και δόγματα κι ακόμη ότι, παρότι σε σχέση με την ίδια την Αλήθεια όλες οι διατυπώσεις της είναι σχετικές, ωστόσο κάθε μία τείνει να είναι απόλυτη εν σχέσει με το συγκεκριμένο περιβάλλον στο οποίο προσαρμόζεται. Από την άποψη αυτή, κάθε τέτοια διατύπωση της Αλήθειας τείνει να αποκλείει κάποιαν άλλη, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, και μόνο κάποιος ο οποίος έχει υπερβεί εντελώς τις διατυπώσεις και έχει συνειδητοποιήσει την Αλήθεια στην καθολική της μορφή μπορεί να διακρίνει την εσωτερική τους αρμονία.

Αγιου Ιουστινου Ποποβιτς – Δογματικη Ορθοδοξη Φιλοσοφια της Αληθειας

b887070275de43d5cbb3ce57b25073ad

Ο άγιος Ιουστίνος υπογραμμίζει ότι ο Ουμανισμός, για τον οποίο καυχάται η εποχή μας (ας δούμε πόσες αυταπάτες μπορεί σήμερα να καλύψει η ουμανιστική έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), είναι ο αντίποδας του ευαγγελισμού του Θεανθρώπου, είναι η προβολή ενός παγκόσμιου ειδώλου, που η σύνθεσή του έγινε με τέτοια απάτη, ώστε να μπορεί να μας υποδουλώσει με ευκολία.

Ασφαλώς, η από τον άγιο Ιουστίνο απόδοση τέτοιων χαρακτηρισμών στον Ουμανισμό, δυσαρεστεί ένα μέρος της σύγχρονης κοινωνίας, για την οποίαν ο Ουμανισμός είναι ένα σύμβολο, που εκφράζει την ανωτερότητα του σύγχρονου πολιτισμού απέναντι όλων των προγενέστερων.

Σήμερα θέλουν, στο όνομα του Ουμανισμού, να ερμηνεύσουν το παρόν διά του παρελθόντος, τον άνθρωπο διά του ζώου και το ζώο διά της ύλης, τη θρησκεία διά της κοινωνίας και την κοινωνία διά της οικονομίας, τις αξίες διά του συμφέροντος, την ηθική ζωή διά των ενστίκτων, τη ζωή των ωρίμων διά της παιδικότητας, και τη γνώση των όντων διά της εκπαιδεύσεως. Έτσι, απορροφούν τη ζωή της Εκκλησίας εντός του κοινωνικού γίγνεσθαι και της εγκοσμιότητας, ελαχιστοποιούν το ιερό στην αίσθηση της προσωπικής ευαισθησίας, και την ποιμαντική στη διοικητική διεκπεραίωση και εξάσκηση του καθήκοντος.

Η απαράδεκτη απαίτηση του Ουμανισμού είναι να μας εντάξει σ’ ένα απόλυτο και προκαθορισμένο αναπτυξιακό πρόγραμμα­, ενός παγκόσμιου κανόνα που παρέχει τη δυνατότητα ερμηνείας όλων των αναζητήσεων του παρελθόντος – προ πάντων του Χριστιανισμού – ως απλών σταθμών στην πορεία της σταδιακής εξελίξεως. Έτσι, λίγο-λίγο θα διαμορφωθεί μία κοινή δογματική διδασκαλία, που τείνει να γίνει μοναδικός τρόπος σκέψεως στη Δύση, και που φιλοδοξεί να εκτείνει την επιρροή της σ’ όλη τη γη, εμφανιζόμενη ως κανόνας της παγκόσμιας προόδου, ως ένας δογματικός Ουμανισμός, ως χειραφέτηση που οδηγεί μεν στη λήθη των «μεσαιωνικών προλήψεων», ανοίγει δε επί τέλους τον δρόμο της αρμονικής αναπτύξεως των ανθρωπίνων σχέσεων. Παρουσιάζοντας μάλιστα τη θρησκεία, ιδιαιτέρως στα σχολεία, σαν μία σύνθεση για απλή κατανάλωση, εργάζονται για την παρουσίασή της, ως είδους ξεπερασμένου. Εμποδίζουν πλέον την κυκλοφορία βιβλίων, τα οποία δεν παρουσιάζουν τη θρησκείαν ως αντικείμενο πολυσυζητημένο, ξεπερασμένο, μουσειακό. Ενσπείρουν παγκοσμίως την αμφιβολία και την υποψία για τη θρησκεία. Η πίστη εξορίζεται στην τάξη, στο επίπεδο του αρχαϊσμού, η αποκάλυψη είναι άχρηστη ως μη εμπορεύσιμη, και η λειτουργική τάξη, το λειτουργικό Τυπικό, είναι, κατά την αντίληψη του Ουμανισμού, κάτι το «λαογραφικό», ένα σύνολο λατρευτικών εθίμων των αφελών θρησκόληπτων ανθρώπων.

Πηγή

George Tyrrell (1861-1909)

George_Tyrrell_(1861-1909)

Ο Tyrrell (1861-1909), ο σαφέστερος «μοντερνιστής», στο βιβλίο του Am I Catholic?, το οποίο αποτελεί απάντηση στον Καρδινάλιο Mercier (1851-1926), εξετάζει την Εκκλησία από μία οπτική γωνία, η οποία δεν είναι κατά κανένα τρόπο Καθολική, αλλά δεν είναι ούτε και Προστεσταντική, σε αντίθεση με τις διακηρύξεις του επίσημου Καθολικισμού. Η προσέγγιση του Tyrrell είναι Ορθόδοξη, παρά το ότι ο ίδιος δεν το γνωρίζει (όμως κάποιες φορές αναφέρεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία). Δεν τοποθετεί τον προτεσταντικό ατομικισμό απέναντι στο αυταρχικό δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά εκθέτει ένα μάλλον περίεργο κολλεκτιβισμό, αυτό που εμείς οι Ορθόδοξοι αποκαλούμε «καθολικότητα» (Sobrornost)

Πηγή: Ν. Μπερντιάεφ, «Ορθοδοξία και οικουμενικότητα», Σύναξη, 144 (2017), σ. 14. 

At that time, the philosophy dominant in Jesuit institutions was a kind of Thomism peculiar to themselves, being mediated through the 16th-century Jesuit philosopher Francisco Suárez. Disagreeing with this stance, Fr Tyrrell came into conflict with other faculty members, and in 1896 was transferred to Farm Street, the celebrated church of his order in London. There he discovered the work of the French philosopher Maurice Blondel, which heavily influenced him. Fr Tyrrell published a book attacking scholasticism in general in 1899. He maintained that the truths of the Faith must be re-expressed in every age – even if that meant contradicting earlier expressions of the Faith. He was reassigned to a small Yorkshire mission church.

His views – similar to those held by a number of Jesuits and Dominicans in particular – were seen as eroding the immutable nature of Catholicism. Fr Tyrrell was asked to recant them in 1906; refusing to do so, he was expelled from the Society of Jesus. The following year, Pope St Pius X in the decree Lamentabili and the encyclical Pascendi condemned these ideas, dubbed “Modernism”, as the “synthesis of all heresies”.

Πηγή

Ρογέριος ρήξ

Χρονογραφίες

Σίγουρα, ὁ Χριστὸς συγκατατίθεται στὸ νὰ στέφει ρῆγες καὶ στὶς βαρβαρικὲς φυλές, προκειμένου νὰ ἐγκατασταθεῖ ἔστω μιᾶς κάποιας λογῆς τάξη καὶ νὰ μὴν τρῶνε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὶς χῶρες τους, καὶ νὰ ἀρχίσουν νὰ ζοῦν μὲ κάποιας λογῆς ἠρεμία καὶ ἀγάπη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος οὐδέποτε θὰ ἔστεφε Βασιλέα ἕναν βάρβαρο κάτοχο τῆς Σικελίας ἢ ἄλλης χώρας. Μόνο ἐμεῖς ἔχουμε βασιλέα, τὸν ἀνίκητο Ἰωάννη Κομνηνό, οἱ ἄλλοι ἔχουν ρῆγες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ ψηφιδωτοῦ λέει «ρὴξ» καὶ ὄχι «βασιλεύς». Καὶ εἶναι στὰ ἑλληνικὰ γραμμένη, κι ὄχι στὰ λατινικά, στὰ ὁποῖα rex καὶ βασιλιὰς σημαίνουν τὸ ἴδιο. Ὁ ἀνόητος βάρβαρος δὲν θὰ κατάλαβε τὴ διαφορά, καὶ θὰ πρέπει νὰ τὸν κορόιδεψαν χοντρὰ οἱ ρωμαῖοι ψηφοθέτες, ποὺ τοῦ πέταξαν κατάμουτρα τὸ «ρήξ». Γιὰ πάντα ἀναγραφόμενος ὡς σκέτος ρήγας, ὁ Σικελός μας φορᾶ τὸν λῶρο καὶ μοιάζει μὲ χωριάτη ποὺ ξαφνικὰ φόρεσε ἐπίσημη στολή, σὰν στὶς ἀπόκριες, ἀλλὰ δὲν ξέρει…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 32 επιπλέον λέξεις

Choiseul Gouffier και Ελληνισμός

αρχείο λήψης

Το σχέδιο της ανυποταγής, αντίστασης του ελληνικού έθνους στους εκάστοτε καταπιεστές του, ως συνέχεια αυτού του έθνους, ήταν δημιούργημα του Γάλλου περιηγητή και διπλωμάτη Σουαζέλ-Γκουφιέ. Οι φιλελεύθεροι φιλέλληνες ιστοριογράφοι που σφυρηλάτησαν μια πρώτη συνεκτική εκδοχή ενός ελληνικού εθνικού αφηγήματος-όπως ο Τζέιμς Έμερσον (1804-1869) και ο Τζωρτζ Φίνλεϋ (1799-1875), οφείλουν σε αυτόν τον οπαδό της πεφωτισμένης απολυταρχίας την έμφαση στο πνεύμα της διαχρονικής αντίστασης των Ελλήνων, όπως βεβαίως του οφείλει ολόκληρο το φιλελληνικό κίνημα την ίδια την ιδέα της ίδρυσης ενός αληθινά ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, χωρίς κηδεμονίες και υποτέλειες. Του οφείλουμε όμως και την πλέον χαρακτηριστική αποτύπωση της αξιολογικής φόρτισης με την οποία αντιμετώπιζαν το ελληνικό ιστορικό παρελθόν, όπως και την ίδια έννοια Έλληνας, οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, ευρωπαϊκού και νεοελληνικού. Έλληνες για τον Σουαζέλ-Γκουφιέ, άξιζαν να αποκαλούνται όσοι διατηρούσαν άσβεστο τον πόθο της ελευθερίας, ενώ δεν το δικαιούνταν όσοι είχαν συμβιβαστεί με τον οθωμανό κατακτητή. «Πραγματικοί Έλληνες» ήταν λοιπόν, όπως αποφαινόταν, οι κάτοικοι της υπαίθρου, και δη των ορεινών περιοχών. Αντίθετα, οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων ντρόπιαζαν το όνομα του λαού τους…

Πηγή: Γ. Κουμπουρλής, «Εθνική ταυτότητα, εθνικός χαρακτήρας και εθνικό αφήγημα: ζητήματα ερμηνείας της ιστορίας του ελληνικού έθνους κατά τη μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ιστορισμό», στο Ελλην, Ρωμηός, Γραικός, 619.