Καυγάδες πριν την καταστροφή

Franzen-ClimateChange

There is infinite hope,” Kafka tells us, “only not for us.” This is a fittingly mystical epigram from a writer whose characters strive for ostensibly reachable goals and, tragically or amusingly, never manage to get any closer to them. But it seems to me, in our rapidly darkening world, that the converse of Kafka’s quip is equally true: There is no hope, except for us.

I’m talking, of course, about climate change. The struggle to rein in global carbon emissions and keep the planet from melting down has the feel of Kafka’s fiction. The goal has been clear for thirty years, and despite earnest efforts we’ve made essentially no progress toward reaching it. Today, the scientific evidence verges on irrefutable. If you’re younger than sixty, you have a good chance of witnessing the radical destabilization of life on earth—massive crop failures, apocalyptic fires, imploding economies, epic flooding, hundreds of millions of refugees fleeing regions made uninhabitable by extreme heat or permanent drought. If you’re under thirty, you’re all but guaranteed to witness it.

If you care about the planet, and about the people and animals who live on it, there are two ways to think about this. You can keep on hoping that catastrophe is preventable, and feel ever more frustrated or enraged by the world’s inaction. Or you can accept that disaster is coming, and begin to rethink what it means to have hope.

Even at this late date, expressions of unrealistic hope continue to abound. Hardly a day seems to pass without my reading that it’s time to “roll up our sleeves” and “save the planet”; that the problem of climate change can be “solved” if we summon the collective will. Although this message was probably still true in 1988, when the science became fully clear, we’ve emitted as much atmospheric carbon in the past thirty years as we did in the previous two centuries of industrialization. The facts have changed, but somehow the message stays the same.

Psychologically, this denial makes sense. Despite the outrageous fact that I’ll soon be dead forever, I live in the present, not the future. Given a choice between an alarming abstraction (death) and the reassuring evidence of my senses (breakfast!), my mind prefers to focus on the latter. The planet, too, is still marvelously intact, still basically normal—seasons changing, another election year coming, new comedies on Netflix—and its impending collapse is even harder to wrap my mind around than death. Other kinds of apocalypse, whether religious or thermonuclear or asteroidal, at least have the binary neatness of dying: one moment the world is there, the next moment it’s gone forever. Climate apocalypse, by contrast, is messy. It will take the form of increasingly severe crises compounding chaotically until civilization begins to fray. Things will get very bad, but maybe not too soon, and maybe not for everyone. Maybe not for me…………

Πηγή

Shut Up, Franzen

Climate change is real, and things will get worse. But because we understand the driver of potential doom, it’s a choice, not a foregone conclusion

No hay problema con los ucranianos o moldavos, pero los musulmanes no se integran

1573499595_126567_1573499876_noticia_normal_recorte1

“No soy racista, pero mira. Y así todos los días». Hay que mirar, según Antonio, a dos madres que empujan sendos carritos de bebé ataviadas con un pañuelo en la cabeza por la plaza del Ayuntamiento de San Pedro del Pinatar. Este pueblo es uno de los 16 municipios en los que Vox ganó el domingo en Murcia, la única autonomía en la que la extrema derecha fue la fuerza más votada con el 28%. “El elemento decisivo es la inmigración. No somos más patriotas que nadie, ni estamos más en contra de los LGTB. No hay problema con los ucranianos o moldavos, pero los musulmanes no se integran. Tiene otra cultura, otros hábitos. Mira otra vez”, reitera Antonio, seguidor de Vox, al paso de otra mujer con pañuelo.

“Ya ves, en qué molestan esas mujeres”, comenta unos metros mas allá Fabiola, vecina de la población de 27.740 habitantes, según el padrón, de los cuales el 7.814 son inmigrantes (el 40% de Marruecos) dedicados fundamentalmente a la agricultura. “Yo creo que se ha castigado a Pablo Casado, porque en las municipales gana el PP. Y es verdad que hay mucha inmigración, pero tampoco es un pueblo conflictivo y ni nada de eso”, añade. “Lo que hay es racismo contra los que venimos de África”, apunta Athmame, marroquí de 18 años, que llegó a España hace cuatro para reunirse con su padre, que se labró una vida en el campo tras llegar en patera hace más de una década. El joven se pregunta cuántos españoles están dispuestos a trabajar en el campo como los inmigrantes, colectivo que la formación de Santiago Abascal ha puesto en el disparadero.

Πηγή

Φτιάχνουν πάρκα για τους σκύλους, αλλά όχι κατοικίες για εμάς

00homeless-backlash01-jumbo

Insults like “financial parasites” and “bums” have been directed at them, not to mention rocks and pepper spray. Fences, potted plants and other barriers have been erected to keep them off sidewalks. Citizen patrols have been organized, vigilante style, to walk the streets and push them out.

California may pride itself on its commitment to tolerance and liberal values, but across the state, record levels of homelessness have spurred a backlash against those who live on the streets.

Gene Gorelik, a property developer in Oakland and an aggressive critic of the homeless, recently suggested luring the thousands of homeless people in the San Francisco Bay Area onto party buses stocked with alcohol and sending them on a one-way trip to Mexico. “Refugee camps in Syria are cleaner than this,” he said in an interview at a fast-food restaurant in Oakland that overlooks a homeless encampment.

Homelessness is an expanding crisis that comes amid skyrocketing housing prices, a widening gap between the rich and poor and the persistent presence on city streets of the mentally ill and drug-dependent despite billions of dollars spent to help them.

Πηγή

Η παράλληλη σημαία της άλλης Βολιβίας

f768x0-290296_290314_13

Los afines a Morales la empuñan en sus violentas manifestaciones, muchas de las cuales terminaron en saqueos; mientras que los que son víctimas de estas agresiones las usan como símbolo de paz para proteger sus viviendas, vehículos o negocios.

La nueva Constitución Política del Estado   establece que la wiphala es uno de los símbolos patrios de Bolivia. El artículo 28 señala que se trata de un símbolo “sagrado que identifica el sistema comunitario basado en la equidad, la igualdad, la armonía, la solidaridad y la reciprocidad”.

 Y el uso de la bandera como símbolo de paz y protección no sólo se restringe a La Paz; en la ciudad de El Alto las familias pintaron en sus fachadas “la wiphala se respeta” e izan el símbolo, igual que los comerciantes, que plantan la bandera a la vista.

Πηγή

Πολυτεχνείο 1973_4: η επαφή με το Ιερό

αρχείο λήψης

«Θυμάμαι πολύ καλά, βεβαίως, όταν μπήκε το τανκ, τη στιγμή που εισέβαλαν οι στρατιώτες μέσα. Επειδή ακριβώς εκείνη τη στιγμή γινόταν χειροπιαστή αυτή η ιερότητα, γιατί ήταν η στιγμή που δημιουργούνταν ένα σύμβολο- αυτό τό νιώθαμ΄ όλοι μας-, δεν μιλάγαμε. Και οι στρατιώτες μπήκαν μ’ ένα δέος και με τα όπλα χαμηλωμένα. Και μας προστάτευαν από κάποιους αστυνομικούς που θέλανε να κάνουνε βιαιότητες. Εκεί που ήμουνα, δηλαδή στην κατεξοχήν σκηνή του δράματος, αισθάνθηκα (και το αισθάνομαι και τώρα που σου μιλώ) ένα δέος απίστευτο, η επαφή με το ιερό. Δηλαδή, εκείνη τη στιγμή ξέραμε ότι τίποτα δεν μπορεί να μας αγγίξει. Και το ίδιο καταλαβαίναν κι οι άλλοι. Αυτή είναι η δική μου σύνοψη του βαθυτάτου ψυχικού αντικρίσματος εκείνης της στιγμής. Αυτά τα δύο θυμάμαι, ως τα κορυφαία πράγματα για το πνεύμα του γεγονότος: το εκτός τόπου και χρόνου τραγούσι και το εντός τόπου και χρόνου ιερό της στιγμής που το καταλαβαίνει κι ο εχθρός. Είναι σαν τους Πέρσες του Αισχύλου. Εκεί, όπως ξέρεις, ο εχθρός πλέκει το εγκώμιο των Αθηναίων…»

Μαρτυρία N. Σιδέρη, απόσπασμα από το Ι. Χανδρινού (επιμ.), Όλη νύχτα εδώ. Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2019, σ. 622

Οι μετεξεταστέοι των μετρήσεων των μετεξεταστέων

doc20191122--2

Και να οι επιστημονικές (!) στατιστικές μετρήσεις, και να τα συμπεράσματα που έχουν πολύ πλάκα (στο άρθρο) περί ιδιωτικών σχολείων και διαδικτύου. Οποιοσδήποτε έχει παιδιά και την ψάχνει κάπως ελαχίστως δεν περιμένει τις ανοησίες των στατιστικών για να διαπιστώσει ότι όντως τα παιδιά συνολικά είναι «αμόρφωτα», και όχι μόνο τα μη προνομιούχα, και αυτό έχει να κάνει με το γενικότερο κλίμα αμορφωσιάς της εποχής (σε όλα τα επίπεδα), με την συστηματική απαξίωση των κλασικών σπουδών και μαθημάτων, με την απουσία σοβαρών πολιτικών συζητήσεων και αναλύσεων, με την πολύ τηλεόραση και τα κινητά κλπ. Δεν θέλει καμία φιλοσοφία. Οι στατιστικές είναι της πλάκας, και σκόπιμες (περί ιδιωτικών σχολείων).

Μεγάλη ήττα της ΜΚΟ Εκκλησίας

21267676

H MKO Εκκλησία νόμιζε ότι αν παίξει με τους όρους της «νέας εποχής» θα την έβγαζε καθαρή. Δεν έχουν καταλάβει ότι ο κοσμικός-φιλελεύθερος-πολυπολιτισμικός φονταμενταλισμός είναι πολύ πιο δυνατός από κάθε άλλον. Δεν πειράζει. Δεν μπορείς εσαεί να είσαι τηλεοπτικό προϊόν. Ο σταλινισμός της ορθής σκέψης θα σε καταπιεί. Τι κρίμα!!!!

Μήνυση κατά του πατέρα Αντωνίου της «Κιβωτού του Κόσμου» για ρατσιστική συμπεριφορά

Against Economics

Robert Skidelsky, London, 2013

Robert Skidelsky, London, 2013

Keynes himself was staunchly anti-Communist, but largely because he felt that capitalism was more likely to drive rapid technological advance that would largely eliminate the need for material labor. He wished for full employment not because he thought work was good, but because he ultimately wished to do away with work, envisioning a society in which technology would render human labor obsolete. In other words, he assumed that the ground was always shifting under the analysts’ feet; the object of any social science was inherently unstable. Max Weber, for similar reasons, argued that it would never be possible for social scientists to come up with anything remotely like the laws of physics, because by the time they had come anywhere near to gathering enough information, society itself, and what analysts felt was important to know about it, would have changed so much that the information would be irrelevant. Keynes’s opponents, on the other hand, were determined to root their arguments in just such universal principles.

It’s difficult for outsiders to see what was really at stake here, because the argument has come to be recounted as a technical dispute between the roles of micro- and macroeconomics. Keynesians insisted that the former is appropriate to studying the behavior of individual households or firms, trying to optimize their advantage in the marketplace, but that as soon as one begins to look at national economies, one is moving to an entirely different level of complexity, where different sorts of laws apply. Just as it is impossible to understand the mating habits of an aardvark by analyzing all the chemical reactions in their cells, so patterns of trade, investment, or the fluctuations of interest or employment rates were not simply the aggregate of all the microtransactions that seemed to make them up. The patterns had, as philosophers of science would put it, “emergent properties.” Obviously, it was necessary to understand the micro level (just as it was necessary to understand the chemicals that made up the aardvark) to have any chance of understand the macro, but that was not, in itself, enough.

The counterrevolutionaries, starting with Keynes’s old rival Friedrich Hayek at the LSE and the various luminaries who joined him in the Mont Pelerin Society, took aim directly at this notion that national economies are anything more than the sum of their parts. Politically, Skidelsky notes, this was due to a hostility to the very idea of statecraft (and, in a broader sense, of any collective good). National economies could indeed be reduced to the aggregate effect of millions of individual decisions, and, therefore, every element of macroeconomics had to be systematically “micro-founded.”

Πηγή

Η Γιουγκοσλαβία του Peter Handke

αρχείο λήψης

Kein Wort von dem, was ich über Jugoslawien geschrieben habe, ist denunzierbar, kein einziges. Das ist Literatur“, sagt Autor Peter Handke in einem Interview, das in der aktuellen Ausgabe des deutschen Magazins „Zeit“ erschienen ist, über seine Serbien-Reiseberichte. Ausführlich äußert er sich in dem Gespräch über seine proserbische Haltung während der Jugoslawien-Kriege.

„Ich habe mich keinen Augenblick verbeugt, weder innerlich noch äußerlich“, sagt er über seinen Besuch bei Milošević im Gefängnis. „Ich wollte ihn anhören (. . .) Ich habe mir angehört, was er zu sagen hatte.“ Und zu seiner Anwesenheit bei Milošević’ Begräbnis: Es sei auch „das Begräbnis von Jugoslawien“ gewesen. „Jugoslawien hat für mich etwas bedeutet. Und wenn man mir jetzt mit Serbien kommt, ist man unredlich. Ich bin wegen Jugoslawien hin.“ Im Zusammenhang mit seiner Kritik an der seiner Meinung nach einseitigen Berichterstattung zu Serbien kritisiert Handke auch die deutsche Politik: „Wie konnte Deutschland Kroatien, Slowenien und Bosnien-Herzegowina anerkennen, wenn auf dem Gebiet mehr als ein Drittel orthodoxe und muslimische Serben lebten? So entstand ein Bruderkrieg, und es gibt keine schlimmeren Kriege als Bruderkriege.“

Πηγή

Είναι και τα ζώα υποκείμενα δικαίου;

Edwin_Landseer_Trial_By_Jury

Der Tierschutz steht seit 2002 als Staatsziel im Grundgesetz. Und Tiere haben Rechte, die im Tierschutzgesetz verankert sind. Aber können Tiere diese Rechte auch einklagen? Können sie vor Gericht ziehen und ihre Halter verklagen?

Ja, sagt die Tierschutzorganisation „Peta“. Im Namen aller in Deutschland gehaltenen rund 22 Millionen männlicher Ferkel, die noch immer jährlich ohne Betäubung kastriert werden, reichte die Organisation am Dienstag vor dem Bundesverfassungsgericht in Karlsruhe eine Verfassungsbeschwerde ein.

Nach ihrer Ansicht sind die Fristverlängerung der betäubungslosen Kastration männlicher Ferkel sowie die ab dem kommenden Jahr zugelassene Betäubung der Tiere mit dem umstrittenen Narkosegas Isofluran verfassungswidrig.

Πηγή