Η Νιγηρία στην Πατησίων

maxresdefault

Οι Νιγηριανές πόρνες που ευχαριστούν και πολλούς Έλληνες, ταξιδεύουν από την πατρίδα τους με κόστος 50.000-70.000 ευρώ! Βάρος της οικογένειάς τους ή ανύπανδρες μητέρες, χρεώνονται εφ’ όρου ζωής….στα πνεύματα της λατρείας Ayelala. Παραδοσιακά, ένα παρακλάδι της θρησκείας βουντού, η επίκληση των πνευμάτων προστασίας τελείται σε μία λειτουργία, στην οποία παρίστανται η νεαρή που θα αναχωρήσει, η οικογένειά της, οι συγγενείς της, και η mama που θα την αναλάβει στον προορισμό (συνήθως παλιά πόρνη). Δεν λείπει και ο παραδοσιακός γιατρός ή ο μέγας δάσκαλος ενός ναού που είναι αφιερωμένος στην Ayelala. Μερικές φορές γίνονται και τομές στο σώμα ως ένδειξη της εισόδου του πνεύματος στη νεαρή. Πλέον η δυνάμει πόρνη είναι απόλυτα δεσμευμένη από τον όρκο της τελετής, και πρέπει να φέρει σε πέρας το συμβόλαιο με τη θεότητα. Η σύγχρονη εκμετάλλευση χρησιμοποιεί παραδοσιακές τελετουργίες σε μία έθνικ ατμόσφαιρα εξανδραποδισμού. Λειτουργεί όμως πρακτικά, καθώς η Νιγηριανή που θα ήταν εντελώς έκθετη στην πορνεία, πλέον μπορεί να «παρηγορηθεί» από την ανάληψη της θρησκευτικής δέσμευσης

Με αφορμή: Μathilde Harel, «Prostituées nigérianes victimes du juju», Le Monde Diplomatique, 11/2018, 21. 

Advertisements

H δυστυχία των εθνο-πατριωτών

αρχείο λήψης

Η περίπτωση του «τσαμπουκά» της Ιταλίας δείχνει σε κάθε περίπτωση τα όρια του εθνοπατριωτισμού, αλλά και την απάτη του: πίσω από την πρόσοψη της σκληρής γραμμής απέναντι στους μετανάστες και τις Βρυξέλλες, εξακολουθούν να υπάρχουν τα vouchers του Jobs Act του Renzi, οι δήθεν αυστηρές ρήτρες για τις εταιρείες που έχουν λάβει δημόσια βοήθεια αλλά μεταφέρουν τις δραστηριότητες τους σε άλλες χώρες (αφορώντας μόνο τη βοήθεια για παραγωγική επένδυση και όχι για την έρευνα και την ανάπτυξη), το βασικό εισόδημα του πολίτη, που όμως μπορεί να αφαιρεθεί εάν κάποιος αρνηθεί τρεις προσφορές εργασίας, τα προβλήματα με τις συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου, και άλλα. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική οικονομία είναι τόσο κυρίαρχη που αναπαράγεται, κατά γράμμα, από τους «σκληρούς» πατριώτες. Είναι το αντίστοιχο του Βαρουφάκη που μάλωνε με τον Ντάισεμπλουμ, και πρότεινε την «αμερικανιά» του BitCoin! Αυτά και για τους εδώδιμους πατριδολάγνους, που συνήθως είναι και «τζάμπα μάγκες»

Με αφορμή: S. Palombarini, En italie, une fronde antieuropéenne?, Le Monde Diplomatique, 11/2018, 17.

Η θρησκευτική διπλωματία του Rabat

le-conseil-d-etat-a-confirme-mardi-la-fermeture-de-la-mosquee-salafiste-d-ecquevilly_5759843

Διαβάζουμε, «A Rabat, l’institut Mohammed-VI forme une cinquantaine d’étudiants venus de l’Hexagone pour devenir des cadres du culte musulman. Officiellement «transitoire», cette solution pourrait s’amplifier et s’inscrire dans la durée«. Και δεν απορούμε, αφού η θρησκευτική διπλωματία του Μαρόκου είναι σε έξαρση. Οι θρησκευτικές υπηρεσίες της χώρας έχουν αναλάβει να κατευθύνουν και να ελέγχουν τα μουσουλμανικά κέντρα διασποράς των Μαροκινών στην Ευρώπη, με την αγαστή συνεργασία μυστικών και κρατικών υπηρεσιών. Ποιός είπε ότι το Ισλάμ είναι ριζοσπαστικό και ανεξέλεγκτο;

Το jihad δεν είναι αυτό που νομίζουμε, μερικές φορές

president

Although this book contains the author’s previously published chapters in his other works, it makes a welcome addition in the current global political situation arising from the September 11 tragedy. Rudolph Peters reminds us that jihad is neither war nor terrorism, though warriors and terrorists who might feel nationalist or holy about their causes can use the jihad rhetoric pretty much the same way as the Euro-American media irresponsibly uses the term «jihad» as «holy war.» Peters clarifies the different notions that users associate with jihad, and highlights various aspects of jihad from several texts and against different contexts of war and peace.

As the book is primarily a reader, it gives us a selection of pertinent Quranic verses and ahadith (precepts and practices) of Prophet Muhammad (570-632), and rulings from Muslim scholars and jurists like Ibn Rushd (Averros, d. 1198), Ibn Taymiyya (d. 1328), and Muhmud Shaltut (d. 1963), the modernist Reactor of Al-Azhar University in Cairo. This combination of several strands of modernist and fundamentalist perspectives reveals how complex the concept of jihad in Islam is. Most jihad doctrines were, however, first debated and formulated in the second half of the eighth century, thanks mainly to Abdurrahman Awza’i (d. 774) and Muhammad al-Shaybani (d. 804).

Historically speaking, to the vast majority of Muslims, both laypeople and scholars, jihad means «to strive, to exert one’s self, to struggle»; it is not just confined to «jihad of the sword» but it also means «jihad of the tongue» and «jihad of the pen.» The term is used, without its religious urgency, pretty much as the English word «crusade,» which originally meant Christians’ holy wars against Muslims (e.g., a crusade against drugs or illiteracy).

The idea of jihad is pre-Islamic in its nature, says Peters. Islam regulated its wanton practice. Muslim religious leaders and their followers in South Asia and the Middle East remained divided over the means and ends of jihad. They range from cooperating with the West in the quest for higher secular education and coexistence with non-Muslims to outright rejection of even Muslim dictatorial regimes that were based on non-Islamic Western capitalist or communist foundations.

Going on a jihad was a collective, and not an individual, obligation. It did not allow disabled and sick persons or even able-bodied persons who must care for their old parents or people with enormous debt the [End Page 93] payment of which is a personal obligation. The enemy was dealt with according to the situation. Prisoners of war were either enslaved or released on ransom, but not slaughtered. Scholars of religion and the pious people were spared and not enslaved.

Citing relevant ahadith, Peters reminds us that Muslim commanders, unlike their rivals, had to observe the «etiquette of war,» which obliged them not to kill women, children, old men, monks, scholars, and noncombatant enemies. The main purpose of jihad was not to grab land and natural resources of other tribes, but to bring them to Islam. The tribes did not even have to convert to Islam as long as they remained in peace with Muslims, and agreed to pay jizya (non-Muslim tax) while living in the abode of Islam, the defense of which was not required of them. Jihad was not the first but the last resort to break a hostile tribe’s animosity toward Islam.

Πηγή

Η ακροδεξιά και ο Ολυμπιακός?

100_1117

Ακροδεξιά και Εξέδρα: Η Περίπτωση του Ολυμπιακού

Πολυτεχνείο και Αριστερά

polutexneio-1973-mesa-apo-ton-fako-tou-basili-karageorgou

Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ δεξιοῦ ἀκτιβισμοῦ, δηλαδὴ τῆς Ἀποστασίας καὶ μετὰ τῆς ἐγκαθίδρυσης τῆς χούντας, φάνηκαν καὶ στὴν Κύπρο. Δὲν ὑπάρχει μόνο ἀριστερὸς ἀκτιβισμός, λοιπόν. Εἶπα ἀκτιβισμός; Ὅπως ὁ ὁπαδὸς τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς Ὁμοσπονδίας Παπαδόπουλος, ὅπως ὁ Ἰωαννίδης κι ἡ ἑλληνικὴ (ἀκρο)Δεξιὰ πιάστηκαν μεγάλα κορόιδα πιστεύοντας ὅτι θὰ δώσουν ἕνα κομματάκι τῆς Κύπρου καὶ ἔτσι (χωρὶς πόλεμο) θὰ πάρουμε, ἡ Ἑλλάδα, τὴν ὑπόλοιπη Κύπρο, ἔτσι καὶ οἱ ἀκτιβιστὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 2010 (ἀριστεριστὲς καὶ μή) πιάστηκαν κορόιδα, κι ἀρχικὰ ἔδιωξαν τὸν ΓΑΠ κι ἔφεραν τὸν ἀκόμα χειρότερο Παπαδήμο ἐνῶ κατόπιν ἔφεραν τὸν Τσίπρα. Ἀριστερὸς καὶ δεξιὸς ἀκτιβισμὸς «γιὰ ἀκόμα καλύτερες μέρες» καὶ μετὰ ἔχει ὁ Θεός.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ χούντα εἶχε τὸ διπλὰ παράξενο ἀποτέλεσμα τῆς «ἐπανα-κομμουνιστοποίησης» τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας: Ἐνῶ ὁ Ἐμφύλιος εἶχε κριθεῖ, καὶ ἀναμενόμενα οἱ «πλατιὲς μάζες» ἐγκατέλειπαν τοὺς ἡττημένους γιατὶ ἁπλούστατα ἡ ζωὴ συνεχίζεται, ἡ χούντα ἀναζωπύρωσε τὸ ἐμφυλιακὸ μένος. Ὄχι μόνο ἔδωσε στὴν Ἀριστερὰ τὴν εὐκαιρία νὰ παρουσιαστεῖ ὡς δημοκρατική, ἀλλὰ καί, παραδίδοντας Κύπρο καὶ ἀναπόφευκτα τὴν Ἐξουσία, ἔδωσε στοὺς ἡττημένους τὴν εὐκαιρία νὰ νικήσουν ἰδεολογικὰ καὶ νὰ κάνουν μόδα τὴν ἀριστεροσύνη στὶς «πλατιὲς μάζες». Ἡ χούντα ἔφερε τὴν ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τῆς Ἀριστερᾶς. Τὸ δεύτερο παράδοξο ἀποτέλεσμα τῆς χούντας (τρίτο, μαζὺ μὲ τὴν Κύπρο) ἦταν ὅτι ἐνῶ σὲ ὅλη τὴ Δύση οἱ βέροι μαρξιστὲς – κομμουνιστὲς μετατρέπονταν σὲ ἡδονιστὲς μαζικοδημοκράτες, στὴν Ἑλλάδα ἔγινε τὸ ἀνάποδο: Ἡ δεκαετία τοῦ ’60 ἔδωσε τὴ θέση της στὰ ἀλλόφρονα χοροπηδηχτὰ γιὰ τὸν σπουδαῖο Μὰρξ καὶ τὴν Ἐπανάσταση, τοὺς Παπούα καὶ τοὺς Ζουλού. Ἂν δὲν ἦταν ἡ 21η Ἀπριλίου, δὲν θὰ τὰ εἴχαμε ποτέ.

Προφανῶς δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ μόνο ἢ κύριο κακὸ τῆς Χούντας ἦταν ἡ νεκρανάσταση τῆς Ἀριστεροσύνης, οὔτε ὅτι ἡ Χούντα ἦταν καλὴ ἢ ὅτι κάποιος ἔπρεπε νὰ τὴν ἐκτιμᾶ, οὔτε ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀνέχεται κάποιος γιὰ λόγους ἄλλους πέρα ἀπὸ τὴν ὁλοφάνερη ἀδυναμία μιᾶς ἄοπλης κοινωνίας (ποὺ ἤδη ἄρχιζε νὰ μετατρέπεται σὲ μαζικοδημοκρατικὸ κιμά) νὰ κάνει στρατιωτικὸ ἀντι-πραξικόπημα ἐπαναφέροντας τὴ δημοκρατία. Ἐννοεῖται ὡστόσο, κι ὅτι δὲν πιστεύω οὔτε μία στὸ ἑκατομμύριο ὅτι οἱ ἔγκλειστοι στὸ Πολυτεχνεῖο ἦταν δημοκράτες, ὅπως ἐννοοῦμε τὴ δημοκρατία. Ἦταν εἴτε θαυμαστὲς τῶν σταλινικῶν εἴτε ἀναρχικοὶ καὶ τριτοκοσμικοὶ ἀναθρεμμένοι μὲ γαλλικὰ καὶ πιάνο. Ἁπλά, ὅπως ἀπαιτοῦσε ὁ τρέχων συσχετισμὸς δυνάμεων, δὲν μποροῦσαν νὰ προσελκύσουν τοὺς Ἀθηναίους διαδηλώνοντας μαξιμαλιστικὰ ὑπὲρ τῆς «δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου» καὶ λ.χ. τῆς κάθε τριτοκοσμικῆς δικτατορίας, καὶ γι’ αὐτὸ περιορίζονταν στὰ «Ἔξω τὸ ΝΑΤΟ» (δηλαδή, φιλανδοποίηση) καὶ ἄλλα τέτοια τάχα εἰρηνιστικά. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Ἀριστεροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι αὐτὸ τὸ «πρῶτο βῆμα πρὸς τὸ κομμουνισμό» (ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἡ πτώση τῆς χούντας κ.λπ.) δὲν θὰ ἔφερνε στὴν Ἑλλάδα τὸν κομμουνισμὸ γιὰ χίλιους δυό (γεωπολιτικοὺς κ.ἄ.) λόγους, καὶ κατὰ συνέπεια ἁπλῶς θὰ καταλήγαμε στὴν αὐνανιστικὴ λατρεία τῆς «νεολαίας» (φυγότεκνης καὶ life style ἀναρχικῆς) μαζὶ μὲ τὴν ὑπόλοιπη Δύση, δὲν συνιστᾶ ἀντεπιχείρημα κατὰ τῆς τοτινῆς ἀριστερῆς ἀντιδημοκρατικότητας. Δηλαδή, δὲν ἀντικρούει ὅσα λέω γιὰ τοὺς πραγματικούς, τοτινούς, ποὺ συζητοῦνταν ὡς ἐπιθυμητοί, πολιτικοὺς ὁραματισμοὺς τῆς Ἀριστερᾶς τοῦ ’73 οὔτε γιὰ τὸν πόθο της γιὰ «ἄλλα» καθεστῶτα.

Τὸ νὰ ὑποστηρίξεις κάτι τέτοιο ὅμως, δυστυχῶς σὲ καταδικάζει στὴν δίχως τελειωμὸ ἀντιμετώπιση τῶν ἀκροδεξιῶν καὶ ἀριστερίστικων σοφιστειῶν: Ὥστε πιστεύεις στὴ θεωρία τῶν δύο ἄκρων (ἡ Ἀριστερά). Ἀφοῦ κι οἱ Ἀριστεροὶ ἦταν ἀντιδημοκράτες, τί σᾶς πειράζει ποὺ κι ἐμεῖς εἴμαστε ἀντιδημοκράτες;; (ἡ Ἀκροδεξιά). Ἡ θέση σου ἀπαιτεῖ ἐπιπλέον διευκρινίσεις, δὲν μπορεῖ νὰ καταστεῖ σύνθημα γιὰ τοὺς ὄχλους, καὶ καταπνίγεται.

Πηγή

Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και παιδεραστία

Pope Francis

[…] the church’s moral crisis derives uniquely from its abandonment of clear, unequivocal, strict teaching on moral matters, and from overly permissive attitudes toward homosexuality in particular. He does not want to consider the ways in which its traditional teaching on sexuality—emphasized incessantly by recent popes—has contributed to the present crisis. The modern church has boxed itself into a terrible predicament. Until about half a century ago, it was able to maintain an attitude of wise hypocrisy, accepting that priests were often sexually active but pretending that they weren’t. The randy priests and monks (and nuns) in Chaucer and Boccaccio were not simply literary tropes; they reflected a simple reality: priests often found it impossible to live the celibate life. Many priests had a female “housekeeper” who relieved their loneliness and doubled as life companions. Priests frequently had affairs with their female parishioners and fathered illegitimate children. The power and prestige of the church helped to keep this sort of thing a matter of local gossip rather than international scandal.

When Pope John XXIII convened the Second Vatican Council in 1962, bishops from many parts of the world hoped that the church would finally change its doctrine and allow priests to marry. But John XXIII died before the council finished its work, which was then overseen by his successor, Paul VI (one of the popes most strongly rumored to have been gay). Paul apparently felt that the sweeping reforms of Vatican II risked going too far, so he rejected the pleas for priestly marriage and issued his famous encyclical Humanae Vitae, which banned contraception, overriding a commission he had convened that concluded that family planning and contraception were not inconsistent with Catholic doctrine.

Opposing priestly marriage and contraception placed the church on the conservative side of the sexual revolution and made adherence to strict sexual norms a litmus test for being a good Catholic, at a time when customs were moving rapidly in the other direction. Only sex between a man and a woman meant for procreation and within the institution of holy matrimony was allowed. That a man and a woman might have sex merely for pleasure was seen as selfish and sinful. Some 125,000 priests, according to Richard Sipe, left the priesthood after Paul VI closed the door on the possibility of priestly marriage. Many, like Sipe, were straight men who left to marry. Priestly vocations plummeted.

Πηγή

Οι μύθοι των μεταναστευτικών ροών

mogadishusomaliaapril-30-2013-a-general-260nw-233311912

Η «πεφωτισμένη» αριστερά (τύπου Le Monde Diplomatique) κατάλαβε, ως πεφωτισμένη, ότι οι μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη είναι πλέον ένα ζήτημα δημογραφικής απειλής και ότι είναι μύθος το ότι η φτώχεια και η δυστυχία «τροφοδοτούν» αυτές τις εξόδους. Το αντίθετο! Είναι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου (συνολικά), η αύξηση των γεννήσεων (ή η μείωση των θανάτων), και η πολιτική «ανοιχτών συνόρων» οι βασικοί παράγοντες για την άνοδο των μεταναστευτικών ροών. Σωστά, βέβαια, επισημαίνει ότι η αύξηση του βιοτικού επιπέδου όταν συνδυάζεται με δουλειές και ευκαιρίες στην χώρα σου, δεν αυξάνει την μεταναστευτική έξοδο (παραθέτοντας ένα εξεζητημένο παράδειγμα από τις χώρες του Περσικού Κόλπου). Η μαζική έξοδος των Μεξικανών προς τις ΗΠΑ αποδίδεται σε μία σχετική και συγκριτική ευμάρεια των Μεξικανών (άρα, μπορούν να πληρώσουν τα δίκτυα μεταφοράς), σε συνδυασμό με τις καταστροφικές πολιτικές της NAFTA. Η ελεύθερη διακίνηση (libre echange), εδώ, ανθρώπων επιτρέπει αυτές τις αυξημένες ροές. Η αμηχανία, ωστόσο, των «πεφωτισμένων» είναι απέναντι στους «άϋλους» παράγοντες-έλξης, όπως είναι ο πολιτισμός, τα ΜΜΕ, η θρησκεία, η κατανάλωση. Για αυτά, δεν λέμε τίποτα. Δε νομίζω ότι ένας Σουδανός, ακόμα και πλούσιος ή με επιχειρήσεις (!!!), θα έμενε στο Σουδάν…για να φάει τα λεφτά του- είναι αυτονόητο. Απάντηση δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό το «πολύπλοκο» πρόβλημα: η ακροδεξιά ρητορική του κλεισίματος των συνόρων είναι ανεδαφική, διότι η εποχή έχει αλλάξει, από την άλλη οι χρηματικές επιχορηγήσεις (επενδυτικές ή ανθρωπιστικές) προς τις χώρες του Τρίτου Κόσμου από Ε.Ε. και ΗΠΑ, απλά «ενισχύουν» τις τάσεις φυγής. Πάντως, κάτι είναι και η ομολογία ότι η φτώχεια και ο πόλεμος είναι αυτά που σπρώχνουν τους ανθρώπους σε μετανάστευση.

Πηγή: Benoit Bréville, «Immigration, un débat biaisé», Le Monde Diplomatique, Novembre 2019, 1. 16. Βλ. και Migrations : « La Ruée vers l’Europe », le livre qui dérange, 

La jeunesse africaine est-elle un danger pour l’Europe ?

L’Europe et le spectre des migrations subsahariennes

The Hypothesis of the Mobility Transition

Can Development Assistance Deter Emigration?

Αχ Ευρώπη, εσύ μας μάρανες…

panousis_3

Ας ξαναπιάσουμε, λόγου χάριν, το Μακεδονικό. Θα διαπιστώσουμε τότε ότι ένα μεγάλο μέρος των περήφανων Μακεδονομάχων και λοιπών ψωμιάδειων Μυρμιδόνων ζουν αποκλειστικά και μόνο από την τουριστική δαπάνη των Σλάβων Ορθόδοξων αδελφών παντός είδους. Η τουριστική βιομηχανία της Βορείου Ελλάδος, με επίκεντρο την καταστροφή της Χαλκιδικής, συνιστά χαρακτηριστική εκδοχή κουτοπόνηρης εθελούσιας αυτο-αποικιοποίησης με σκοπό το εύκολο κέρδος. Είναι λοιπόν οι ίδιοι αυτοί που συστηματικά, εδώ και δεκαετίες, συνεχίζουν να καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα (τόσο περιβαλλοντικά και χωροταξικά όσο και πολιτιστικά), που ωρύονται σήμερα ότι η αγαπημένη κι ιερή πατρίδα κινδυνεύει επειδή οι γείτονές μας θα ονομάζονται πλέον κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας.

Είναι προφανές όμως, για οποιονδήποτε διατηρεί μια στοιχειώδη διαύγεια, ότι η τουριστικοποίηση της Ελλάδας συνιστά την οριστική καταστροφή της χώρας σε πολιτιστικό επίπεδο, ενώ είναι και πρόξενος μύριων κακών σε κοινωνικό επίπεδο. Διότι, αν μέχρι πριν λίγο καιρό, ο τουρισμός περιοριζόταν σε συγκεκριμένες, λίγο πολύ ζώνες, και αποτελούσε μια βασική μεν αλλά όχι την αποκλειστική βάση της εθνικής οικονομίας, τα τελευταία χρόνια, εξ αιτίας μιας συμπαιγνίας παραγόντων, η κατάσταση έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Λίγο η κρίση, λίγο το Airbnb, λίγο η ποιοτική αναβάθμιση της πρωτεύουσας ως «εναλλακτικού» και χίπστερ προορισμού (λόγω της Ντουκουμέντα και του κέντρου «Σταύρος Νιάρχος», όπως επίσης και του στρατευμένου, φιλομεταναστευτικού noborder και ΜΚΟ τουρισμού), έχουμε φτάσει πλέον η χώρα ν’ αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε αυτή τη μαζική εισβολή ξένου πληθυσμού: τα νησιά δεν μπορούν πλέον να σηκώσουν το βάρος της φιλοξενίας τους, οι ντόπιοι αδυνατούν πλέον να βρουν σπίτια σε προσιτά νοίκια, οι υποδομές καταρρέουν, προωθούνται εργασιακές συνθήκες Κίνας κ.ο.κ. Για να μη μιλήσουμε προφανώς για τη βαθύτατη ανθρωπολογική φθορά που προκαλεί η ελαφρά τη καρδία μεταστροφή ενός μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού προς το εύκολο –ή υποτιθέμενα εύκολο χρήμα– του τουριστικού κλάδου[1].

Δυστυχώς όμως ελάχιστες αν όχι ανύπαρκτες είναι οι αναλύσεις που προσπαθούν να φωτίσουν εις βάθος το φαινόμενο. Είναι προφανές ότι η τουριστική εισβολή, η οποία πραγματικά αλλοιώνει τα εντόπια ήθη κι εξαχρειώνει τον πληθυσμό, ελάχιστα απασχολεί τους διάφορους υπερευαίσθητους εθνοπατριώτες θεματοφύλακες της παράδοσης και των ιερών και οσίων της Φυλής, οι οποίοι κατά τα άλλα ανησυχούν μήπως οι πρόσφυγες κι οι μετανάστες μάς επιβάλουν αλλότρια ήθη και διαδηλώνουν ενάντια στο «ξεπούλημα της πατρίδας μας» με αφορμή το Μακεδονικό. Το γεγονός πως ουδείς δεξιός λαϊκιστής φαίνεται να ενοχλείται από το ξεπούλημα της χώρας στους τουρ οπερέιτορς και τις αεροπορικές εταιρείες δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι, ως συνήθως, η υποκρισία συνιστά τη ραχοκοκαλιά του εθνικιστικού-πατριωτικού-συντηρητικού χώρου· όπως θα δούμε στη συνέχεια του ανά χείρας σημειώματος, ο τουρισμός συνιστά την ιδεώδη κατάληξη κάθε μορφής σύγχρονου εθνικισμού, μιας και πατά στο ιδεολόγημα της πολιτιστικής αυθεντικότητας και στη φτιαχτή και ιστορικά ανυπόστατη αφήγηση περί καταγωγής που υπάρχει πίσω από τον εκάστοτε εθνικισμό, ο οποίος δεν είναι, σε τελική ανάλυση, παρά ένας ρομαντικός φολκλορισμός που μετατρέπει την παράδοση σε αισθητικό αντικείμενο προς κατανάλωση. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου και της οπαδικού τύπου υπεράσπισης της «ανάπτυξης» που συνιστά ουσία των πολιτικών θέσεων των διάφορων «φιλελεύθερων» κι εκσυγχρονιστών, οι μόνοι που έχουν προσπαθήσει ν’ αναλύσουν το φαινόμενο του τουρισμού είναι ορισμένες συνιστώσες της Αριστεράς και της Αναρχίας. Εντούτοις, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση η ματιά παραμένει επιφανειακή κι η εξέταση του θέματος περιορίζεται στο στενά οικονομικό επίπεδο –κι εκεί ακόμα αρκετά περιγραφικά[2].

[…]

[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη κι η περίφημη «γενιά του brain drain», η τεχνοκρατικής παιδείας νεολαία που εγκαταλείπει τη χώρα προκειμένου να αναζητήσει μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση στο εξωτερικό, επιλέγει πρώτο-πρώτο τον «τουρισμό-πολιτισμό» στο ερώτημα «σε ποιον τομέα θα θέλατε να δραστηριοποιηθεί η επιχείρησή σας;», κάτι, φυσικά, που ισχύει και για την εγχώρια νεολαία. Βλ. για τα πορίσματα της σχετικής έρευνας: «Έρευνα: Ένα κράτος διαφθοράς και αναξιοκρατίας που διώχνει τα παιδιά του», http://www.huffingtonpost.gr, 8/9/2018.

Πηγή

Αναδίπλωση στον εαυτό

αρχείο λήψης

If you want to be a rebel in this system, practice kindness

Ως φράση είναι προβοκατόρικη και ελαφρά κοινότοπη, μέχρι τουλάχιστον να κοντοσταθείς λίγο και να προσπαθήσεις να την εφαρμόσεις στις αρχές σου για την αναζήτηση μιας ενάρετης ζωής. Κι εκεί λοιπόν -για εμένα τουλάχιστον- οι περισσότερες από τις παραπάνω περιπτώσεις αυτής της ασαφούς θέσης στον κόσμο λύνονται. Η καλοσύνη -ως απαραίτητη αρχή της ενάρετης ζωής- λύνει πολλούς από τους άλυτους γρίφους και σου επιτρέπει να ξεχωρίσεις τον γραφειοκράτη που βλέπει πχ τους μετανάστες ως εμπορεύματα από τον άνθρωπο που είναι στην ίδια θέση γιατί δεν αντέχει να είναι πουθενά αλλού.

Παρότι εμένα ως οδηγός μου έχει λύσει πολλά προσωπικά προβλήματα κατανοώ γιατί έχει τις δυσκολίες της. Κατ’ αρχήν δεν είναι εύκολα μετρήσιμη ή ορισμένη, αλλά μιλάω για αυτή την καλοσύνη, αυτή την γενναιοδωρία των ανθρώπων απέναντι στους άλλους, την καλή προαίρεση και την προδιάθεσή τους να πράξουν για τους άλλους το ίδιο ή ακόμα και καλύτερα απ’ όσο θα έπρατταν για τους εαυτούς τους. Δεν μιλάμε τώρα για αγγέλους, γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να τη συνδιάζουμε με τις μεγάλες πράξεις ή τη θυσία. Η καλοσύνη για την οποία μιλάω εκφράζεται ακόμα και στα μικρά πράγματα, στο πως θα δει κάποιος στο σούπερμάρκετ ότι έχεις γεμάτα χέρια και θα σου ανοίξει την πόρτα.

Φυσικά αυτή η καλοσύνη μπορεί -ειδικά σε αυτές τις μικρές χειρονομίες- να μπερδευτεί με μια τυπική ευγένεια, γι’ αυτό και το δεύτερο πρόβλημα είναι πως πρέπει τον άλλον να τον γνωρίσουμε από κοντά πριν εκφέρουμε την άποψή μας.

Η καλοσύνη δεν μπορεί να φανεί από τα post στο facebook ή το twitter, από τα ρούχα που φοράμε ή από τα μέρη που συχνάζουμε· δεν μπορεί να δηλωθεί στην εφορία ή να γραφτεί στο βιογραφικό μας. Με λίγα λόγια είναι πρακτικά αδύνατο να την ανακαλύψουμε χρησιμοποιώντας όλα τα νέα media τα οποία (από τη φύση του μέσου) εστιάζουν μόνο στην επιφάνεια (γιαυτό και είναι κατεξοχήν χώρος δράσης των idpolitics). Με λίγα λόγια θέλει προσπάθεια και δουλειά και είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμόσουμε την αρχή σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Σαν τις ποιοτικές έρευνες πρέπει να μιλήσουμε με τους άλλους κι όχι απλά να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο για το τι κόμμα ψηφίζουν, τι χρώμα μπλούζα φοράνε και τι πιστεύουν για τους γάμους των ομοφυλόφιλων.

Πηγή

Επίσης, μπορείς να κάνεις γιόγκα και Χάρε Κρίσνα! Η αξιακή αναδίπλωση στα του εαυτού δεν μπορεί να είναι απάντηση σε μία εποχή παγκοσμιοποιημένων «εγώ»- χωρίς την ανάλογη Μεταφυσική. Θέλω να πω: και οι Στωικοί κάτι τέτοια πρέσβευαν, αλλά τους πήρε την πίτα ο Χριστιανισμός!