Στον αγώνα….

Rubens-Rubenshuis-Buckingham

Εἶναι γνωστὸ ὅτι συνήθως, τὴν ἐργολαβία τῆς ἀντιπαράθεσης στὴν Ἀριστερὰ ἔχουν οἱ Ἀκροδεξιοί, οἱ ἐθνικοσοσιαλιστές, μοναρχικοί, φασίστες, Μεταξικοί, ἐμφυλιοπολεμικοὶ καὶ ἄλλοι. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι ἡ ἀνάληψη τῆς ἐργολαβίας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ κερδίζει πάντα ἡ Ἀριστερά, εἴτε θέλει κάποιος νὰ παραδεχτεῖ εἴτε ὄχι τὸ ἀντικειμενικὸ αὐτὸ γεγονὸς καὶ συνθήκη. Οἱ αἰτίες εἶναι πολλές, καὶ δὲν εἶναι μόνο οὔτε κυρίως ἐπικοινωνιακὲς ἢ «ζήτημα ἀτυχίας». Θέλουν-δὲ-θέλουν, οἱ Μουσουλίνι / Χίτλερ ἦταν στυγνοὶ κατακτητὲς τῆς Ἑλλάδας καὶ τὰ καθεστῶτα τους τραγωδίες. Ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν Ἀκροδεξιὰ γιὰ νὰ πᾶν κόντρα στὴν Ἀριστερά, εἶναι χαμένοι ἀπὸ χέρι στὸ καλὰ σκηνοθετημένο μεταπολιτευτικὸ θέατρο. Ἀκόμη καὶ ἀποκλειστικὰ γιὰ λόγους τακτικῆς θὰ ἔπρεπε νὰ γυρνοῦν μὲ ἀηδία ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο ὅταν βλέπουν τέτοια μορφώματα κι ἰδέες.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ φιλελεύθερη Δεξιὰ εἶναι πιὸ ἀριστερὴ κι ἀπὸ τὴν Ἀριστερά, κι ὅτι ἅμα δὲν φοβόταν τοὺς συντηρητικοὺς ψηφοφόρους της, θὰ ψήφιζε μὲ τὰ τέσσερα τὰ νομοσχέδια γιὰ τὸ κοινωνικὸ φύλο, καὶ θὰ κούναγε καὶ τὸ κεφάλι της καταφατικά. Δὲν ἔχουν τίποτε νὰ χωρίσουν ἀπὸ αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ψήφους τοῦ Μήτσου ἀπὸ τὰ Τρίκαλα, ποὺ σὲ λίγα χρόνια θὰ πεθάνει καὶ τοῦ ὁποίου τὰ παιδιὰ εἶναι καλοὶ κἀγαθοὶ μαζικοδημοκράτες μὲ συντηρητικὲς πινελιές (λεοπαρδαλί).

Τὴν ἀντιμετώπιση τῆς Ἀριστερᾶς δὲν μποροῦν νὰ φέρουν σὲ πέρας ὅσοι ἔχουν τὸ ἴδιο ἢ παρόμοιο λάιφστάυλ (τρόπο ζωῆς στὰ ἑλληνικά) μὲ αὐτήν: Ὅσοι εἶναι πολιτικοποιημένοι, ἄτεκνοι, ἄθεοι, μὴ «συνηθισμένοι οἰκογενειάρχες», ποὺ θεωροῦν τὴν Πολιτικὴ τὴν ἀνώτατη ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πνεύματος, ἄνθρωποι κινούμενοι στὸ χῶρο τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν. Μόνο μιὰ ἀπόλυτη ἀντιπαράθεση σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης δραστηριοποίησης καὶ κοσμοθέασης, κι ὄχι μόνο στὴν κοσμοθέαση, δίνει ὑπαρξιακὴ βάση στὴν ἀντιπαράθεση μὲ τὴν μεταπολιτευτικὴ Ἀριστερά (ἡ ἔμφαση στὸ «μεταπολιτευτική»), δηλαδὴ τὴν κάνει ἀκλόνητα σταθερή. Κοντολογίς, ἂν ἡ Ἀριστερὰ πιστεύει στὸ Διάβολο μὲ τὴ χειρότερη μορφή του, ἐσὺ πρέπει νὰ πιστέψεις –ἀφοῦ λειτουργεῖς πολιτικά, ἐξαιτίας τῆς ἀριστερῆς παιδείας σου– στὸ Θεὸ μὲ τὴν πιὸ καθαρόαιμη, ταλιμπανικὴ πίστη. Ἀκόμη καὶ μὲ ἀντίτιμο νὰ πεταχτοῦν τὰ καλὰ τῆς Ἀριστερᾶς. Τὰ ὁποῖα θὰ τὰ βροῦμε ἢ θὰ τὰ ζητήσουμε στὴν ἑπόμενη στροφὴ τῆς Ἱστορίας, ἐνῶ τὴ συλλογικὴ βιοψυχική μας ὕπαρξη (χωρὶς τρανσέξουαλ ὡς ἰσάξια κοινωνικὰ πρότυπα καὶ χωρὶς μποῦργκες καὶ Ἰσλάμ) δὲν θὰ τὴ βροῦμε ἐὰν θέλουμε νὰ τὰ ἔχουμε καλὰ μὲ τοὺς φίλους μας στὶς καταλήψεις καὶ τὰ ΜΜΕ ἢ γιὰ νὰ ψήσουμε τὰ καλὰ σκεπτόμενα παιδιὰ νὰ ἔρθουν μαζί μας ἢ γιὰ νὰ διαπραγματευτοῦμε ποσοστὰ ἐλευθεριότητας γιὰ αἰωνίως μετέφηβους μεταφοιτητές, ποὺ θέλουν κι αὐτοὶ οἱ καημένοι νὰ πηδᾶνε ἐλεύθερα (κι ἀνεύθυνα) ὅσο ἔχουν νειάτα κι ὀμορφιά, τώρα ποὺ τελειώνει τὸ μεταπολεμικὸ σαξὲς στόρυ……

Πηγή

Advertisements

Σύμφωνο συμβίωσης και άλλα…

Επαναδημοσίευση….

Επειδή τον γράφοντα δεν τον ενδιαφέρουν οι ομοφυλόφιλοι του συμφώνου συμβίωσης, και επειδή τον ενδιαφέρουν ομοφυλόφιλοι σαν τον Προύστ, κατατίθεται απόσπασμα από το έργο του:

[Μαρσέλ Προύστ, Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, IV, Σόδομα και Γόμορρα, μετ. Π. Α. Ζάννας, Εστία, 2007, σσ. 18-21] 

Κι ακόμη καταλάβαινα τώρα γιατί πριν από λίγο, όταν τον είχα δει να βγαίνει από της κυρίας ντε Βιλλεπαριζίς, μπόρεσα να σκεφτώ πως ο κύριος ντε Σαρλύς θύμιζε γυναίκα: γιατί ήταν! Ανήκε στη φυλή των ανθρώπων που είναι λιγότερο αντιφατικοί απ’ όσο φαίνονται, που το ιδανικό τους είναι ανδρικό ακριβώς επειδή η ιδιοσυγκρασία τους είναι γυναικεία, και που στη ζωή είναι όμοιοι, μόνο φαινομενικά, με τους άλλους άντρες ˙ στο σημείο εκείνο όπου ο καθένας έχει ζωγραφιστή στα μάτια του, μέσα από τα οποία βλέπει καθετί στο σύμπαν, μία σιλουέτα χαραγμένη πάνω στην επιφάνεια της κόρης του ματιού, γι’ αυτούς δεν είναι η μορφή μιας νύμφης αλλά ενός εφήβου. Φυλή που πάνω της βαραίνει μία κατάρα και που πρέπει να ζει στο ψεύδος και στην επιορκία, αφού γνωρίζει πως τιμωρείται και είναι ντροπή κι ανομολόγητος ο σαρκικός της πόθος, αυτός που αποτελεί για κάθε άλλο πλάσμα τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής ˙ που πρέπει να απαρνείται το Θεό της αφού, ακόμα κι αν είναι χριστιανοί, σαν εμφανιστούν κατηγορούμενοι στο εδώλιο του δικαστηρίου, πρέπει, μπροστά στον Χριστό και στο όνομά του, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους θεωρώντας συκοφαντία ό,τι είναι η ίδια η ζωή τους ˙ γιοί δίχως μητέρα, υποχρεωμένοι να της λένε ψέματα όλη της τη ζωή κι ως τη στιγμή που θα της κλείνουν τα μάτια ˙ φίλοι δίχως φιλίες που η συχνά αναγνωρισμένη γοητεία τους εμπνέει και που η συχνά καλή τους καρδιά θα μπορούσε να νιώσει ˙ μπορείς όμως να ονομάσεις φιλίες τις σχέσεις αυτές που ανθίζουν μόνο μέσα στο ψέμα, κι απ’ όπου η πρώτη αυθόρμητη έκφραση εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας που θα μπορούσαν να εκδηλώσουν, θα είχε ως συνέπεια να τους αποκηρύξουν με αηδία, εκτός αν είχαν να κάνουν με κάποιο πνεύμα αμερόληπτο, δηλαδή ένα πνεύμα που τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αλλά που τότε, παρασυρμένο σε ό,τι τους αφορά από μία συμβατική ψυχολογία, θα κάνει να προέλθει από την ομολογημένη διαστροφή η συμπάθεια που του είναι η πιο ξένη, ακριβώς όπως ορισμένοι δικαστές υποθέτουν και δικαιολογούν πιο εύκολα τη δολοφονία στους αρσενοκοίτες και την προδοσία στους Εβραίους, για λόγους που προέρχονται από το προπατορικό αμάρτημα και το πεπρωμένο της φυλής;

Τέλος- σύμφωνα, τουλάχιστον, με την πρώτη θεωρία την οποία σκιαγράφησα τότε, που θα φανεί πως άλλαξε αργότερα, και στην οποία αυτό θα τους εξόργιζε περισσότερο από κάθε τι άλλο αν την αντίφαση αυτή δεν την εξαφάνιζε από τα μάτια τους η ίδια η ψευδαίσθηση που τους επέτρεπε να βλέπουν και να ζουν- εραστές που στερούνται σχεδόν την δυνατότητα του έρωτα εκείνου που η προσμονή του τους δίνει τη δύναμη να υπομένουν τόσους κινδύνους και τόσες μοναξιές, αφού είναι ακριβώς ερωτευμένοι μ’ έναν άντρα που δεν θα είχε τίποτα το γυναικείο, μ’ έναν άντρα που δεν θα ήταν αρσενοκοίτης και που κατά συνέπεια δεν μπορεί να τους αγαπήσει ˙ κι έτσι ο πόθος τους θα παρέμενε πάντα αχόρταγος αν το χρήμα δεν τους εξασφάλιζε πραγματικούς άντρες, κι αν η φαντασία δεν τους έκανε τελικά να θεωρούν πραγματικούς άντρες τους αρσενοκοίτες με τους οποίους πορνεύτηκαν. Δίχως τιμή παρά αβέβαιη, δίχως ελευθερία παρά προσωρινή ως την ανακάλυψη του εγκλήματος, δίχως κοινωνική θέση παρά μετέωρη, σαν τον ποιητή [OscarWilde] που την παραμονή του κάνουν χαρές σε όλα τα σαλόνια, τον χειροκροτούν σε όλα τα θέατρα του Λονδίνου, και την άλλη μέρα τον διώχνουν από κάθε νοικιασμένο δωμάτιο δίχως να μπορεί να βρει ένα μαξιλάρι να ξεκουράσει το κεφάλι του, δεμένος στις μυλόπετρες σαν τον Σαμψών και λέγοντας όπως εκείνος: Τα δύο φύλα θα πεθάνουν, το καθένα χωριστά, έχοντας χάσει, αν εξαιρέσουμε τις μέρες της μεγάλης δυστυχίας, όταν η πλειονότητα έρχεται να συμπαρασταθεί στο θύμα, όπως οι Εβραίοι στην περίπτωση του Ντρέυφους, έχοντας χάσει κάθε συμπάθεια- κάποτε και κάθε συντροφιά- από τους ομοίους τους, στους οποίους προκαλεί αηδία το ίδιο τους το θέαμα, καθώς κατοπτρίζεται σ’ έναν καθρέπτη ο οποίος, επειδή δεν τους κολακεύει πια, τονίζει ψεγάδια που δεν θέλησαν να τα δουν στον εαυτό τους και τους κάνει να καταλάβουν πως αυτό που αποκαλούσαν έρωτά τους (και στο οποίο, παίζοντας με τη λέξη, είχαν, με την κοινωνική έννοια, συμπεριλάβει ό,τι η ποίηση, η ζωγραφική, η μουσική, ο ιπποτισμός, ο ασκητισμός μπόρεσαν να προσδώσουν στον έρωτα) προέρχεται όχι από ένα ιδανικό ομορφιάς που διάλεξαν, αλλά από μιαν αγιάτρευτη ασθένεια ˙ σαν τους Εβραίους πάλι (εκτός από μερικούς που δεν θέλουν να συναναστρέφονται παρά μόνο όσους ανήκουν στην φυλή τους κι έχουν πάντοτε στα χείλη τους τις τελετουργικές λέξεις και τα καθιερωμένα αστεία), αποφεύγοντας ο ένας τον άλλον, αναζητώντας όσους είναι περισσότερο το αντίθετό τους, όσους τους αποφεύγουν, συγχωρώντας γι’ αυτό την περιφρόνησή τους και απολαμβάνοντας την καταδεκτικότητά τους ˙ αλλά και ζώντας μαζί με τους ομοίους τους γιατί έτσι τους αναγκάζει ο οστρακισμός που τους πλήττει, η καταισχύνη στην οποία ξέπεσαν, έχοντας τελικά αποκτήσει- με το διωγμό τους που θυμίζει το διωγμό του Ισραήλ- τα εξωτερικά και τα ψυχικά χαρακτηριστικά μιας φυλής, κάποτε ωραίας, συχνά απαίσιας, βρίσκοντας (παρά τις κοροϊδίες με τις οποίες κάποιος πιο ανακατωμένος, πιο αφομοιωμένος στην αντίθετη φυλή, όντας σχετικά, φαινομενικά μόνο, λιγότερο διεστραμμένος, καταπιέζει όποιον παρέμεινε περισσότερο) κάποιαν ανακούφιση στη συναναστροφή με τους ομοίους τους, ακόμη και κάποιο στήριγμα στη ζωή τους, τόσο μάλιστα ώστε ενώ αρνούνται πως αποτελούν μία φυλή (που το όνομά της αποτελεί τη μεγαλύτερη βρισιά), αποκαλύπτουν πρόθυμα όσους κατόρθωσαν να κρύψουν αυτό που είναι, λιγότερο για να τους βλάψουν- δίχως κι αυτό να τους ενοχλεί- παρά για να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους, και προσπαθώντας να βρουν- όπως ο γιατρός την σκωληκοειδίτιδα- την αρσενοκοιτία ακόμη και στην ιστορία, θυμίζοντας με απόλαυση πως ο Σωκράτης ήταν όμοιός τους, με τον ίδιο τρόπο που οι Ισραηλίτες λένε πως ο Χριστός ήταν Εβραίος, δίχως να σκεφτούν πως δεν υπήρχαν ανώμαλοι όταν η ομοφυλοφιλία ήταν ο κανόνας, πως δεν υπήρχαν εχθροί του χριστιανισμού πριν από τον Χριστό, πως μόνο η καταισχύνη δημιουργεί το έγκλημα, γιατί δεν επέτρεψε να επιζήσουν παρά μόνο όσοι αντιστάθηκαν πεισματικά σε κάθε κήρυγμα, σε κάθε παραδειγματισμό, σε κάθε τιμωρία, κι αυτό γιατί μία τέτοια έμφυτη διάθεση είναι τόσο ειδική ώστε να τη θεωρούν οι άλλοι πιο αποκρουστική (κι ας συνδυάζεται συχνά με υψηλές πνευματικές αρετές) από ορισμένες διαστροφές που έρχονται σε αντίθεση με τις αρετές αυτές, όπως η κλεψιά, η σκληρότητα, η κακή πίστη, οι οποίες επειδή είναι  πιο κατανοητές συγχωρούνται πιο εύκολα από τον κοινό άνθρωπο ˙ σχηματίζοντας μία μασονία πολύ πιο απλωμένη, πιο αποτελεσματική και που την υποπτεύονται λιγότερο από την μασονία της στοάς, γιατί βασίζεται σε μία ταυτότητα προτιμήσεων, αναγκών, συνηθειών, κινδύνων, μαθητείας, γνώσης, συναλλαγής, λεξιλογίου, και μέσα στην οποία τα μέλη εκείνα που επιθυμούν να μην γίνουν γνωστά, αναγνωρίζονται αμέσως από ορισμένα σημάδια φυσικά ή συμβατικά, αθέλητα ή ηθελημένα, κι έτσι ο ζητιάνος αναγνωρίζει έναν όμοιό του στον άρχοντα, καθώς του κλείνει την πόρτα του αμαξιού, ο πατέρας το ίδιο στο μνηστήρα της κόρης του, κάποιος που θέλησε να γιατρευτεί, να εξομολογηθεί, να ζητήσει νομική υπεράσπιση στο πρόσωπο του γιατρού, του παπά, του δικηγόρου που πήγε να συναντήσει ˙ όλοι αναγκασμένοι να προστατεύουν το μυστικό τους, αλλά συμμετέχοντας κάπως στο μυστικό των άλλων που η υπόλοιπη ανθρωπότητα δεν το υποψιάζεται, και γι’ αυτό στα μάτια τους τα πιο απίθανα μυθιστορήματα περιπετειών φαίνονται αληθινά ˙ γιατί σε τούτη τη ζωή ενός αναχρονιστικού ρομαντισμού, ο πρεσβευτής είναι φίλος του κατάδικου ˙ ο πρίγκιπας, με μία κάποια ελευθερία στη συμπεριφορά που του την εξασφαλίζει η αριστοκρατική ανατροφή και που ένας περίτρομος μικροαστός δεν θα την είχε, βγαίνοντας από το σπίτι της δούκισσας πηγαίνει να συναντηθεί μ’ έναν απάχη ˙ κομμάτι καταδικασμένο της ανθρώπινης κοινότητας, αλλά κομμάτι της σημαντικό, που το υποψιάζονται εκεί όπου δεν υπάρχει, που προβάλλεται με αυθάδεια, ατιμώρητα, εκεί όπου δεν το υποπτεύονται ˙ έχοντας μέλη παντού, στον λαό, στο στρατό, στην εκκλησία, στο κάτεργο, στον θρόνο ˙ ζώντας, τέλος, τουλάχιστον πολλοί απ’ αυτούς, σε τρυφερή και επικίνδυνη οικειότητα με τους άντρες της άλλης φυλής, προκαλώντας τους, κάνοντάς τους αστεία για τη διαστροφή τους σαν να μην την είχαν, παιχνίδι που το ευκολύνει η τύφλωση ή η ψευτιά των άλλων, παιχνίδι που μπορεί να παραταθεί για χρόνια ως την ημέρα που ξεσπά το σκάνδαλο και οι θηριοδαμαστές σπαράζονται από τα θηρία ˙ ως τότε υποχρεωμένοι να κρύβουν τη ζωή τους, να αποστρέφουν τα βλέμματα από το σημείο εκείνο όπου θα ήθελαν να τα καρφώσουν, να τα καρφώσουν εκεί ακριβώς απ’ όπου θα ήθελαν να τα αποστρέψουν, να αλλάζουν το γένος πολλών επιθέτων στο λεξιλόγιο τους, κοινωνικός καταναγκασμός ασήμαντος σε σύγκριση με τον εσωτερικό καταναγκασμό που η διαστροφή τους- ή ό,τι κακώς αποκαλούμε έτσι, τους επιβάλλει όχι πια απέναντι σε άλλους αλλά απέναντι στον εαυτό τους κι έτσι ώστε στον εαυτό τους να μη φαίνεται διαστροφή…

Οι θεωρίες περί φύλου (gender studies) ως αλλοτρίωση

gender-studies-4

Οι «σπουδές φύλου- gender studies» είναι ένα από τα πλέον σύγχρονα ιδεολογικά ρεύματα που προήλθε από τους κόλπους του φεμινισμού και έχουν αναπτυχθεί στις αγγλοσαξονικές χώρες, κυρίως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Η θεωρία αυτή βασίστηκε στην διάκριση: «βιολογικό φύλο’/‘κοινωνικό φύλο» (sex/gender).

Το «βιολογικό φύλο» θεωρήθηκε ως το υπόβαθρο επί του οποίου δημιουργήθηκε μέσα από κοινωνικές επεμβάσεις και διεργασίες το «κοινωνικό φύλο». Με τη διάκριση αυτή οι φεμινίστριες επιχείρησαν να ερμηνεύσουν το γεγονός της γυναικείας υποτίμησης αλλά και του πολύ συγκεκριμένου ρόλου, όχι ως αποτέλεσμα μιας φυσικής επιλογής («biology is destiny»), αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικών και πολιτισμικών πρακτικών που διαμόρφωναν τη μορφή της ταυτότητας της «γυναίκας». Δηλαδή ότι η αντικειμενική φυσική διαφορά οδηγεί στη διαμόρφωση ταυτοτήτων ένεκα της κοινωνικής εκπαιδευτικής και πολιτισμικής λειτουργίας. Μια από τις σημαντικές φεμινίστριες που συνέβαλαν σε αυτή τη θεώρηση ήταν η Gayle Rubin, η οποία στο άρθρο της «The Traffic in Women» υποστήριζε ότι η έμφυλη ταυτότητα παράγεται από συγκεκριμένες διεργασίες που εκπονεί ο ίδιος ο άνθρωπος: «Κάθε κοινωνική οργάνωση,  έχει ένα ‘σύστημα βιολογικού/κοινωνικού φύλου’, μια σειρά δηλαδή από κανονιστικές αντιλήψεις, διαδικασίες και πρακτικές μέσω των οποίων το ‘βιολογικό φύλο’ και το ωμό υλικό της ανθρώπινης αναπαραγωγής μετασχηματίζεται και διαμορφώνεται μέσω της ανθρώπινης παρέμβασης σε κοινωνικό προϊόν.» 

Πηγή

Ορθοδοξία και αίρεση

petros_pavlos_patmos

Βρισκόμαστε σε μία μεταιχμιακή εποχή. Στα όρια αποφάσεων. Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ. Η συζήτηση γύρω από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας (2016), η επιστολική διαμάχη του Μητροπολίτη Πειραιώς με τον Αργολίδος, οι εκφρασθείσες κρίσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς για σημαντικά ζητήματα, έχουν διεγείρει τα θεολογικά πνεύματα.
Το αποκορύφωμα φαίνεται να είναι η αποστροφή του Πειραιώς ότι ο Άγιος και Τριαδικός Θεός χρησιμοποιεί το αλλόθρησκο Ισλάμ ως έσχατο παιδαγωγικό μέσο τιμωρίας, εξαιτίας της αποστασίας από την Ορθόδοξη πίστη, και ως αφύπνιση για τον εγκεντρισμό στην Ορθόδοξη Εκκλησία Του [1]. Δεν νομίζω ότι ο Μητροπολίτης Πειραιώς θεωρεί εαυτόν Προφήτη, όμως θυμίζουμε ότι στον λεγόμενο Δευτεροησαϊα (Ησαΐας, 45,1-7), ο Πέρσης κατακτητής Κύρος, ο βασιλιάς μίας ξένης χώρας, εγκωμιάζεται και η νικηφόρα προέλασή του θεωρείται ως μεσσιανική αποστολή για να δοξασθεί ο Κύριος [2].
Θα πει κανείς ότι αυτά όλα είναι «φανατισμοί». Ας είμαστε όμως λίγο πιο προσεκτικοί στις κρίσεις μας. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα. Το πρώτο είναι ο περίφημος αφορισμός του Πωλ Βαλερύ: «ένας μοντέρνος άνθρωπος, και ως προς αυτό είναι μοντέρνος, ζει εξοικειωμένος με πλήθος αντιθέτων εγκατεστημένων στο ημίφως της σκέψης του και που έρχονται το καθένα με την σειρά του στο προσκήνιο. Δεν είναι μόνο αυτό:  αυτές οι εσωτερικές αντιφάσεις ή αυτές οι ανταγωνιστικές συνυπάρξεις στον χώρο μας δεν γίνονται γενικά αισθητές και σπάνια μόνο σκεπτόμαστε ότι δεν υπήρχαν ανέκαθεν. Θα ήταν ωστόσο αρκετό να θυμηθούμε ότι η ανεκτικότητα, η ελευθερία της εξομολόγησης και της γνώμης είναι πάντοτε πράγμα πολύ όψιμο· δεν μπορεί να νοηθεί και να διεισδύσει στους νόμους και στα ήθη παρά σε μια προχωρημένη εποχή, όταν τα πνεύματα έχουν πλουτίσει και αποδυναμωθεί προοδευτικά από την ανταλλαγή των διαφορών τους. Ο φανατισμός, αντίθετα, θα ήταν μία τρομακτική αρετή των καθαρών καιρών…» [3].
Το δεύτερο είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός: το 1949 κυκλοφορεί η μελέτη του καθηγητή του Κανονικού Δικαίου Αμίλκα Αλιβιζάτου μερί της «εκκλησιαστικής οικονομίας» ως μίας παράδοσης που υπάρχει και εφαρμόζεται από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, κανείς δεν προέβλεπε τότε ότι πολύ σύντομα- στις 7 Ιουλίου του 1949- η Δ.Ι.Σ. θα απονείμει στον Χρύσανθο (πρώην Τραπεζούντος) τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Πρώην Αθηνών) εφαρμόζοντας την εκκλησιαστική οικονομία. Ο τίτλος απονεμήθηκε διότι ο εν λόγω άσκησε τα καθήκοντα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος στο χρονικό διάστημα από τις 18 Δεκεμβρίου 1938 μέχρι και τις 5 Ιουλίου 1941. Η Δ.Ι.Σ. δεν αναγνώρισε στον Χρύσανθο ότι υπήρξε Αρχιεπίσκοπος, αλλά ότι απλώς άσκησε τα καθήκοντα του προκαθημένου της Εκκλησίας και γι’ αυτό επιστρατεύτηκε η «εκκλησιαστική οικονομία» για να τον προσαγορεύσουν «Πρώην Αθηνών». Απλά να θυμίσουμε ότι ο Χρύσανθος είχε κατηγορηθεί ότι η εκλογή του το 1938 οφείλεται στην πολιτειακή παρέμβαση της τότε κυβέρνησης Ι. Μεταξά που συνεπέφερε και τον παραγκωνισμό του ανθυποψηφίου Δαμασκηνού, ενώ με την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου το 1941 πραγματοποιήθηκε μέσα από μία Μείζονα Ιερά Σύνοδο η αποκατάσταση του Δαμασκηνού και η συνακόλουθη αποπομπή από τον αρχιερατικό θρόνο του Χρύσανθου [4].
Με αυτά θέλω να πω ότι καμία εφαρμογή κανόνος ή επιείκειας (στα εκκλησιαστικά πράγματα, της «οικονομίας») δεν είναι απροϋπόθετες. Επίσης, θέλω να πω ότι είναι φυσικό σε εποχές κρίσης και σχετικισμού, σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα (οιονεί η πραγματικά), να αποδυναμώνονται οι θέσεις και να επιδιώκεται ένας «διάλογος», που εμφανίζεται να είναι το αντίθετο του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Αναγνωρίζω την ιστορική αναγκαιότητα, όμως διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. [η συνέχεια…….]

Στοιχεία ταυτότητας

5577

Στοιχεία ταυτότητας

Mπορείτε να γράψετε, κύριε αστυνομικέ,
ότι πατρίδα μου εμένα είναι
ο φίλος μου ο Σάκης Mανουηλίδης
που σκοτώθηκε στα βουνά της Aλβανίας
ο συμμαθητής μου Aλέξανδρος Kαΐρης
που εξετέλεσαν οι Γερμανοί ξημερώματα
στο Σκοπευτήριο
και ο Nίκος Mαθάς που
πέθανε από τις κακουχίες στην Kατοχή.

Aν αυτά δεν σας λένε τίποτα, κύριε αστυνομικέ,
τότε μπορείτε να γράψετε
ότι πατρίδα μου εμένα είναι
οι λεμονιές στον κάμπο της Σπάρτης
οι ελαιώνες της Mυτιλήνης
η Παναγιά η Oρφανή στο λαγκάδι
του Mυλοπόταμου
η Aγία Mόνη στο βουνό του Tσιρίγου.

Eγώ υπογράφω.

Νίκος Καρύδης (1917-1984)

[πηγή]

Ελληνικός σουρρεαλισμός

Papagos-b_03

«Μόνον ημείς ημπορούμεν να είμεθα αριστεροί χωρίς να παραδώσωμεν την χώραν εις το ΚΚΕ» [Παπάγος, προεκλογικός λόγος εις Αγρίνιον]


Εκτός από τους παραπάνω, υπήρξαν και άλλοι που υπηρέτησαν στα Τάγματα Ασφαλείας και διετέλεσαν βουλευτές, όπως ο ιδρυτής του Τάγματος Ασφαλείας Σπάρτης Λ. Βρετάκος (με το Κόμμα των Εθνικοφρόνων στην αρχή και στη συνέχεια με το Λαϊκό Κόμμα) και ο Κ.Παπαδόπουλος του ΕΕΣ (μία από τις ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς), ο οποίος διετέλεσε βουλευτής Κιλκίς με το Λαϊκό Κόμμα. τον Ελληνικό Συναγερμό και την ΕΡΕ.  [πηγή]

MEOP

Πηγή

 

Tα καθυστερημένα…..

1200x630sr

Οφείλω μία απάντηση σχετικά με τους- κατά τη γνώμη μου- όψιμους επαναστάτες τύπου Manu Chao. [ βλέπε και εδώ] . Κατ’ αρχήν, να διευκρινισθεί κάτι: εν είδει «τρολαρίσματος» δήλωσα κάποτε ότι είμαι «αντι- ευρωπαϊστής» και ταυτόχρονα «μνημονιακός». Αργότερα, το ασπάστηκα πλήρως και σοβαρά.

Το σκεπτικό: ένα κυρίαρχο εθνικό κράτος οφείλει, σε κάποιες χρονικές περιόδους, να υιοθετεί και να εφαρμόζει «μνημόνια», από μόνο του και για να επιβιώσει. Όταν αυτό το κράτος δέχεται να του τα επιβάλλουν, και μάλιστα κορδακίζεται περί Ευρώπης και αλληλεγγύης, είναι φανερό ότι είναι ένα κράτος παρασιτικό, ως τέτοιο «φιλο- ευρωπαϊκό» και τελικά δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, διεκδικώ τη δυνατότητα ενός κράτος να επιλέγει και να προωθεί μόνο του μέτρα διάσωσης της οικονομίας ή όποια άλλα- αυτά, που μάθαμε να λέμε «μνημονιακά». Είναι νομίζω σαφές. [βέβαια, υπάρχει και το κυνικό αντεπιχείρημα ότι πάντοτε η Ελλάδα έτσι λειτουργούσε και υπήρχε, σε αυτό δεν μπορώ να πω τίποτα!]

Τώρα, ο Manu γράφει ωραία τραγούδια, ο Bαρουφάκης κάνει πολύ εύστοχες (ενδεχομένως) αναλύσεις, διεθνείς «πένες» ασκούν δριμεία και εμπεριστατωμένη κριτική στην τάση για απορρύθμιση (ή κοινώς, ξεχαρβάλωμα…) του δημόσιου τομέα, της αγοράς εντός πλαισίων και άλλα. Δεν αντιλέγω. Η ένστασή μου είναι ότι κάποτε, αντίστοιχοι «σύμμαχοι» της Ανεξαρτησίας, έδιναν το αίμα τους, ναι, ακόμα και σε επαναστάσεις. Οι σημερινοί φιγουράρουν στα media, χρησιμοποιούν το πνεύμα τους για τα media (είναι η προσωπική μου άποψη), κάνουν εικονικές επαναστάσεις (όπως ο Manu με το tag ΟΧΙ στην κιθάρα του).

Έχω δηλώσει ότι, ακόμα και σε μεταμοντέρνους καιρούς, οι αλλαγές προαπαιτούν όντως επαναστάσεις. Θεωρώ ότι σήμερα ακόμα περισσότερο. Ακόμα πιο δύσκολες. Επαναστάσεις στην καθημερινότητα, στην εμφάνιση, στη διαβίωση, στον ακτιβισμό, στην εξέγερση. Εμένα προσωπικά οι «τύποι» αυτοί δεν με πείθουν, σε αυτό το πλαίσιο και μόνο. Είναι ενδεχομένως πολύ ευχάριστοι και ενδιαφέροντες. Δεν μου προσφέρουν όμως κάτι περισσότερο. Λυπάμαι.

Καταλωνία και γλυκό πουλί της νιότης

Fons 1-5

Αλλες εποχές. Βαρκελώνη, Θράκη, οι Καταλανοί είναι πλούσιοι και τσιγγούνηδες, επαναστατικός τουρισμός, ο Γκαουντί ήταν θεοσεβούμενος δεν ξερω αν το γνωριζατε (ο παλαβός Γκαουντί που λέει ο Αρης Κωνσταντινίδης), ΕΕ και ευρώ (κυρίως αυτό) θέλουν οι Καταλανοί, έρωτες το καλοκαίρι, για τον Μαδούρο δεν λέτε τίποτα, αν γίνονταν αυτά στη Βενεζουέλα…, αριστερός εθνικισμός, δεξιός εθνικισμός, αστυνομική βία, όχι υπέρμετρη αστυνομική βία τελικά, Ραχόι που έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε (λίγο βαριεστημένα είναι η αλήθεια), δεν υπήρξε δημοψήφισμα λέει η ισπανική κυβέρνηση και αυτό το δημοψήφισμα πρέπει να σταματήσει (αυθεντικό), οι μεσίτες στην Βαρκελώνη πουλάνε τα σπίτια και αναλαμβάνουν την έξωση των ενοικιαστών με χαμηλό νοίκι, εκτελέσεις στο Μονζουΐκ επί Φράνκο, ο Λιουίς Λιακ να τραγουδάει το 1976 με μαλλούρες και το 2017 χωρίς μαλλιά το ίδιο επαναστατικό τραγούδι, η Δούρου μαζί με τη δημαρχίνα Βαρκελώνης σε μάζωξη προοδευτικών, λαϊκή αυτοσυγκράτηση και λαϊκή οργάνωση, δεν συμφωνώ με την απόσχιση αλλά καταδικάζω τη βία (νεο-Βολταίροι της συμφοράς), «μαζί χορεύουν η πουτάνα η κουλτούρα κι ο νταβατζής της, η ευημερία». Ολα αλήθεια. Ξέχασα κάτι; [πηγή]

Μετα-εθνικοί εθνικισμοί

DLCX1MwWAAAioKr

Les conflits pré-nationaux sont le fait de régions qui ont eu des réticences historiques à se rattacher à un ensemble national, comme la Corse, l’Irlande du Nord ou l’Ecosse. Ce sont indifféremment des régions pauvres ou riches, qui ont en commun d’avoir refusé de noyer leur identité particulière dans le creuset national. Les conflits post-nationaux sont le fait de régions, généralement riches et contributrices nettes aux budgets nationaux, qui souhaitent, en s’appuyant sur une identité régionale plus ou moins établie, couper ou réduire le lien national pour se libérer du « boulet » de la solidarité qu’il implique : les Flamands, la « Padanie », le pays Basque, la Catalogne, la Slovénie, peut-être demain la Savoie… Mais conflit ne signifie pas systématiquement guerre civile ou sécession. C’est souvent la volonté d’amoindrir la solidarité interrégionale par la fédéralisation (Belgique) ou par une forte régionalisation (Italie, Espagne), en particulier dans le domaine fiscal.

Les prochaines années seront probablement marquées par cette montée de l’égoïsme territorial qui, dans des pays ayant des régions très pauvres, sera surtout le fait de régions riches. Celles-ci font face à un triple défi : être compétitives face à des régions étrangères européennes voisines, souvent plus riches ­- parfois subventionnées par leurs gouvernements -,­ et dont elles n’ont à attendre aucune solidarité ; être les locomotives de la croissance de leurs pays et assurer la convergence entre les économies européennes ; assurer des transferts importants en faveur des régions les plus pauvres de leur pays. Il faut se demander s’il n’y a pas là, à l’avenir, une cause structurelle de fragmentation d’un territoire européen qui n’a et n’aura pas les caractéristiques et les vertus de solidarité d’une nation, tout en libérant les tendances au repli identitaire de nombreux territoires.

Πηγή