Πάστα και γκόμενες

13781782_507520232787757_3987598775896296151_n

Απόλυτα επιτυχημένο το σχόλιο:

«Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι οἱ καιροὶ ἄλλαξαν, καὶ ἀπὸ τὶς πολλὲς ταινίες ἢ τὰ διαβάσματα ἢ τὴ  γενικὴ βαρεμάρα, τὸ Ἐγὼ ἀρκεῖται στὸ ἐλάχιστο: τὴν ψυχολογικὴ ἐπιβεβαίωσή του: Κάποτε, ὁ Νίτσε ὑποστήριζε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ταπείνωση εἶναι νὰ αὐτοπεριοριστεῖς τόσο πολύ (ζαρώνοντας σὰν σκουλήκι) ὥστε  κανεὶς νὰ μὴν βλέπει τὴν κρυφὴ περηφάνειά σου προκειμένου νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὴν ποδοπατήσει. Τώρα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν καταλάβαινε καλὰ τὴν ταπείνωση, κάτι ἀντιστοιχο, ἀλλὰ παρόμοιο: Σοῦ ἀρκεῖ ὅτι σὲ θέλουν, κι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τοὺς γράφεις στὰ παληά σου τὰ παπούτσια, καὶ περιορίζεσαι νὰ βγάλεις τὸ σκυλάκι σου γιὰ βόλτα. Σημάδια κατάρρευσης τοῦ Ἀτόμου -καὶ τῆς κοινωνίας του» [πηγή]

Όμως, εγώ θα προσέθετα, ότι το φαινόμενο του τελικού «σταρχιδισμού», υπήρχε και κάποια χρόνια παλιότερα- είτε από πουριτανούς/νές που κάλυπταν τον μικροαστικό τους εγωισμό πίσω από ρομαντικές ανοησίες, είτε από ΔΗΘΕΝ διανοούμενους/ες εναλλακτικούς/κες που ισχύει το ίδιο και γι αυτούς. 

Advertisements

Ελλάδα σημαίνει Ορθοδοξία! Ναι, αλλά ποια ακριβώς;

pessoa1

In his short story, Pessoa imagines a conversation between the Devil and a woman. He creates a reality where the Devil is not to be feared and nothing you expect. He is a gentleman who would never intentionally harm a human; he’s no longer the usual symbol of the enemy of God. He is harmless and is certainly ignorant of the things that actually rules the world. The Devil himself tells about his traumas, his story and his work… [πηγή]

Στην Θεσσαλονίκη, αλλά θα έλεγα και σε όλη την Ελλάδα, οι «Ορθόδοξοι» δεν έχουν πρόβλημα τόσο με τον Χρανιώτη του Survivor όσο με τον Χρανιώτη του θεατρικού του Πεσσόα. Άλλωστε, η Θεσσαλονίκη, ως απείκασμα της νεοελληνικής σχιζοφρένειας εν γένει, φημίζεται για το πλήρες άραγμα και τα «εκατό βαψίματα» για να πάμε στο περίπτερο, αλλά και για την πλήρη της «Ορθοδοξία». Αγώνες οπισθοφυλακών. Είναι το απόλυτο γκροτέσκο. Ως λούμπεν, και μόνο ως λούμπεν, τους…συμπονώ!

Για τα λοιπά [εδώ]

Βουτυρομπεμπέδες

00168

Το Κ.Κ.Ι.* στους νέους 

—Πιερ Πάολο Παζολίνι—
Μετάφραση: Ελένη Κοσμά

Είναι θλιβερό. Η αμφισβήτηση
του Κ.Κ.Ι. έπρεπε να έχει γίνει το πρώτο μισό
της περασμένης δεκαετίας. Καθυστερήσατε, παιδιά.
Και καμιά σημασία δεν έχει αν τότε δεν είχατε ακόμη γεννηθεί:
τόσο το χειρότερο για εσάς.
Τώρα οι δημοσιογράφοι όλου του κόσμου (μαζί
με εκείνους της τηλεόρασης)
σας γλείφουν (νομίζω αυτή τη λέξη χρησιμοποιούν ακόμη
στα Πανεπιστήμια) τον κώλο. Εγώ όχι, φιλαράκια.
Έχετε τη φάτσα του βουτυρομπεμπέ.
Σας σιχαίνομαι όπως σιχαίνομαι και τους πατεράδες σας.
Έχετε το ίδιο μοχθηρό μάτι.
Η καλή καταγωγή δεν κρύβεται.
Είστε φοβισμένοι, ανασφαλείς, απεγνωσμένοι
(εξαίσια!) αλλά γνωρίζετε και πώς να είστε
αυταρχικοί, εκβιαστές και σίγουροι:
προνόμιο των μικροαστών, φιλαράκια.
Όταν χθες στη Βάλλε Τζούλια τα τσουγκρίσατε
με τους αστυνόμους,
εγώ ήμουν με το μέρος τους!
Διότι οι αστυνόμοι είναι παιδιά φτωχών ανθρώπων.
Έρχονται από τις περιφέρειες –χωριών ή πόλεων.
Και όσο για μένα, ξέρω πολύ καλά
πώς έζησαν όταν ήταν παιδιά, όταν ήταν έφηβοι,
τις πολύτιμες χίλιες λίρες, τον πατέρα που έμεινε κι αυτός παιδί,
από μια μιζέρια –που μόνο κύρος δεν προσδίδει.
Η μάνα σκληρή σαν αχθοφόρος ή τρυφερή,
από κάποια αρρώστια -σαν ξεπεταρούδι˙
Τα πολλά αδέλφια˙ το φτωχικό σπίτι
μέσα στους μπαξέδες με τις κόκκινες αλιφασκιές (σε κτήματα
άλλων)˙ τα υπόγεια
πάνω από τον υπόνομο˙ ή τα διαμερίσματα στις εργατικές
κατοικίες κ.λπ κ.λπ.
Κι έπειτα κοιτάξτε πώς τους ντύνουν: σαν παλιάτσους,
με εκείνο το ακατέργαστο ύφασμα που βρωμά συσσίτιο,
γραφείο λόχου και πλέμπα. Το χειρότερο, ασφαλώς,
είναι η ψυχολογική κατάρρευση
(για καμιά σαρανταριά χιλιάδες λίρες τον μήνα):
δίχως πια χαμόγελο,
δίχως πια ειρήνη με τον κόσμο,
εκτοπισμένοι,
αποκλεισμένοι (με έναν αποκλεισμό που παρόμοιό του δεν έχει)˙
Ταπεινωμένοι από την απώλεια της ποιότητας του ανθρώπου
για εκείνη του αστυνόμου (όταν σε μισούν μισείς).
Είναι είκοσι χρόνων, όσο κι εσείς, αγαπητοί κι αγαπητές μου.
Προφανώς συμφωνούμε: είμαστε ενάντια στη θεσμοποίηση της αστυνομίας.
Βάλτε την όμως απέναντι στη δικαιοσύνη και θα δείτε!
Οι νεαροί αστυνόμοι
που εσείς από κατανυκτικό χουλιγκανισμό (η ειδικά επιλεγμένη αναγεννησιακή μας παράδοση),
τέτοιον που ταιριάζει σε βουτυρομπεμπέδες, χτυπήσατε,
ανήκουν σε άλλη κοινωνική τάξη.
Στη Βάλλε Τζούλια, χθες, πήραμε μια γεύση
ταξικής πάλης: κι εσείς, φιλαράκια μου, (μολονότι από την πλευρά
του δικαίου) ήσασταν οι πλούσιοι,
ενώ οι αστυνόμοι (που ήταν στην πλευρά του
άδικου): οι φτωχοί. Ωραία νίκη, λοιπόν,
η νίκη σας! Σε παρόμοιες περιστάσεις,
δίνουν στους αστυνομικούς τα λουλούδια, φιλαράκια.
Η Popolo και η Corriere della sera, η Newsweek και η Monde
σας γλείφουν τον κώλο. Είσαστε τα παιδιά τους,
η ελπίδα τους, το μέλλον τους: μπορεί να σας αποπαίρνουν,
σίγουρα όμως δεν προετοιμάζονται
για μια νέα ταξική επίθεση εναντίον σας.
Το πολύ πολύ κάποτε
να ξαναβρεθείτε ο ένας απέναντι στον άλλο
σε κάποιον εσωτερικό αγώνα επικράτησης.
Για όποιον, διανοούμενο ή εργάτη,
είναι έξω από τις προσωπικές σας διενέξεις
η ιδέα φαίνεται εξαιρετικά διασκεδαστική:
ένας νέος αστός γεμίζει μώλωπες έναν γέρο
αστό -και ένας γέρος αστός στέλνει στη φυλακή
έναν νέο αστό. Επιεικώς,
τα χρόνια του Χίτλερ επιστρέφουν: η μπουρζουαζία
λατρεύει να τιμωρεί με τα ίδια -τα δικά της-  χέρια.
Ζητώ συγχώρεση από εκείνους τους χίλιους ή δυο χιλιάδες νέους αδελφούς μου που δουλεύουν
το Τρέντο ή στο Τορίνο,
στην Παβία ή στην Πίζα,
στη Φλωρεντία ή και στη Ρώμη ακόμα,
αλλά πρέπει να το πω: το Φοιτητικό Κίνημα
δεν ακολουθεί τα ευαγγέλια
στην ανάγνωση των οποίων επιδίδονται οι κόλακές του της μέσης ηλικίας
για να νιώσουν νέοι και να αφομοιώσουν την αγνότητα του εκβιαστή:
ένα πράγμα γνωρίζουν στα σίγουρα οι φοιτητές:
την ηθικολογία του αξιωματούχου ή επαγγελματία πατέρα,
την κομφορμιστική βιαιότητα του μεγάλου αδελφού
(δασκαλεμένου, ασφαλώς, από τον πατέρα),
την απέχθεια για την κουλτούρα της μάνας –που κρατάει από την
επαρχία, αν και κανείς πλέον δεν το διακρίνει.
Αυτό, αγαπητά παιδιά, ασφαλώς το γνωρίζετε.
Και το εφαρμόζετε σε δύο αδιαπραγμάτευτες θέσεις:
την αναγνώριση των δικαιωμάτων σας (είναι γνωστό πως η δημοκρατία
μόνον εσάς λαμβάνει υπόψη) και το πάθος για
εξουσία.
Ναι, τα σλόγκαν σας κοιτάζουν πάντα
προς την εξουσία.
Διαβάζω στα γένια σας φιλοδοξίες αβάσιμες,
στη χλωμάδα σας απεγνωσμένη υπεροψία,
στα μάτια σας έναν ανύπαρκτο ερωτισμό,
στην υπερβολική υγεία αλαζονεία, στην ελάχιστη υγεία περιφρόνηση
(μόνον για εκείνους από εσάς που έρχονται από τα χαμηλότερα
αστικά στρώματα ή από κάποια εργατική οικογένεια,
αυτά τα ελαττώματα έχουν μια κάποια ευγένεια:
γνωρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό και το σχολείο της Μπαρμπιάνα!)
Καταλαμβάνετε τα Πανεπιστήμια
αλλά λέτε πως τις ίδιες ιδέες έχουν
και οι νέοι εργάτες.
Λοιπόν:
η Corriere della sera και η Popolo, η Newsweek και η Monde
κόπτονται να καταλάβουν
τα προβλήματά τους;
Η αστυνομία θα αρκεστεί –νομίζετε– σε κανά δυο μώλωπες
μέσα σε ένα κατειλημμένο εργοστάσιο;
Είναι μια παρατήρηση κοινότοπη˙
και εκβιαστική. Αλλά κυρίως ανώφελη:
διότι εσείς είστε αστοί
και άρα αντικομμουνιστές. Οι εργάτες: εκείνοι
είναι που έμειναν στο 1950 και ακόμη πιο πίσω.
Μια ιδέα παλιά όσο κι εκείνη της Αντίστασης
(που δοκιμάστηκε είκοσι χρόνια πριν
και τόσο το χειρότερο για εσάς που δεν είχατε ακόμη γεννηθεί)
θάλλει ακόμη στα λαϊκά στέρνα, στις επαρχίες.
Θα’ ναι ίσως διότι οι εργάτες δεν μιλάνε ούτε γαλλικά ούτε αγγλικά,
και ένας μόνο, καημενούλης, το απόγευμα, στη Μονάδα,
είπε να μάθει λίγα ρώσικα.
Σταματήστε πια να σκέφτεστε τα δικαιώματά σας,
σταματήστε να διεκδικείτε την εξουσία.
Ένας λυτρωμένος αστός πρέπει να αρνηθεί όλα του τα δικαιώματα,
να εξορίσει από την ψυχή του, μια για πάντα,
την ιδέα της εξουσίας. Όλα τούτα λέγονται φιλελευθερισμός: αφήστε τον
στον Μπομπ Κένεντυ.
Δάσκαλος γίνεσαι καταλαμβάνοντας εργοστάσια
όχι Πανεπιστήμια: οι κόλακές σας (ακόμη και οι κομμουνιστές)
δεν σας λένε την κοινότοπη αλήθεια: πως είστε ένα νέο
είδος αδέσμευτων ιδεολόγων όπως οι πατέρες σας˙
ναι: όπως οι πατέρες σας, ακόμη, παιδιά.
Ορίστε,
οι Αμερικάνοι, οι λατρεμένοι σας σύντροφοι,
με τα βλακώδη λουλούδια τους, επινοούν οι ίδιοι
μια «νέα» επαναστατική γλώσσα!
Την επινοούν μέρα με τη μέρα.
Εσείς, όμως, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό γιατί στην Ευρώπη υπάρχει ήδη μία:
μπορείτε να την αγνοήσετε;
Ναι, εσείς θέλετε να την αγνοήσετε (με μεγάλη ικανοποίηση
των Times και της Tempo).
Την αγνοείτε πηγαίνοντας, με ηθικολογίες από τα βάθη των επαρχιών,
«περισσότερο αριστερά». Περίεργο,
εγκαταλείποντας την επαναστατική γλώσσα
του φτωχού, παλαιού, επίσημου
Κομουνιστικού Κόμματος,
υιοθετήσατε μια αιρετική παραλλαγή,
πάντα όμως στη βάση της κατωτάτης αργκώ
των κοινωνιολόγων χωρίς ιδεολογία (ή των Πατέρων της γραφειοκρατίας).
Έτσι μιλώντας,
ζητάτε τα πάντα με λέξεις,
ενώ, με πράξεις, ζητάτε μόνον εκείνο
το οποίο δικαιούστε (σαν καλά παιδιά αστών):
μια σειρά μεταρρυθμίσεων που επείγουν,
την εφαρμογή νέων παιδαγωγικών μεθόδων
και την ανανέωση του κρατικού μηχανισμού.
Μπράβο σας! Ευγενή αισθήματα!
Το λαμπρό άστρο της μπουρζουαζίας σας οδηγεί!
Συνεπαρμένοι από τη νίκη σας εναντίον των πιτσιρικάδων
της αστυνομίας –που απ’ τη φτώχια αναγκάστηκαν να υπηρετήσουν–
(και μεθυσμένοι από τα συμφέροντα της κοινής –αστικής–
γνώμης απέναντι στην οποία συμπεριφέρεστε σαν
ψυχρές γυναίκες, που αγνοούν και κακομεταχειρίζονται
τον πλούσιο θαυμαστή)
βάζετε στην άκρη το μόνο πραγματικά επικίνδυνο μέσο
για να χτυπήσετε τους πατέρες σας:
δηλαδή, τον κομμουνισμό.
Ελπίζω να έχετε καταλάβει
ότι η στροφή προς τον πουριτανισμό
είναι ένας τρόπος να μπλοκάρετε
μια πράξη πραγματικά επαναστατική.
Πηγαίνετε, αντίθετα, παιδιά, να επιτεθείτε στις Ομοσπονδίες!
Πηγαίνετε να εισβάλλετε στις Μονάδες!
Πηγαίνετε να καταλάβετε τα γραφεία της
Κεντρικής Επιτροπής! Πηγαίνετε, πηγαίνετε
να κατασκηνώσετε στη Βία ντελλέ Μποτέγκε Οσκούρε!
Αν ζητάτε την εξουσία, διεκδικήστε, τουλάχιστον, την εξουσία
ενός Κόμματος που είναι εξολοκλήρου αντίθετο
(αν και ερημωμένο, εξαιτίας της αυταρχικότητας των κυρίων
με το ευπρεπές διπλόπιετο σακάκι, που αγαπούν το μπόουλινγκ
και λατρεύουν να καταφάσκουν με διπλές αρνήσεις, αστοί
σύντροφοι των ηλίθιων πατεράδων σας)
και έχει ως θεωρητικό στόχο την καταστροφή της Εξουσίας.
Και αποφασίζει να καταστρέψει, κυρίως,
ό,τι αστικό έχει μέσα του˙
Πολύ αμφιβάλλω, έπειτα και από το δικό σας παράδειγμα,
αν, όπως έλεγα, η καλή καταγωγή δεν κρύβεται…
Σε κάθε περίπτωση: το Κ.Κ.Ι. στους νέους!

………………………………………………………………………..

Μα –αχ!–  τι σας προτείνω; Τι σας
συμβουλεύω; Σε τι σας ωθώ;
Μετανιώνω, μετανιώνω!
Έχω πάρει τον δρόμο που οδηγεί στον συμβιβασμό
και ο Θεός θα με καταραστεί. Μη με ακούτε.
Αχ, αχ, αχ,
εκβιαστές,
λίγο έλειψε να ανοίξω τις πύλες της κοινής λογικής!
Αλλά –ευτυχώς– πρόλαβα να σταματήσω,
σώζοντας μαζί τις ασάφειες και τα μισαλλόδοξα δίπολα.
Άγγιξα, όμως, το χείλος της ντροπής…

(Θεέ μου, μήπως έπρεπε να σκεφτώ
την πιθανότητα να βγαίνατε κερδισμένοι από τον Εμφύλιο Πόλεμο
αφήνοντας στην άκρη την παλιά μου ιδέα της Επανάστασης;)

* P.C.I. (Partito Comunista Italiano). Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας.

Πηγή

και

Ζήλεια, πολλή ζήλεια. Να κι η Μπέττυ με ακριβές γόβες, να κι ο Αλέξης πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος. Τι άλλος, πουλάκι μου, πότε έδειχνε πως θα γινόταν άλλος; Λες οι φροϋδοαριστεροί της φουρνιάς του να πίστευαν αυτά που έλεγαν;

Τώρα, μεταξύ μας: ούτε εσύ πίστευες αυτά που έλεγες. Απλώς εσύ δεν πήρες προαγωγή. Και προσπαθείς να διαγράψεις την τότε υποκρισία σου εγκαλώντας τους πετυχημένους.

Διότι ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος παντού αποτυπώνεται να χαχανίζει, μάλλον δεν χαχανίζει: έχει απλώς το χαμόγελο του πετυχημένου. Οπως κι ο Αδωνης, άλλη σαρξ εκ της σαρκός του λαϊκού σώματος των καταφερτζήδων και  αντεστραμμένη εικόνα των αριστεριτζήδων (δεν είναι τυχαίο που η τουρκική κατάληξη -τζής ηχεί τόσο οικεία: αποτυπώνει καλά την νοοτροπία ενός λαού που μερίδες του εξακολουθούν να δρουν ως κατεχόμενοι).

Βεβαια, το γέλιο είναι και απελευθερωτικό. Κι ο Γκορμπατσώφ συνεχώς γελούσε όταν απελευθέρωνε τη χώρα του από τα περιττά εδάφη.

Πηγή

Από παλιά φαινόταν….

20130816-200811-822563

Θυμάμαι πριν από καμιά τριανταριά χρόνια πως εμφανίζονταν διάφοροι τύποι και τύπισσες, ως εναλλακτικοί και ψαγμένοι. Αυτοί τότε ξεχώριζαν, στα Πανεπιστήμια, ανάμεσα στην πλειοψηφία των λαϊκών και των γκόμενων ή γκομενών (συνήθως ΔΑΠ). Και να η μουράτη μουσική, οι διάφορες ροκ συναυλίες, οι αμπελοφιλοσοφίες, τα Εξάρχεια (σε επίπεδο μπαρακίων) κτλ.! Τότε, δεν φανταζόμασταν καθόλου ότι αυτό το «μέλλον» θα ήταν περισσότερο μπανάλ και από τους πιο αγροτο-ποιμένες ΔΑΠίτες (που λέει ο λόγος…) Και όμως έτσι έγιναν τα πράγματα. Οπότε, αγαπημένε λαέ, μην απορείς και τόσο με τις κωλοτούμπες Τσίπρα. Αυτές είναι απόλυτα συνεπείς. Συνεπείς σε αυτή την «ιδεολογία» της δηθενιάς, που κυρίως καλλιεργείτο στους χώρους αυτούς. Σαρξ εκ της σαρκός της παρακμής…..

Blade Runner 2049

blade4

Είμαστε, λοιπόν, στα 2049. Ζώα, δέντρα και φυτά δεν υπάρχουν πια στον πλανήτη. Ένα μόνο ζώον επιβιώνει, ο άνθρωπος, κι απ’ αυτούς λίγοι. Ζουν σε μια σκοτεινή ομιχλώδη πόλη, που περιτριγυρίζεται από ψηλό τείχος-φράγμα. Η εταιρεία, που έχει την απόλυτη κυριαρχία σε αυτή την ανθρώπινη μετα-αποικία ονόματι Λος Άντζελες –πόλη των Αγγέλων–, διευθύνεται από έναν τυφλό, στην όψη σαν Αμερικανό Τζίζους (Jesus), ο οποίος διατείνεται ότι κατασκευάζει αγγέλους. Μεταξύ αυτών στείρες γυναίκες, ιδανικές συνοδούς σεξ. Βλέπετε, ο κόσμος μπορεί να αναποδογυρίζει, όπως τα φύλα –θου, Κύριε!– αλλά στο Χόλιγουντ μένει η φαλλοκρατία, έκφραση της οποίας –αν θέλετε το πιστεύετε– είναι οι σύγχρονοι πανίσχυροι διαφυλικοί ευνούχοι, που, κουνώντας αυστηρά το δάχτυλο, φυλάνε με τον βούρδουλα της πολιτικής ορθότητας τα προοδευτικά χαρέμια των αφεντάδων της νέας εποχής. Υπάκουοι σαν Μπλέιντ Ράνερ. Είδατε που καμία σύμπτωση δεν είναι τυχαία;
Α, ναι. Σε αυτόν τον κόσμο, όπου όλα τα είδη έχουν εξαφανιστεί, επιβιώνει η Σόνι, παραγωγός της ταινίας, η Πεζό και, φυσικά, η Κόκα-κόλα, μαζί με το ουίσκι Μπλακ-Λέιμπελ και την παιχνιδομηχανή Ατάρι, που τις βλέπουμε και στην πρώτη ταινία. Θα προσέξετε επίσης, όσοι θα δείτε την ταινία, ότι στην παγκόσμια μετα-μεγάπολη, στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι επιγραφές είναι σε όλα τα εξωτικά αλφάβητα, στο ρώσικο η αγροικία του κακού –πόσο κλισέ πια;–, στο εβραϊκό οι πινακίδες των αυτοκινήτων, στο κορεατικό οι ταμπέλες του εγκαταλειμμένου ξενοδοχείου, στο ιαπωνικό οι μαρκίζες των σεξ-σoπ, αγγλικά οι διαφημίσεις. Ελληνικά γράμματα δεν είδα. Ευτυχώς; Απουσιάζει επίσης η αραβική πινελιά, που υπάρχει στην πρώτη ταινία. Οι Κινέζοι, αντίθετα, και εκεί και εδώ είναι παντού.
Με όλες αυτές τις σκέψεις, που ανακατεύουν τα της ταινίας με όσα απίθανα γίνονται στην πικρή Ελλάδα του Μνημονίου, ίσως σκέφτεστε ότι δυσανασχετώ με την καινούργια ταινία του Ντενί Βιλνέβ. Κάθε άλλο: Πρόκειται για ενδιαφέρουσα και άξια λόγου ταινία, αν και δεν φτάνει στον σκοτεινό λυρισμό του πρώτου Blade Runner (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι στον αμερικανικό κινηματογράφο, όπου η πολιτικολογία είναι σπάνια, το είδος της επιστημονικής φαντασίας πολιτικολογεί με παρα(προ)βολές του μέλλοντος. Ένα, στοιχείο, ας πούμε, και της παλιάς και της νέας ταινίας, είναι ότι κουμάντο στις πολιτείες του μέλλοντος –για φαντάσου!– κάνουν οι εταιρείες. Το κράτος δεν έχει άλλη παρουσία από τη βρώμικη δουλειά της αστυνομίας.

Πηγή

Alqosh

dwekhnawsha-breu-13

Alqosh is a small village in Iraq, with a majority Christian population. It is also the last inhabited village before the front-lines of the territory seized by the Islamic State, which invaded the surrounding areas during its advance in the summer of 2014. Our organization Un ponte per… has been working here for some time, helping the displaced Iraqis gathered by Father Jibra’il and working to preserve the town’s cultural heritage.

dwekhnawsha-breu-14

Perched atop a hill, the city of Alqosh has a history that spans over three millennia. Its stone houses the color of ochre wind gradually up the ridge. A twelve-meter high cross shines in the night, illuminating the horizon.

Iwan, a 22 year old peshmerga, carefully climbs the path uphill, and gestures towards Bakufa, where ISIS militants have been entrenched for a year and a half, directly across from Iwan’s comrades-in-arms. A strip of orange dots indicates the position of the Kurdish forces and the beginning of the caliphate: Alqosh is the last inhabited Christian village before the front lines.

One of the houses in the city center is hosting one-year old Kinan’s birthday celebrations. The living room, adorned with lights and balloons, is filled with people. Christmas lights are strung up on the walls in glowing designs that complete the scene, which is part kitsch and part baroque.

As Kinan blows out his candle with the help of his mother and father, ISIS is only 15 kilometers away. The peshmerga forces holding them off are a bit further south of Teleskor, a ghost town where only stray dogs dare venture. When ISIS arrived at the city gates in August of 2004, Kinan was still at his mother’s knee. At that time, the populations of all the villages in the area were fleeing: the advance of al-Baghdadi’s militants caught everyone by surprise and entire areas fell under their control within a few hours.

dwekhnawsha-breu-18

Πηγή

Δικαιωματισμός, η γεροντική αρρώστια των κοινωνικών κινημάτων

123-13-550x250

Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για την αποτυχία και καταβύθιση της Αριστεράς, και η βαθιά συνειδητοποίηση του γεγονότος μοιάζει να συντρίβει πολλές συνειδήσεις. Στην πραγματικότητα, για ένα εγρήγορο κομμάτι τού κινηματικού κόσμου η συνειδητοποίηση αυτή είχε γίνει πολύ νωρίτερα, ήδη στη δεκαετία του ’60. Το τραγικό γεγονός τού οποίου γινόμαστε μάρτυρες σήμερα είναι μάλλον η αποτυχία εκείνου που τότε, στη δεκαετία του’60 και του ’70, φάνηκε για μία στιγμή ότι έπαιρνε τη σκυτάλη της κοινωνικής αμφισβήτησης και του οραματισμού μιας αληθινά νέας κοινωνίας από τα χέρια μιας ήδη συνθηκολογημένης Αριστεράς: των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων (γυναικείο, ομοφυλόφιλο, αντιψυχιατρικό, αντιρατσιστικό, οικολογικό, κ.ά.) που βρέθηκαν προς στιγμήν στην πρώτη γραμμή των αντικαπιταλιστικών αγώνων στον μητροπολιτικό κόσμο.

Η καινοτομία αυτών των κινημάτων, σε σύγκριση με το παλαιότερο εργατικό, ήταν ότι γέννησαν μια πολύ πιο καθολική ιδέα της κοινωνικής αλλαγής συνδέοντας για πρώτη φορά τις μείζονες όψεις τής πολιτικής (ζητήματα πολιτειακής διαχείρισης και γεωπολιτικών επιλογών) με τις ελάσσονες (ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων και άτυπων μορφών εξουσίας σε μικρές συλλογικότητες). Στα τέλη τής δεκαετίας του ’70, καθώς το μοντέλο του καπιταλισμού άλλαζε άρδην οδηγώντας στην άβυσσο όλες τις επαναστατικές επιδιώξεις τής προηγούμενης δεκαετίας (και όχι μόνο στις μητροπόλεις αλλά επίσης στον υπόλοιπο, μόλις αποαποικιοποιημένο κόσμο), τα κινήματα αυτά ήταν σε ραγδαία υποχώρηση· στα τέλη τής δεκαετίας του ’80 ήταν αληθινά κουφάρια και μόνο ένα είδος φιλολογίας έμενε πίσω τους, αφομοιούμενη όλο και περισσότερο από τα πανεπιστημιακά γκέτο. Εκτός της ακαδημίας, η γλώσσα αυτή κατακάθιζε σε ένα είδος αντεστραμμένου πουριτανισμού τον οποίον αποκαλούμε, σχεδόν ευφημιστικά, πολιτική ορθότητα· και η έμπρακτη πολιτική του μετάφραση ήταν ένα είδος δικαιωματισμού που είχε ως βασικό μέλημα να εξασφαλίσει αναγνώριση και να κατοχυρώσει δικαιώματα εντός τής υπάρχουσας κοινωνίας, λίγο-πολύ στη μορφή μιας διευρυμένης επιτρεπτικότητας.

Πράγματι, από τη δεκαετία του ’70 και μετά οι κοινωνίες μας έγιναν πολύ πιο επιτρεπτικές, πολύ πιο ανεκτικές στη λεγόμενη διαφορά, υπό τον όρον όχι απλώς να μη θίγεται η θεμελιώδης εμπορευματική τους δομή, αλλά και όλες οι διεκδικήσεις (και οι συνακόλουθες «αναγνωρίσεις») να αρθρώνονται αποκλειστικά με τους δικούς της όρους: τα «κοινωνικά κινήματα» γίνονταν αντιληπτά κατ’ αναλογίαν των ανταγωνιστικών δρώντων μέσα στην εμπορευματική αγορά, και τα «δικαιώματα» που εξασφάλιζαν ήταν επιβραβεύσεις για την –ούτως ή άλλως κλονισμένη για δομικούς λόγους, οφειλόμενους σε εξελίξεις τις οποίες τα ίδια αυτά «κινήματα» είχαν πλέον αφήσει έξω από το πεδίο τού ενδιαφέροντός τους– καταναλωτική συμμετοχή.

Δεν χρειάζεται να πω ότι η διαδικασία αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παίρνοντας όλο και πιο παραληρηματικές διαστάσεις (και δεν έχω εδώ τον χώρο να μιλήσω με παραδείγματα, αλλά όλοι καταλαβαίνουν νομίζω τί πράγμα εννοώ). Η διάσταση ανάμεσα στη ρητορική και τις έμπρακτες πραγματικότητες έχει προσλάβει στις κοινωνίες μας όντως ψυχωτικές διαστάσεις, πράγμα που με τη σειρά του λειτουργεί ως το πιο αποτελεσματικό παραλυτικό μιας μεστής νοήματος πολιτικής δράσης. Αν εν πάση περιπτώσει κάποιοι νιώθουν πως αυτό που βιώνουμε σήμερα εκπληρώνει ό,τι ήταν αντικειμενικά εκπληρώσιμο από τα αιτήματα του ’60, θα ήταν καλό να συνειδητοποιήσουν ότι βαδίζουμε ακόμα τυφλά, χωρίς διαφαινόμενη διέξοδο, στους πιο σκοτεινούς, δαιδαλώδεις και ατέρμονους αντίποδες του ’60.

Κρίνοντας αναδρομικά όλη αυτή την οπισθοβατική πορεία, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, αν αυτά τα κινήματα στο ξεκίνημά τους έφεραν στο εσωτερικό τής επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής μια εικονοκλαστική σύνδεση του πολιτικού με το προσωπικό (ή της μείζονος πολιτικής με το μικρο-πολιτικό), η αποτυχία τους έγκειται στο ότι καθ’ οδόν έχασαν τη σύνδεση με –και το ενδιαφέρον για– τη μείζονα πολιτική, τις εξελίξεις στην οικονομική, την κρατικοδιαχειριστική και τη γεωπολιτική σφαίρα, επικεντρούμενα όλο και πιο περιορισμένα, ομφαλοσκοπικά και ασφυκτικά στις λεγόμενες ιδιαιτερότητες, όπου το «προσωπικό» γίνεται έμβλημα της κατακερματισμένης ατομικότητας και η επιμέρους διεκδίκηση άλλοθι του κοινωνικού συμβιβασμού. Εν ολίγοις, απέτυχαν κατά τρόπο αντίθετο –και συμμετρικό– μ’ εκείνον του παλαιότερου εργατικού κινήματος, το οποίο στην πορεία ανάπτυξης και πολιτικής του οργάνωσης έχασε την επαφή με τη μικρο-πολιτική σφαίρα: αγνόησε επικίνδυνα –ή και είδε ευθέως εχθρικά– τα ζητήματα μικρο-εξουσίας στις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τις οικογενειακές σχέσεις, τις ίδιες τις επαναστατικές συλλογικότητες, με αποτέλεσμα να αναπαράγει διαρκώς στο εσωτερικό του, και αναπότρεπτα στους ίδιους τούς οργανωτικούς του σχηματισμούς, δομές κυριαρχίας χαρακτηριστικές τού κόσμου τον οποίον αντιμαχόταν…

Υπάρχει ωστόσο ένα κοινό χαρακτηριστικό στην πορεία ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και των λεγόμενων νέων κοινωνικών κινημάτων: το ότι και το μεν και τα δε συγκροτήθηκαν στην πρώτη τους φάση ως κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων. Μπορεί εδώ να σκεφτεί κάποιος το κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία του 1830, ως αντιπροσωπευτικότερο μιας ολόκληρης σειράς προσπαθειών για συνδικαλιστική οργάνωση και πολιτική συμμετοχή εκ μέρους τής συγκροτούμενης εργατικής τάξης στην Ευρώπη· το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών που ξεκίνησε ήδη στις τελευταίες δεκαετίες τού δέκατου ένατου αιώνα και για μια μεγάλη περίοδο πήρε τη μορφή τού αγώνα συμμετοχής στην καθολική ψηφοφορία· το κίνημα για τα δικαιώματα των Μαύρων στις μεταπολεμικές ΗΠΑ, που στο μεγαλύτερο μέρος του διεκδικούσε ισότιμη νομική μεταχείριση με τον λευκό πληθυσμό, κ.ο.κ. Το εργατικό κίνημα όμως έγινε κίνημα με την πλήρη σημασία τού όρου μετά τις επαναστατικές δονήσεις τού 1848, όταν, υπερβαίνοντας το φιλελεύθερο πλαίσιο των πολιτικών δικαιωμάτων, κυοφόρησε στα σπλάχνα του την ιδέα μιας καθολικής αλλαγής τής κοινωνίας, με άρση των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής και ιδιοκτησίας και με τη δημιουργία νέων, εξισωτικών και αλληλέγγυων μορφών παραγωγής και συλλογικής οργάνωσης… Αντίστοιχα, τα κοινωνικά κινήματα που συζητάμε συναντήθηκαν μεταξύ τους στη δεκαετία του ’60 μέσα σε ένα κοινό φαντασιακό όραμα, πέρ’ από τις επιμέρους ανάγκες και διεκδικήσεις που τα γέννησαν, επίκεντρο του οποίου ήταν η αξίωση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη στέρηση, την κυριαρχία και κάθε μορφής ξένωση (αλλοτρίωση), ενός κόσμου ισότητας και υλικής (μη καταναλωτικής) αφθονίας, υπαρξιακής πλήρωσης και εκφραστικής ελευθερίας για όλους – που ήταν μια νέα, διευρυμένη και οραματική επεξεργασία τού σοσιαλιστικού πόθου…

Ήταν, εν ολίγοις, η υπέρβαση της φιλελεύθερης γλώσσας των δικαιωμάτων εκείνη που γέννησε και εμψύχωσε τα μεγάλα κινήματα του παρελθόντος, και είναι ακριβώς η οπισθοχώρησή τους σε αυτήν που σηματοδοτεί τη συνθηκολόγησή τους με μια καταθλιπτική κοινωνική πραγματικότητα. Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούμε εκ νέου αυτή την έννοια, στις ιστορικές της μεταμορφώσεις και στις διφορούμενες σημασίες της.

Πηγή

H αναγνώριση της ταυτότητας του φύλου

gay_rainbow-flag650_42

[…..]

Ό,τι ήταν κάποτε λογοτεχνία ή πολιτικός οραματισμός, είναι σήμερα πλάνο άμεσης πραγματοποίησης. Και μάλιστα, με βιασύνη. Η «ανδρογυνία» είναι, και αυτή, ένα «πεδίο» αναζήτησης ταυτότητας και ηδονής. Και έχει να κάνει με την συνειδησιακή μεταλλαγή του σώματος. Ο μετανεωτερικός άνθρωπος δεν εννοεί ή δεν φαντασιώνεται το σώμα του όπως ο προνεωτερικός αντίστοιχος. Η άρνηση της ηλικιακής ωριμότητας μέσω της ενασχόλησης με πηγές ευχαρίστησης εφηβικής τάξης (ηλεκτρονικά παιχνίδια, οικιακά ζώα κα.) [3], η αναζήτηση μίας μετα- ανθρώπινης συνθήκης ύπαρξης, που κανείς θα μπορεί να μην αρρωσταίνει ή να μην πεθαίνει ποτέ [4], η πεποίθηση ότι το κάθε τι μπορεί να «κατασκευασθεί» άρα και το σώμα μας, όπως στην περίπτωση μας λέει το μανιφέστο της Donna Haraway, A Cyborg Manifesto: Science, Technology, and Social- Feminisminthelate Twentieth Century, είναι μερικά μόνο από τα δείγματα μίας νέας αντίληψης που έχει ήδη διαμορφωθεί. Μη με ρωτήσετε εάν αυτό απαιτεί η παγκόσμια καταναλωτική αγορά ή κάποια «σκοτεινά κέντρα» της παγκοσμιοποίησης ή απλά προέκυψε ιστορικά και επιστημονικά, δεν είμαι σε θέση ν’ απαντήσω.

Σε κάθε περίπτωση, είναι μία πραγματικότητα που σαγηνεύει. Η διεμφυλική πρόκληση δεν είναι τόσο μία «σωτήρια» προσπάθεια να ανακουφισθούν 500 άνθρωποι στην Ελλάδα- που ακόμα και εάν ήταν έτσι, θα με ανησυχούσε. Είναι απόλυτα συνεπής, ως τέτοια, με την «λογική» της εποχής, που στο οικονομικό πεδίο προβάλλεται ως νέο-φιλελεύθερη. Υπ’ αυτή την έννοια, τα επιχειρήματα των πολιτικών πρωταγωνιστών, ένθεν κακείθεν, είναι για τις προφάσεις. Το πολιτικό σύστημα, ως σύστημα αναπαραγωγής με κάθε τρόπο, απόλυτα συμμορφώνεται στα αισθητήρια του. Και αυτά τα αισθητήρια είναι οξυμμένα. Αποτυπώνει σε νόμους, συνήθως κακογραμμένους, το κοινωνικό ασυνείδητο μίας εποχής

Πηγή