Το τέλος του Κομμουνισμού σήμανε το τέλος της Δημοκρατίας

αρχείο λήψης

The End of Communism in Russia Meant the End of Democracy in the West “The West wanted and programmed the Russian catastrophe. I read documents and participated in the research, which under the guise of ideological struggle worked towards the destruction of Russia.”

Q: Nevertheless, many former Soviet dissidents speak about their former homeland as a country of human rights and democracy. Now that this point of view has become commonly accepted in the West, you are trying to refute it. Isn’t there a contradiction here?

A: During the Cold War, democracy was a weapon in the fight against communist totalitarianism. Today we understand that the Cold War era was the history of the West’s  apogee. During that time the West had it all: unprecedented growth of wealth, true freedom, incredible social progress, colossal scientific and technological achievements. But at the same time the West was imperceptibly changing. The timid integration of developed countries launched at that time has developed into the internationalization of the economy and the globalization of power that we are witnessing now. Integration may help the growth of common good and have a positive impact if it is driven by the legitimate aspiration of fraternal people to unite, for example. But the integration in question was conceived from the beginning as a vertical structure strictly controlled by a supranational power. Without a successful Russian counter-revolution against the Soviet Union, the West could not have started the process of globalization.

Q: So, the role of Gorbachev was not positive?

A: I look at things from a slightly different angle. Contrary to common belief, Soviet communism did not collapse because of internal reasons. Its collapse is certainly the greatest victory in the history of the West. An unheard of victory which, let me say it again, can establish a unitary power monopoly on a planetary scale. The end of communism also signalized the end of democracy. The modern epoch is not only post-communist, it is also post-democratic! Today we are witnessing the establishment of democratic totalitarianism, or, if you will, totalitarian democracy.

Q: Does not it all sound a little absurd?

A: Not at all. Democracy requires pluralism and pluralism implies an existence of at least two more or less equal forces which oppose each other and at the same time influence each other. During the Cold War there was world democracy, global pluralism, with two opposing systems: capitalist and communist, plus other countries with an amorphous system which belonged to neither. Soviet totalitarianism was sensitive to Western criticism. In turn, the Soviet Union influenced the West, in particular through the latter’s own communist parties. Today we live in a world dominated by one single force, one ideology and one pro-globalization party. All of this together began to take shape during the Cold War, when superstructures gradually appeared in various forms: commercial, banking, political and media organizations. Despite their different fields of activity, what they had in common was essentially their transnational scope. With the collapse of communism they began to rule the world. Thus, Western countries ended up in the dominant position, but at the same time they are now in a subordinate position as they gradually lose their sovereignty to what I call the supra-society. The planet-wide supra-society consists of commercial and non-commercial organizations whose influence extends far beyond individual states. Like other countries, the Western countries are subordinated to these supranational structures. This is despite the fact that the sovereignty of states was also an integral part of pluralism and hence of democracy on a global scale. Today’s ruling supra-power suppresses sovereign states. The European integration unfolding in front of our very eyes is also leading to the disappearance of pluralism within this new conglomerate in favor of supranational power.

Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του νικάει και το θάνατο

Auxentiou Ritsos

Το ποίημα του Γ. Ρίτσου Αποχαιρετισμός (1957)

«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
” Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α “
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάστε, σύντροφοι –
Στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα
ματωμένα γόνατα της πλάσης.
Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το μέρος σου
Όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς
να τα διαθέσεις μόνος σου
όταν έχεις το θάνατο σου δικό σου. Γεια σας…

Κι  αλήθεια, ξέχασα να σας  πω το κυριότερo
-που μόλις τώρα τόμαθα-
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου :
ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του,
ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που
το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο,
κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου 29 χρονών»

Η νέα Μικρασιατική Καταστροφή, αλήθεια;


Ολοένα και περισσότερο ακούς παραλληλισμούς του προσφυγικού- αλήθεια, ευσταθεί ο όρος;- των Σύριων με το 1922 κτλ. Πουθενά όμως δεν έχω διαβάσει, σε εγχώριο ή σε διεθνή τύπο, για την κατάλυση του εθνικού κράτους της Συρίας ή παλιότερα του Ιράκ και για τους φυγάδες ως ανθρώπινα αποτελέσματα της μη διάθεσης να πολεμήσουν σε κάποια μάχη για το κράτος τους. Οι πρόσφυγες του 1922 διώχθηκαν σαν αποτέλεσμα πολέμου και σφαγών, εκδιώχθηκαν στα πλαίσια μίας γενοκτονικής κάθαρσης, οι σημερινοί «πρόσφυγες» δεν θέλησαν καν να πολεμήσουν σε κάποια μάχη ή πόλεμο, μετακινούνται σε συγκεκριμένες πλούσιες χώρες της Ευρώπης και δεν είμαι καν σίγουρος εάν θα επιστρέψουν ποτέ πίσω στην περίπτωση που «φτιάξουν» τα πράγματα. Μιλάμε για διεθνικές ροές και πληθυσμιακές κινήσεις παγκοσμιοποίησης που δεν συγκρίνονται τόσο μονοσήμαντα και απλά με τον παραδοσιακό πρόσφυγα και κατατρεγμένο.

Ό,τι πιο κοντινό στην πιο πάνω προβληματική, το : Charles Grass, In the Syrian Deadlands, The New York Review of Books

A year later, all has changed. The regime is in retreat. It lost Idlib province in the north. Jihadi forces backed by Turkey have surrounded the vital commercial entrepôt and cosmopolitan center of Aleppo. The jewel of the desert, the ancient Roman and Arab city of Palmyra, is in the hands of ISIS militants who tortured and beheaded an eighty-two-year-old antiquities scholar and are destroying one ancient monument after another. Young men are emigrating to avoid being drafted to fight for any side in what seems like an eternal and inconclusive war.The few who remain are sons without brothers, who cannot be conscripted under Syrian law, which recognizes that the loss of an only son means the end of the family. As in World War I, this has led to a surfeit of women supporting their families by any means necessary. Inflation is around 40 percent. Estimates of territory held by regime opponents run from the United Nations’ 65 percent to the Jane’s report of 83 percent, while the UN estimates that anywhere between 60 and 80 percent of the population still within the country now live in areas held by the government. Migration from rebel-held areas into the capital has, as measured by the company that collects city waste, multiplied Damascus’s population five times, from about two million before the war to ten million today. Elizabeth Hoff, director of the World Health Organization in Syria, said, “Nine out of ten people in Damascus hospitals are not from Damascus. They come from Raqqa and elsewhere.” Raqqa is now held by ISIS 

Μπεράτης αυτοβιογραφούμενος


Πηγή: εδώ

O Γιάννης Μπεράτης, για το ευρύ αναγνωστικό κοινό, είναι τοΠλατύ ποτάμι. Με αυτό του το πεζογράφημα, μια αυθεντική μαρτυρία, ένα μυθιστορηματικό χρονικό της εμπειρίας του στο ελληνοαλβανικό μέτωπο του 1940-1941 ως εθελοντή, πέρασε στον κανόνα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και στα σχολικά βιβλία. Το πρώτο μέρος από το Πλατύ ποτάμι πρωτοτυπώθηκε το 1946. Ολοκληρωμένο, με τα πρόσθετα κεφάλαια που είχαν στο μεταξύ δημοσιευθεί σε περιοδικά, εκδόθηκε το 1965 και απέσπασε το Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Ενα καλογραμμένο ντοκουμέντο του πολέμου και της εποχής του, συνιστά ένα ρεαλιστικό δίπτυχο με το Οδοιπορικό του ’43 (1946), στο οποίο ο Μπεράτης αφηγείται τις εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στο αντάρτικο με τον ΕΔΕΣ.
Αθηναίος αστός, γιος αντισυνταγματάρχη και καθηγητή στη Σχολή Ευελπίδων, συμμαθητής του Κ. Θ. Δημαρά, υπάλληλος για ένα διάστημα της Εθνικής Τράπεζας, ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) δεν ακολούθησε την κυρίαρχη τάση του οικογενειακού αστικού μυθιστορήματος της γενιάς του. Πιο κοντά τους τον αισθάνονταν οι μεταπολεμικοί συγγραφείς, γιατί συνδύαζε στα δύο πιο γνωστά του έργα τον ρεαλισμό της σκληρής ιστορικής πραγματικότητας με τον μοντερνισμό της γραφής. Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς τον θεωρούσε «από τους μεγαλύτερους πεζογράφους της νεοελληνικής γραμματείας», αυτόν που μαζί με τον Κοσμά Πολίτη ήταν «οι σημαντικότεροι πεζογράφοι της Γενιάς του ’30».

Ποίηση και Πόλη Poetry and the City La poésie et la ville 13/12/2014

Τίτλος: Ακούγωντας την πόλη των Αθηνών
13 Δεκεμβρίου 2014

Μια ομιλία γύρω από την σχέση της Ποίησης με την Πόλη. Με το μάτι στραμμένο στην πόλη της Αθήνας. Η πόλη της Αθήνας ειδωμένη ως πρωτεύουσα της ερώτησης. Μια θέση που της έχει αρνηθεί η σύγχρονη αντίληψη. Έχει γίνει μια ανάγνωση της αρχαιότητας στρεβλή αλλά ιστορικά κατανοητή που θα ωφελούσε να ανασκευαστεί. Μια τέτοια επιστροφή, από την πληρότητα στην εκκρεμότητα, θα έδινε όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στην Ευρώπη και τον κόσμο χώρο να ξαναδεί τα πράγματα, τα μικρά και τα μεγάλα. Στόχος δεν είναι οι μεγάλες αφηγήσεις αλλά το δικαίωμα στο ελάχιστο. Το δικαίωμα στο φως που πνίγει την πόλη. Και δεν ανήκει σε κανέναν. Ίσως σε αυτόν που μπορεί να το δει. Για μια στιγμή.

Θεματική: «Ποίηση και Πόλη» Τίτλος «Ακούγοντας την πόλη των Αθηνών» Ομιλητής: Αλέξανδρος Μιστριώτης Γραφεία ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Λαμάχου 3, Πλάκα, 2ος όροφος/ Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014 Οργάνωση-Συντονισμός: Ελσα Λιαροπούλου

Η περίπτωση του Horst Mahler. Αφορμή για μία νέα ανάγνωση της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ιστορίας, του Μανώλη Βαρδή

αρχείο λήψης

Τον Αύγουστο του 2006 ο νυν Πρόεδρος των ΗΠΑ εισήγαγε και επίσημα πλέον στη δημόσια σφαίρα τον από καιρό σε χρήση νεολογισμό «ισλαμο-φασισμός». Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα, το οποίο ανάγεται ήδη στο 1990, όταν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον ιστορικό Malise Ruthven στον αγγλικό The Independent[1]. Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στον μύλο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης μεταξύ Δύσης και Ισλάμ, έχουν ακουστεί φωνές υπέρ και κατά αυτού του όρου, έχει ανοίξει το πεδίο της ιστορικής έρευνας όσον αφορά τις σχέσεις του εθνικοσοσιαλισμού με τα υβριδικά καθεστώτα- κράτη της Μέσης Ανατολής πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, τέλος, έχει διευκρινιστεί η διαφορά του φασισμού σαν ευρωπαϊκού πολιτικού φαινόμενου από τις φασιστικού τύπου κομματικές δομές πολιτικών σχηματισμών όπως το Baath στην Συρία και Ιράκ και το κόμμα του Naser στην Αίγυπτο.

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ και προκαλεί την οπτική μας δεν είναι η πραγματική ή μη αντιστοιχία του όρου αυτού στα δρώμενα της Μέσης Ανατολής, όσο η ενδεχόμενη εφαρμογή του στο ευρωπαϊκό έδαφος, από ευρωπαίους δρώντες και ευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες. Και εάν σήμερα είναι της μόδας ν’ ανακαλύπτει κανείς φιλοαραβικές τάσεις και αντισημιτισμό σε ακραία δεξιά γκρουπούσκουλα, αυτό δεν ήταν τόσο αυτονόητο στην δεκαετία του 1970.

Τον Δεκέμβριο του 1972 ένας ακροαριστερός δικηγόρος προσάγεται σε δίκη στο Βερολίνο. Πρόκειται για τον Horst Mahler, ο οποίος ήδη από το 1969 μετείχε στην RAF (Rote Armee Fraktion)και είχε συλληφθεί τον Οκτώβριο του 1970. Στη δίκη του θα παραστεί ως μάρτυρας ηUlrike Meinhof, η οποία και σε λόγο της θα εκφραστεί για την σχέση που μπορεί να έχει η άκρα αριστερά με τον αντισημιτισμό. Η επιχειρηματολογία της θα εστιαστεί στο γεγονός ότι ο αντισημιτισμός δεν είναι κάτι διαφορετικό από τον αντι-καπιταλισμό. Τα έξι εκατομμύρια Εβραίοι του Auschwitz θανατώθηκαν, επειδή ακριβώς θεωρήθηκαν «Money-Jews» [2] Οι Εβραίοι οδηγήθηκαν, λοιπόν, στον αφανισμό, όχι επειδή ήταν Εβραίοι (ρατσιστική ιδεολογική βάση), αλλά επειδή ήταν όργανα της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης, ήταν ή θεωρήθηκαν ότι είναι Geldjuden.

Μερικές ημέρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο HorstMahler, που πλέον εμφανίζεται στην Γερμανία σαν ιδεολογικός γκουρού της άκρας Δεξιάς, σε μήνυμα του στο website του θα χαιρετίσει τις δίκαιες επιθέσεις των ισλαμιστών φονταμενταλιστών στα «σύμβολα της δύναμης του κυριαρχούμενου από τον Μαμωνά κόσμου»[3].

Το κίνημα της αριστερής σπουδαστικής εξέγερσης στην Γερμανία του 1960-1970 προσπάθησε ν’ απενοχοποιήσει το γερμανικό υποσυνείδητο από το βάρος της ενοχής του Ολοκαυτώματος. Σ’ αυτή τη διαδικασία κινήθηκε μέσα από διαδοχικά στάδια ερμηνευτικής ανάλυσης. Στην αρχή επικράτησε η άποψη ότι οι «πατέρες μας δεν ήξεραν», ακολούθησε η ταύτιση με τα θύματα της ναζιστικής αγριότητας, καθώς τώρα εμείς οι αριστεροί φοιτητές υφιστάμεθα την ίδια καταπίεση, που δέχτηκαν οι Εβραίοι, αφού οι ΗΠΑ είναι το «παρόν και το μέλλον τουAuschwitz» (άποψη του Η.Μ.Εnzensberger, η οποία καταπολεμήθηκε με δριμύτητα από την Hannah Arendt)[4], και, τέλος, όταν τα πράγματα αγρίεψαν και το σλόγκαν «USA-SA-SS» αντηχούσε στις πορείες και στις συγκεντρώσεις, θεωρήθηκε ότι το «Κράτος Δικαίου της Δυτικής Γερμανίας» δεν είναι παρά συνέχεια του Τρίτου Ράϊχ και ενσάρκωση του ισραηλινού «Nazi-Faschismus»(!)[5].

Τα αποτελέσματα καταγράφηκαν από την Ιστορία. Στις 9 Νοεμβρίου του 1969 αρχίζει το αντάρτικο των πόλεων στην Γερμανία με μία έκρηξη στο ιουδαϊκό κέντρο του Δυτικού Βερολίνου, οι Γερμανοί ακτιβιστές εκπαιδεύονται σε κέντρα εκπαίδευσης ακραίων παλαιστινιακών ομάδων, με αποκορύφωμα τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» του 1972, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου, αυτή την σημαντική τρομοκρατική πράξη, που χαιρετίστηκε από τους ακροαριστερούς μαχητές σαν «αντικαπιταλιστική, αντιφασιστική και διεθνιστική, και την κατάληψη το 1976 στο Entebbe της Ουγκάντα του αεροπλάνου από το Tel Aviv, με πρωταγωνιστές τους Wilfried Böse καιBrigitte Kuhlmann, οι οποίοι προχώρησαν στην επιλογή των επιβατών με ισραηλινό διαβατήριο σαν πρώτων υποψήφιων θυμάτων-ομήρων.

Η παραδοξότητα της Ιστορίας αντικατοπτρίζεται περίτρανα στο βιογραφικό του μεγάλου λογοτέχνη Günter Grass. Αριστερός καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής Γερμανίας, προκάλεσε πρόσφατα σκάνδαλο, όταν παραδέχτηκε δημόσια ότι στα παιδικά-εφηβικά του χρόνια ήταν μέλος της ομάδας-παρακλάδι των Waffen SS, της ομάδαςJörg von Frundsberg.

Οι αντιφάσεις εκπλήσσουν, είναι όμως αντιφάσεις; H μεταπολεμική Γερμανία του Konrad Adenauer και το πρόγραμμα της «λήθης του παρελθόντος» βιώθηκε από την γερμανική Αριστερά, που είναι αρκετά αληθινή στην τραγικότητα της, σαν μικροαστική, καθολική υποκρισία συγκάλυψης ενός βαρυφορτωμένου παρελθόντος στο βωμό της συνεργασίας με την α-ηρωϊκή, υλιστική, αντι-πνευματική και αντι-ρομαντική ιμπεριαλιστική Αμερική[6].

Tα συμπεράσματα είναι στην διάθεση σας. Αυτό που δεν πρέπει να μας διαφεύγει είναι ότι η αντίδραση- αντίσταση, ανεξάρτητα από τα ιδεολογικά της πρόσημα, δεν διστάζει ποτέ να «δανειστεί» και ν’ αξιοποιήσει ροπές και τάσεις, που διατρέχουν υπόγεια το συλλογικό ασυνείδητο. Ο φασισμός, πέρα από συγκεκριμένο πολιτικό μόρφωμα, είχε και εξακολουθεί να έχει πολιτιστικές συντεταγμένες, που τον οριοθετούν και του επιτρέπουν να επιβιώνει, ακόμα και σε βάρος της ονομαστικής του απουσίας ή της επιφανειακής ρητορικής σε βάρος του.

[1] Βλέπε Stefan Durand, Fascisme, islam et grossiers amalgams, Le Monde Diplomatique, Novembre 2006, 10.

[2] Julian Becker, The Red Army Faction: Another Final Battle on the Stage of History, Cultural Notes 12.

[3] Βλέπε, Kate Connolly, Germans fear neo-Nazi link with Islamists, The Observer, 7/10/2001, http://observer.guardian.co.uk/international/story/0,6903,564743,00.html

[4] Gerd Koenen, Und in den Herzen Asche, Die Gegenwart der Vergangenheit, Der SpiegeL, Nr 35/27/08/2001, σ. 158.

[5] Gerd Koenen, ό.π., σ. 161.

[6] Ian Buruma, War and Remembrnace, The New Yorker, 18/7/2006,http://www.newyorker.com/archive/2006/09/18/060918crat_atlarge?printable=true

Ασθενείς και Οδοιπόροι, μία επανάληψη σε άλλους καιρούς


[Πηγή: Αντίφωνο]

Ημέρες 28ης Οκτωβρίου και η δημόσια τηλεόραση επαναλαμβάνει κάθε απόγευμα την πετυχημένη τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος του Γεωργίου Θεοτοκά, παραγωγής 2001, με πολύ γνωστούς ποιοτικούς ηθοποιούς. 

Δεν θα με απασχολήσει η ανθρώπινη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων (δικτατορία Μεταξά, Πόλεμος- Κατοχή, Δεκεμβριανά) ούτε και η σαφής αναφορά στην ιστορία της μεγάλης ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη. Αυτό που μου προκαλεί εντύπωση είναι πόσο διαφορετικοί ήταν οι άνθρωποι μίας τόσο κοντινής σε εμάς εποχής.

Σε πολύ δύσκολες συνθήκες- ίσως πολύ πιο δύσκολες από τις σημερινές- τόσο η μεγαλοαστική τάξη της εποχής όσο και τα μεσαία δημοσιοϋπαλληλικά (και άλλα) στρώματα είχαν έναν τρόπο να διαμορφώνουν αξίες και ιδεολογίες. Είναι αυτές που τους βοήθησαν να επιβιώσουν και είναι αυτές, θα έλεγε κανείς, που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει στον αλληλοσπαραγμό. 

Οι παραλληλισμοί με τα χρόνια της «δεύτερης κατοχής», του σημερινού Μνημονίου, είναι απογοητευτικοί σε βάρος μας. Ένας λαός σε παρακμή, χωρίς ιδεολογίες και αξιακές κοσμοθεωρίες, αδιάφορος ακόμα και για να συγκρουστεί εμφυλιοπολεμικά, ένας λαός χωρίς πρότυπα μεγαλοαστικής τάξης και τους αντίστοιχους διανοουμένους, ένας λαός χωρίς διάθεση να επιβιώσει.

Βέβαια, οι δομές και οι νοοτροπίες παραμένουν. Και τότε η μεσαία τάξη, τα λεγόμενα μικροαστικά στρώματα, ήταν η κυρίαρχη εικόνα της κοινωνίας. Ειδικά σε μία αστική Αθήνα των ονείρων. Και τότε οι μικροβεντέτες και τα προσωπικά πάθη επικαθόριζαν την πολιτική (και ενίοτε δολοφονούσαν). Και τότε οι πλούσιοι ήταν δυτικόπληκτοι, εξωστρεφείς προς την Βρετανία ή την Γερμανία. Και τότε- όπως και τώρα- το αίτημα ήταν η αναζήτηση της ταυτότητας ενός έθνους. 

Μόνο που σε εκείνα τα χρόνια οι δρόμοι της αναζήτησης ήταν σαφώς διαγεγραμμένοι και κατά τρόπο περίεργο μη ανταγωνιζόμενοι. Αυτό είναι το παράδοξο. Μπορεί να επιδίωκαν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις διαφορά μοντέλα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, όμως ήταν κοινό το πάθος και η βούληση. Είναι μία εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν ενός πλήθους που εύκολα οργίζεται και αγανακτεί και πολύ πιο εύκολα αποσύρεται και ιδιωτεύει.

Σε αναζήτηση ταυτότητας


A search for identity draws jihadis to the horrors of Isis, by Kenan Malik, The Guardian, 1.3.2015

Sahra Ali Mehenni is a schoolgirl from a middle-class family in the south of France. Her father, an industrial chemist, is a non-practising Muslim, her mother an atheist. “I never heard her talk about Syria, jihad,” said her mother. One day last March, to the shock of her family, she took not her usual train to school but a flight from Marseilles to Istanbul to join Isis. When she finally phoned home it was to say: “I’ve married Farid, a fighter from Tunisia.”

Kreshnik Berisha, a German born of Kosovan parents, played as a teenager for Makkabi Frankfurt, a Jewish football club and one of Germany’s top amateur teams. He went on to study engineering and in July 2013, boarded a bus to Istanbul and then to Syria. “I didn’t believe it,” said Alon Meyer, Makkabi Frankfurt’s coach. “This was a guy who used to play with Jewish players every week. He was comfortable there and he seemed happy.” Berisha later returned home to become the first German homegrown jihadi to face trial.

The usual clichés about jihadis – that they are poor, uneducated, badly integrated – are rarely true. A survey of British jihadis by researchers at London’s Queen Mary College found no link to “social inequalities or poor education”; most were highly educated young people from comfortable families who spoke English at home. According to Le Monde, a quarter of French jihadis in Syria are from non-Muslim backgrounds.

What draws most wannabe jihadis to Syria is, to begin with, neither politics nor religion. It is a search for something a lot less definable: for identity, for meaning, for “belongingness”, for respect. Insofar as they are alienated, it is not because wannabe jihadis are poorly integrated, in the conventional way we think of integration. Theirs is a much more existential form of alienation.


Jihad and Girl Power: How ISIS Lured 3 London Girls, By KATRIN BENNHOLDAUG. 17, 2015, The New York Times

“Only when I saw that video I understood,” Ms. Khanom said.

These images turned the three Bethnal Green girls, as they have become known, into the face of a new, troubling phenomenon: young women attracted to what experts like Sasha Havlicek, a co-founder and the chief executive of the Institute for Strategic Dialogue, call a jihadi, girl-power subculture. An estimated 4,000 Westerners have traveled to Syria and Iraq, more than 550 of them women and girls, to join the Islamic State, according to a recent report by the institute, which helps manage the largest database of female travelers to the region.

The men tend to become fighters much like previous generations of jihadists seeking out battlefields in Bosnia, Afghanistan and Iraq. But less is known about the Western women of the Islamic State. Barred from combat, they support the group’s state-building efforts as wives, mothers, recruiters and sometimes online cheerleaders of violence.

Many are single and young, typically in their teens or early 20s (the youngest known was 13). Their profiles differ in terms of socioeconomic background, ethnicity and nationality, but often they are more educated and studious than their male counterparts. Security officials now say they may present as much of a threat to the West as the men: Less likely to be killed and more likely to lose a spouse in combat, they may try to return home, indoctrinated and embittered.