Όπως σημειώναμε και με αφορμή τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τη γενικότερη αστυνομική βία στις ΗΠΑ, η ιδέα πως τα μέλη των μειονοτήτων προσδιορίζοντα αποκλειστικά και μόνον ως Μαύροι, Ισπανόφωνοι, Ασιάτες, κ.ο.κ., τουλάχιστον πρωταρχικά, αποτελεί κομμάτι του αντιρατσιστικού ιδεολογήματος των Λευκών αριστερών διανοούμενων αλλά και των ανώτερων στρωμάτων της εκάστοτε μειονότητας, τα οποία, πολύ συχνά, χρωστούν την κοινωνική τους άνοδο είτε στις πολιτικές θετικών διακρίσεων του αμερικανικού κράτους είτε, γενικότερα, στη χρήση του αντιρατσισμού ως εργαλείου εξουσίας εντός της κοινότητας καταγωγής τους[2]. Για τον μέσο Αφροαμερικανό ή ισπανόφωνο Αμερικανό τα βασικά προβλήματα άπτονται περισσότερο ζητημάτων μισθού και καθημερινής επιβίωσης παρά φυλετικής ταυτότητας. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση ενός Λευκού εργάτη ή μικροαστού, μπορούν κι αυτοί με τη σειρά τους, για τους ίδιους ή παρεμφερείς λόγους, να γοητευτούν από την τραμπική ρητορική. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους αυταπάτες δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν ως κάτι το αδιανόητο: ο ρατσισμός του Τραμπ απασχολεί κυρίως τους Λευκούς αντιρατσιστές κι όχι τόσο τα μέλη των μειονοτήτων (και δη των χαμηλότερων, ταξικά, στρωμάτων τους), μιας και είναι παρών κυρίως στη ρητορική κι όχι στις συγκεκριμένες πολιτικές του, οι οποίες επηρεάζουν τη ζωή των δεύτερων[3].

Δυστυχώς, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές της, η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είναι τόσο εμμονικά προσκολλημένη στον αντιρατσισμό, που αδυνατεί ν’ αντιδράσει στην κατάσταση αυτή. Όπως σωστά έχει ειπωθεί, «έγιναν κάποιες απόπειρες […], μέσω του κινήματος του Μπέρνι Σάντερς, για να διαμορφωθεί μια αριστερή πολιτική που θα λάμβανε υπόψη της την αποδοχή που έχει ο δεξιός ποπουλισμός. Ωστόσο, η βαρυτική έλξη της πολιτιστικής Αριστεράς ήταν τόσο δυνατή, που τράβηξε τον Σάντερς μακριά τόσο από τον σκεπτικισμό του απέναντι στην πολιτική ταυτοτήτων όσο και από το αρχικό του πολιτικό μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο πρωτεύον ζήτημα είναι η οικονομία∙ τελικά τον οδήγησε προς έναν σοσιαλισμό της πολιτικής ορθότητας, τον οποίο απέρριψε τόσο η Λευκή εργατική τάξη όσο κι οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι που αμφότεροι έδωσαν το Δημοκρατικό χρίσμα τον Μπάιντεν. Με την ήττα του Σάντερς και εκμεταλλευόμενη τη δύναμη που κατέχει μέσα σε θεσμούς της ολιγαρχίας και της δημόσιας διοίκησης, η Αριστερά στράφηκε σε πιο ανώδυνους στόχους, οι οποίοι βάζουν σε δεύτερο πλάνο την ταξική πολιτική».

Είναι επίσης γνωστό ότι από τη δεκαετία του ’70 κι εξής, με την απομάκρυνση του Δημοκρατικού κόμματος από τη λαϊκή του βάση και τη σταδιακή κυριάρχησή του από τη Λευκή, σπουδαγμένη ολιγαρχία των πανεπιστημίων και των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, ως κόμμα του λαού προβάλλονται πλέον οι Ρεπουμπλικανοί– ενάντια προφανώς σε κάθε οικονομική και κοινωνιολογική λογική. Όπως έξοχα συνοψίζει την κατάσταση ο Τόμας Φρανκ, «όταν οι Δημοκρατικοί εγκατέλειψαν την παράδοση της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να τη διεκδικήσουν. Για τα τελευταία 30 χρόνια ήταν η Δεξιά, όχι η Αριστερά, που διαμαρτυρόταν κατά των “ελίτ” και υποστήριζε τις λαϊκές αξίες σε πείσμα των διασήμων που τις χλεύαζαν. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008, ήταν οι συντηρητικοί στην πραγματικότητα που ξεκίνησαν ένα κίνημα διαμαρτυρίας από το προαύλιο του χρηματιστηρίου του Σικάγο. Στην εκστρατεία τού 2016 χαρακτήρισαν τον αθυρόστομο ηγέτη τους, τον Τραμπ, ως τον “δισεκατομμυριούχο των εργατών”, συγγενή και προστάτη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων».

Πηγή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s