Πως έπεσε ο κομμουνισμός στη Σοβιετική Ένωση

night vampire style
night vampire style with perfect make up and body-art

Μία εξαιρετικής περιγραφής εικόνα του Μπουλγκάκοφ από τη δεκαετία του 1930, περισσότερο εύγλωττη από 100 Καστοριάδηδες για το πρόβλημα του σοβιετικού πειράματος. Να σημειώσω ότι η εν λόγω περφόρμανς είναι ένα από τα πολλά περιστατικά που αποδίδονται στον σατανά και την ακολουθία του στη καθημερινή ζωή της Μόσχας. Ο Φάγκοτ και η γυναίκα με την ουλή είναι στην ακολουθία του, ενώ η σκηνή του θεάτρου ο τόπος της παράστασης- ψευδαίσθησης:

«Ας ανοίξουμε ένα γυναικείο κατάστημα…»

Κι αμέσως η μισή σκηνή σκεπάστηκε από περσικά χαλιά, εμφανίστηκαν κάτι τεράστιοι καθρέφτες, φωτισμένοι στα πλάγια από κάτι πράσινα μακρουλά φώτα, και ανάμεσα στους καθρέφτες μερικές προθήκες όπου οι θεατές, με χαρούμενη έκπληξη, είδαν μια συλλογή από παριζιάνικα φουστάνια σ’ όλα τα χρώματα και τα σχέδια. Σε άλλες βιτρίνες ξεπρόβαλλαν εκατοντάδες γυναικεία καπέλα, με φτερά και δίχως φτερά, με αγκράφες και χωρίς αγκράφες, εκατοντάδες ζευγάρια γόβες: μαύρες, άσπρες, κίτρινες, από δέρμα, πολύχρωμες, από σουέτ, με αγκράφες, με στρας. Δίπλα στα παπούτσια υπήρχαν ανοιχτές κασετίνες όπου, τρεμοπαίζοντας στο φως, λάμπανε κρυστάλλινα μπουκαλάκια με γυναικεία αρώματα. Βουνά από τσάντες, από δέρμα αντιλόπης, από καστόρι, από μετάξι, και δίπλα τους ολόκληροι σωροί από επίχρυσες μακρουλές θήκες με κοκκινάδι των χειλιών.

Εμφανίστηκε τότε μία κοπέλα με πυρόξανθα μαλλιά- ένας διάολος ξέρει από πού ξεπρόβαλε- φορώντας ένα μαύρο βραδινό φόρεμα. Την ομορφιά της τη χάλαγε μόνο μία απίθανη ουλή στο λαιμό της. Χαμογελούσε δίπλα στις βιτρίνες με ύφος ιδιοκτήτριας.

[…] Και τότε έσπασε ο πάγος κι άρχισαν να ορμάνε στη σκηνή γυναίκες απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Μέσα σε γενικό σαματά, γελάκια κι αναστεναγμούς, ξεχώρισε μία αντρική φωνή- «Δε σου το επιτρέπω!»- και μια γυναικεία που έλεγε: «Σατράπη, μικροαστέ! Μη μου στραμπουλάς το χέρι!». Οι γυναίκες χάνονταν πίσω από ένα παραβάν, άφηναν εκεί τα παλιά τους φορέματα και παρουσιάζονταν με τα καινούργια. Μια σειρά από γυναίκες κάθονταν σε κάτι σκαμνάκια με επιχρυσωμένα πόδια και, χτυπώντας τα πόδια όλο ενεργητικότητα στο χαλί, δοκίμαζαν τα καινούργια τους παπούτσια. Ο Φαγκότ πεσμένος στα γόνατα τις βοηθούσε μ’ ένα κόκκαλο των παπουτσιών, ο γάτος λύγιζε από το βάρος, μεταφέροντας σωρούς από τσάντες και παπούτσια, και πηγαινοέρχονταν από τις βιτρίνες στα σκαμνιά, η κοπέλα με τον παραμορφωμένο λαιμό μια εμφανιζόταν, μια χανόταν, παίρνοντας τόσο σοβαρά το ρόλο της, που έφτασε στο σημείο να μιλάει μόνο στα γαλλικά, και το περίεργο ήταν πως την καταλάβαιναν περίφημα οι γυναίκες, ακόμα κι εκείνες που δεν γνώριζαν λέξη γαλλικά.

[…] Όσες γυναίκες είχαν καθυστερήσει ανέβαιναν ακόμα στη σκηνή, ενώ ένας χείμαρρος από ευτυχισμένες γυναίκες με φορέματα χορού, με πιτζάμες με δράκοντες, με σικ απογευματινά ταγέρ και καπελάκια στραβά βαλμένα, που σκέπαζαν το ένα τους φρύδι, ξεχύνονταν απ’ τη σκηνή στην πλατεία. Τότε ο Φαγκότ ανάγγειλε πως επειδή η ώρα ήταν προχωρημένη, το κατάστημα θα έκλεινε ως αύριο το βράδυ, σ’ ένα λεπτό ακριβώς. Τότε ξέσπασε στη σκηνή μια απερίγραπτη φασαρία. Οι γυναίκες άρον άρον, χωρίς καν να δοκιμάζουν, αρπάζανε τα παπούτσια. Μια γυναίκα τρύπωσε σαν θύελλα πίσω από τις κουρτίνες, πέταξε το ταγέρ της και βούτηξε το πρώτο που βρέθηκε μπροστά της: μια μεταξωτή ρόμπα με τεράστια λουλούδια κι εκτός απ’ αυτό πρόλαβε να σουφρώσει δύο μπουκαλάκια με αρώματα.

Μετά από ένα λεπτό ακριβώς αντήχησε ένας πυροβολισμός και μεμιάς οι καθρέφτες εξαφανίστηκαν, η γη κατάπιε τις βιτρίνες και τα σκαμνιά, το χαλί έλιωσε στον αέρα όπως και η κουρτίνα. Τελευταίος εξαφανίστηκε ο πανύψηλος σωρός απ’ τα παπούτσια και η σκηνή έμεινε πάλι άδεια και γυμνή.

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα, τόμος Α΄, μετάφραση Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, Θεμέλιο, 219-222

Advertisements

The Terrorist in the data

20151128_FBD001_0

Πηγή

Beyond the collection of data, a related problem is encryption, which allows people to communicate so securely that even spy services such as the NSA cannot crack messages by brute force. The director of America’s FBI, James Comey, notes that the jihadists of Islamic State use encryption to communicate with new recruits, “going dark”, as he puts it. John Brennan, director of the CIA, says new capabilities make it “exceptionally difficult both technically as well as legally” to intercept terrorists’ communications. The Manhattan district attorney, Cyrus Vance, says “encryption blocks justice”: he cites 111 criminal cases in which his office had been unable to tap encrypted phones. A few days before the Paris attacks Jan Jambon, the Belgian interior minister, expressed concern that terrorists were communicating through internet-linked gaming consoles, saying: “PlayStation 4 is even more difficult to keep track of than WhatsApp.”

Law-enforcement officials worry about any kind of “no go” zones where their search warrants cannot reach. Just as child-abusers, gangsters and money-launderers can be hunted always and everywhere in the real world, the same should apply to cyberspace, they argue. Western spymasters, long used to having the upper hand because of their colossal abilities to collect, sift and crunch the data flowing across the internet, note with dismay that there are now some areas where an individual with a cheap computer may have the advantage: it is easy to scramble messages, and can be fiendishly hard to unscramble them without the encryption keys.

Security hawks want to counter the spread of encryption with four powers. First (in rising order of controversy), technology firms should be obliged to store messages that their clients send across their networks and from their devices, meaning that the government code-crackers at least have the raw material they need to work on. Second, companies should be required to crack any code they sell, when presented with a warrant. Third, they should be banned from selling computer programs (or apps, in the case of smartphones) which encrypt messages in a way that the provider of the service cannot break. And fourth, companies that sell encryption programs should build in deliberate weaknesses so that police (or spooks) can break the codes themselves.

The trouble with such proposals is that encryption is already widespread. Some law-abiding citizens and malefactors will switch to providers in countries that are not subject to tighter rules on encryption, or devise their own systems. Protonmail, for example, is a provider of heavily encrypted e-mail based in Switzerland, where it is protected by that country’s strong privacy laws. But even if foreign law-enforcement officials or intelligence agencies surmounted that obstacle, they would encounter another. Protonmail by design does not store its users’ messages on its servers, or hold copies of their encryption keys. Even the most ferocious government intervention cannot force firms to hand over things they do not have, or betray secrets they do not know.

 

Οι μάνες του ISIS

huff1

Πηγή

Αυτές οι γυναίκες είναι μόλις τέσσερις από τις χιλιάδες που έχουν χάσει το παιδί τους επειδή αυτό πολεμούσε στο πλευρό του Ισλαμικού Κράτους, επίσης γνωστό ως ISIS. Δεδομένου ότι ο συριακός εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια, περίπου 20.000 ξένοι υπήκοοι έχουν μεταβεί στη Συρία και το Ιράκ για να πολεμήσουν για διάφορες ακραίες παρατάξεις ισλαμιστών. Πάνω από 3.000 είναι από δυτικές χώρες. Ενώ μερικοί πηγαίνουν με την ευλογία των οικογενειών τους, οι περισσότεροι φεύγουν στα κρυφά, χωρίς να κινήσουν την παραμικρή υποψία. Μετά, αφού θα έχουνε φύγει, οι γονείς τους καταβάλλονται με μια μορφή σουρεαλιστικής θλίψης. Είναι η θλίψη για την απώλεια ενός παιδιού, είναι ενοχή σε ό, τι αυτός ή αυτή μπορεί να κάνει, είναι ντροπή για την εχθρικότητα από τους φίλους και γείτονες, και είναι αμφιβολία για όλα τα πράγματα που συνειδητοποιούν ότι δεν γνώριζαν για το πρόσωπο το οποίο έφεραν στον κόσμο. Τον τελευταίο χρόνο, δεκάδες από αυτές τις μητέρες από όλο τον κόσμο έχουν βρει η μία την άλλη, «υφαίνοντας» μια περίεργη συμμαχία μέσα στην απώλεια τους. Αυτό που θέλουν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι να κατανοήσουν το άσκοπο θάνατο των παιδιών τους και, ίσως, να έβγαινε και κάτι με νόημα, κάτι ελπιδοφόρο από τους θανάτους τους.

 

Προφητείες

paisios-poli2.jpg

Μέσα στον ορυμαγδό, συζήτηση έχει προκύψει για τις προφητείες περί Κωνσταντινούπολης. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί τηλεκαναλιστές «ανεβάζουν» το όλο θέμα για εμπορικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία λειτουργεί ως άλλοθι για να αποφεύγουμε να συζητάμε τα πραγματικά μας προβλήματα, προσωπικά και κοινωνικά. Η αλήθεια είναι ότι θεολογικά δεν δικαιούται κανείς, εκτός Εκκλησίας, να προβαίνει σε συνδέσεις και συνάφειες.

Η αλήθεια εξίσου όμως είναι ότι το αντεπιχείρημα περί άλλης σχέσης με τον θεό, που δεν εξαρτάται από θαύματα, είναι «παιδί» μίας μεταμοντέρνας εποχής συναισθηματικής θρησκευτικότητας. Μόνο τη βιβλική θεολογία να παρατηρήσει κανείς, καταλαβαίνει ότι τα θεϊκά μηνύματα άρρηκτα συνδέονται με την επίγεια πραγματικότητα. Η γεωπολιτική του βιβλικού Ισραήλ δεν ήταν ποτέ άσχετη με τις ενέργειες του θεού. Θα αντιτείνει κανείς ότι άλλο το αρχαίο Ισραήλ και άλλο σήμερα. Παρακαλώ; Υπάρχουν ερμηνευτές/ φίλτρα του πότε και πως του θεού στην ιστορία;

Το θέμα είναι ανοιχτό. Και δεν είναι απλά ζήτημα πίστης, απιστίας ή τηλεπωλήσεων!

The Master and Margarita: Bulgakov’s Christology

Pilate, Centurion, and Yeshua

Literary critics who have commented on Bulgakov’s masterpiece, The Master and Margarita, have often noted the very human Jesus portrayed therein. But Bulgakov’s Yeshua — as he is called in the novel — has some rather mysterious qualities. He seems capable of reading people’s minds and predicting the future.

For instance, he knows what Pilate is feeling and thinking:

«The truth is, first of all, that your head aches, and aches so badly that you’re having fainthearted thoughts about death. Not only are you too weak to talk to me, but you’re even having trouble looking at me. That I, at this moment, am your unwilling executioner upsets me. You can’t think about anything and only the only thing that you want is to call your dog, the only creature, it seems, to whom you are attached. But your sufferings will soon end, and your headache will pass.» (Bulgakov,Master and Margarita, tr. by Burgin and O’Connor, p. 17)

Pilate’s headache is soon over, as Yeshua notes:

«Well, then, it’s all over,» said the prisoner, looking kindly at Pilate, «and I am very glad that it is. I would advise you, Hegemon, to leave the palace for a short while and take a stroll somewhere in the vicinity, perhaps in the gardens on Mount Eleon. There will be a thunderstorm . . .» the prisoner turned and squinted his eyes at the sun, «. . . later on, towards evening. The walk would do you good, and I would be happy to accompany you. Some new ideas have occurred to me which may, I think, be of interest to you, and I would be especially happy to share them with you since you strike me as being a very intelligent man.» (Bulgakov, Master and Margarita, tr. by Burgin and O’Connor, p. 18)

While this latter prediction may be nothing more than an observant man’s close scrutiny of meterological conditions, and though Yeshua does go on to say that he knew about the dog from Pilate’s unconscious gesture of «petting,» Bulgakov’s Yeshua seems extraordinarily prescient. Left unexplained is how Yeshua could know that Pilate was thinking about death.

Yeshua’s powers remind the reader of Wolands ability to read people’s minds and foretell the future — though we learn much more of the latter’s abilities in these respects — and if Woland is Satan, then who is Yeshua?

Bulgakov was writing in an especially repressive period of Soviet history, so we cannot expect him to have expressed his views explicitly. However, he does at one point early in his book’s first chapter refer to Jesus as «Jesus Christ» when describing a conversation between Berlioz and Bezdomny:

This conversation, as was learned subsequently, was about Jesus Christ.» (p. 4)

In this conversation, Berlioz asserts that Jesus never existed, and he criticizes Bezdomny’s poem — which was written to satirize Jesus — as having depicted a Jesus who seemed too real. A few paragraphs later, Woland joins the two in conversation and asserts that Jesus had lived:

«Keep in mind that Jesus did exist.» (p. 12)

But which Jesus? The «Jesus Christ» about whom the conversation turned? Woland’s story of Yeshua’s appearance before Pilate seemingly portrays a very human Jesus . . . but we have already seen enough to raise some a question about that.

But for now, I leave the question open.

Οι Τζιχαντιστές του Διαφωτισμού

Πηγή

Πώς όμως να εμπνεύσει ο απομαγευμένος δυτικός πολιτισμός όταν όραμα του είναι ο τζιχαντισμός της ιδιοτέλειας, η αναζήτηση νοήματος μέσω της εσχατολογίας του ατομικισμού; Ο Ατομικισμός συρρικνώνει το άτομο σε ένα εαυτό ελάχιστο, γυμνό και ναρκισσιστικό, πού νοηματοδοτεί την ύπαρξη του μέσω της ελευθερίας της ιδιωτικής κατανάλωσης, της απελευθέρωσης των επιθυμιών. Αφού ο κόσμος είμαι εγώ δεν αισθάνομαι την ανάγκη ενός κοινού κόσμου, γι’ αυτό και το ύψιστο δικαίωμα που διεκδικεί ο δυτικός άνθρωπος, είτε είναι φιλελεύθερος είτε είναι αριστερός, είναι το δικαίωμα στην διαφορά. Έτσι οι ατομικιστικές επιθυμίες μετατρέπονται σε ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία δεν είναι τίποτα άλλο από το δικαίωμα του ατόμου στην διαφορά, να διαθέτει δηλαδή όπως επιθυμεί το σώμα του, το πνεύμα του και τα χρήματά του και για να διατηρηθούν τα δικαιώματα αυτά είναι επιτρεπτό ο Δυτικός πολιτισμός να εξάγει την «δημοκρατία» στον οπισθοδρομικό αραβικό κόσμο. Ας θυμηθούμε μια από τις κεντρικές έννοιες του Δυτικού πολιτισμού: η ελευθερία του ατόμου σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα τότε η ελευθερία του ατόμου δεν περιλαμβάνει τον άλλο, είναι μόνο η λατρεία του εαυτού του. Μιλάω στον εαυτό μου για να με ακούσουν οι άλλοι. Στα πλαίσια αυτής της «ελευθερίας» έχει συντελεστεί ο θάνατος του άλλου και ο εαυτός  μου έχει μείνει γυμνός και ελάχιστος γιατί έχω δολοφονήσει τον άλλο που είναι μέσα μου. Ο ελάχιστος άνθρωπος είναι εγωκεντρικός, ποτέ δεν μιλάει στους άλλους γιατί το έχει ανάγκη ο εαυτός του, συνομιλεί μόνο με τον εαυτό του και ανταγωνίζεται τους άλλους. 

Στη βάση ποιών λοιπόν αξιών να υπερασπίσουμε τον Δυτικό πολιτισμό; Ο γυμνός και ελάχιστος άνθρωπος δεν είναι εκτροπή από το αυθεντικό άτομο του διαφωτισμού, είναι η φυσική του εξέλιξη. Κύριο χαρακτηριστικό του δυτικού ορθολογικού ατομιστή είναι η επιθυμία ισχύος, η βούληση για δύναμη και εξουσία, που εμπεριέχει μια εγγενή ιακωβίνικη βία, που είναι η άλλη όψη της βίας των τζιχαντιστών. Γι’ αυτό δεν είμαι εραστής της προόδου, δεν είμαι προοδευτικός, αν αυτό σημαίνει υποστήριξη των αξιών του Δυτικού πολιτισμού. Οπισθοδρομικοί λοιπόν όλου του κόσμου ενωθείτε για να αναζητήσουμε ένα νέο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, ένα πολιτισμό της μεσότητας και των ορίων. Γιατί πρόοδος είναι και η οπισθοδρόμηση, η επιστροφή δηλαδή στην αρχή,  είναι η κατανόηση ότι το παιχνίδι της ζωής είναι διπρόσωπο, κάτι ανάμεσα στην εξέλιξη και την οπισθοδρόμηση. Απέναντι στους τζιχαντιστές του Διαφωτισμού, στην τυραννία της οικονομίας και τον καταναλωτικό ηδονισμό χρειαζόμαστε ένα κίνημα οικονομικά άθεων για να επιδιώξουμε μια αξιοβίωτη ζωή που να χαρακτηρίζεται από την αλληλεγγύη και τον συνεργατισμό αντί του ανταγωνισμού, την τοπικοποιημένη και αμεσοδημοκρατική ισοκατανομή πόρων και εξουσιών, την οικονομία των κοινών αγαθών και τον περιορισμό των αναγκών.

 

Η Τουρκία προσθέτει τον αλυτρωτισμό στο εύφλεκτο μείγμα της Συρίας

turkey_3

Πηγή

Η κατάρριψη ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους στην τουρκο-συριακή μεθόριο αποτελεί την πλέον επικίνδυνη εξέλιξη που έχει καταγραφεί στους δύο μήνες που διαρκεί η στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας -και μόνο για τον λόγο ότι συνιστά θερμό επεισόδιο ανάμεσα σε μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και μία πυρηνική δύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο το ΝΑΤΟ συγκαλείται εκτάκτως σήμερα το απόγευμα (18:00 ώρα Ελλάδας) για να συζητήσει την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους.

Το ερωτήματα που μένουν προς το παρόν αναπάντητα ως προς τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το περιστατικό (αν δηλ. το ρωσικό Suhoi-24 καταρρίφθηκε από τουρκικά F-16 ή από αντιαεροπορική συστοιχία εδάφους και αν παρέμεινε καθ’ όλη την διάρκεια της πτήσης του εντός συριακού εναέριου χώρου, όπως υποστηρίζει το ρωσικό Γενικό Επιτελείο, ή αντιθέτως είχε ειδοποιηθεί δέκα φορές εντός πενταλέπτου, να εγκαταλείψει την τουρκική επικράτεια, όπως ισχυρίζεται η άλλη πλευρά) έχουν ασφαλώς τη σημασία τους, αλλά δεν είναι τα πιο καθοριστικά.

Τα κρισιμότερα ερωτήματα αφορούν πρώτον τη ρωσική απάντηση (η οποία δεν είναι διόλου απαραίτητο να εκδηλωθεί εν θερμώ) και δεύτερον την αμερικανική στάση. Αναμένει κανείς ότι οι ΗΠΑ θα καλύψουν την σύμμαχό τους Τουρκία, αλλά θα είναι πολύ διαφορετικό αν αποδειχθεί ότι η Άγκυρα λειτουργεί “προβοκατόρικα”, ενώπιον μιας διαφαινόμενης συνεννόησης των “μεγάλων παικτών” ερήμην της, ή αντιθέτως ενεργεί, με την απαραίτητη “κατανομή ρόλων”, στο πλαίσιο ενός κοινού αμερικανο-τουρκικού σχεδιασμού.

Το αν τα πράγματα θα μπορέσουν να παραμείνουν υπό έλεγχο είναι κάτι που θα φανεί μέσα στις επόμενες ώρες και μέρες. Είναι πάντως προκαταβολικά βέβαιο ότι η προγραμματισμένη για αύριο επίσκεψη του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Sergei Lavrov θα ματαιωθεί και ότι ακυρώνεται η εν γένει προσπάθεια να “στεγανοποιηθούν” οι οικονομικές σχέσεις των δύο πλευρών (ενέργεια, τουρισμός κτλ.) από τις διαφωνίες τους στη συριακή κρίση.

Πρόκειται πάντως για εξέλιξη κάθε άλλο παρά απρόβλεπτη, καθώς το σφράγισμα του εναέριου χώρου της Συρίας αποτελεί το κατεξοχήν αντικείμενο της ρωσικής επέμβασης, ιδίως μετά την συμφωνία του Ιουλίου με την οποία η Τουρκία παραχώρησε στις ΗΠΑ τη δυνατότητα χρήσης της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ. Εξ ού και από την πρώτη εβδομάδα των ρωσικών επιχειρήσεων στη Συρία υπήρξαν εμπλοκές με την πολεμική αεροπορία της γείτονος (παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Τουρκίας “εκ παραδρομής”, “κλείδωμα” τουρκικών μαχητικών από ρωσικά κτλ.), ώστε να ανατραπεί η ζώνη απαγόρευσης πτήσεων που είχε εκ των πραγμάτων επιβάλλει από το 2012 η Άγκυρα στη βόρεια Συρία, σε βάθος πέντε χιλιομέτρων από τα σύνορα.

Την πιθανότητα θερμού επεισοδίου πολλαπλασίασε η νέα ορμή με την οποία οι Tayyip Erdogan και Ahmet Davutoğlu προωθούν το τελευταίο διάστημα την ιδέα της δημιουργίας “ασφαλούς ζώνης”, υποτίθεται για την αποκατάσταση των προσφύγων, στον χώρο ανάμεσα στα αυτονομημένα κουρδικά “καντόνια” του Αφρίν και του Κομπάνι (ήτοι στο μόνο τμήμα της τουρκικής μεθορίου στο οποίο επιτρέπεται ακόμη η επικοινωνία με τις ανταρτοκρατούμενες συριακές περιοχές). Επιπλέον, οι σχεδιασμοί της Άγκυρας αποκτούν και σαφώς “αλυτρωτικά” χαρακτηριστικά, στον βαθμό που στηρίζονται στην τουρκομανική κοινότητα της Συρίας. Ήδη από την Παρασκευή η τουρκική διπλωματία προχώρησε σε ένα σκληρά διατυπωμένο διάβημα, απειλώντας τη Ρωσία με “σοβαρές επιπτώσεις”, εάν δεν τερματίσει τις επιχειρήσεις της στο “Όρος των Τουρκομάνων” (όπου αναμφίβολα δρουν και στελέχη των τουρκικών υπηρεσιών). Οι επιτυχίες που σημείωσε, με ρωσική αεροπορική κάλυψη, ο συριακός στρατός το Σαββατοκύριακο εναντίον της τουρκομανικής ταξιαρχία “Σουλτάν Μουράτ” εξηγούν εν πολλοίς τη σημερινή τουρκική αντίδραση.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Feridun Sinirlioğlu φέρεται να έθεσε το ζήτημα τηλεφωνικώς στον Αμερικανό ομόλογό του από τη Δευτέρα, ενώ ο Davutoğlu που βρίσκεται όλο αυτό το διάστημα σε διαρκή συνεργασία με τους επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου και των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας, έκανε γνωστό ότι θα απευθυνθεί για το ζήτημα των Τουρκομάνων στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Κατήγγειλε δε ότι οι ρωσικές δυνάμεις επιχειρούν, σε περιοχές όπου δεν δρά το Ισλαμικού Κράτος, από κοινού με “ξένους μαχητές” (της Χεζμπολλάχ; Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης;), καθώς, όπως είπε, δεν είναι μόνο οι τζιχαντιστές ξενόφερτοι.

Παρατηρούμε έτσι για άλλη μία φορά μια ρητορική υποβάθμισης και σχετικοποίησης της τζιχαντιστικής απειλής από την πλευρά της Άγκυρας, την ίδια ώρα που ο Ali Türkmani επιφανές στέλεχος της συριακής τουρκομανικής κοινότητας με δηλώσεις του στην τουρκική εφημερίδα BirGün διαψεύδει τον επικοινωνιακό ορυμαγδό περί στοχοποίησης της συγκεκριμένης μειονότητας.

 

Μέρες Δεκέμβρη….του 2008!

a02_17339397

Στο ίδιο μήκος κύματος η έμφαση στην αυθεντικότητα, δηλαδή η εμπιστοσύνη στα συναισθήματα, αντανακλά την κατάρρευση της γονικής καθοδήγησης και την ηθική δικαιολόγηση αυτής της κατάρρευσης. Αφού ο γονιός αδυνατεί να διδάξει στο παιδί τους τρόπους του κόσμου ή να μεταδώσει ηθικές αρχές, του είναι αρκετό να ενθαρρύνει το παιδί στην αυτοπραγμάτωσή του: «είναι πιο σημαντικό για το παιδί να ξέρει τι νιώθει παρά το γιατί το νιώθει», «ο θυμός δεν είναι καταστροφικός για το παιδί, μπορεί να εκτονωθεί χωρίς να καταστρέψει κανένα», «αν ένα παιδί ενοχλήσει τον γονέα, ο γονέας θα πρέπει να εκφράσει την ενόχλησή του αντί να καταδικάσει το παιδί ή την πράξη» . Αυτές και άλλες πολλές συνταγές επιτυχίας δείχνουν και τα όρια της μετα- μοντέρνας επιτρεπτικότητας μίας ναρκισσιστικής οικογένειας [παρέκβαση τέταρτη: η επίδραση της εκλαϊκευτικής ψυχανάλυσης και των διαφόρων βοηθητικών υπηρεσιών του κράτους σε συνδυασμό με την άρνηση της «ενοχής» και αντί αυτής την εξύψωση της ψυχικής ή της κοινωνικής «νόσου» για εγκληματικές πράξεις έχει σαν αποτέλεσμα την μετατροπή των δικαστηρίων ανηλίκων (και όχι μόνο) σε τόπους ηθικής αγωγής και ψυχικής «βοήθειας». Όλα αυτά στο όνομα της καταπολέμησης των βαθύτερων αιτιών και της αναζήτησης των κοινωνικών και ψυχικών «λαθών». Με άλλα λόγια, είναι η συνηθισμένη επιχειρηματολογία που, στις ημέρες μας, πίσω από τις καταστροφές της εξέγερσης των νέων βρίσκει βαθύτερα κοινωνικά και ψυχικά αίτια. Η αντίληψη αυτή του κοινωνικού παραβάτη ως «ασθενή» επιδεινώνει το πρόβλημα. Δεν το επιλύει. Το κράτος επεκτείνει ακόμα περισσότερο την παρεμβατική του λειτουργία μέσω υπηρεσιών στήριξης και αναμόρφωσης. Οι δικαστές που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδικούς στις ανθρώπινες σχέσεις, επιδιώκουν να μάθουν όλη την αλήθεια για το παιδί, βιάζοντας ακόμη περισσότερο την ιδιωτική του ζωή, και η δυνατότητα αμφισβήτησης της άδικης απόφασης περιορίζεται, καθώς όλη η κοινωνία μιλά για ανάγκη των νέων για βοήθεια. Στην πραγματικότητα ο παραβάτης νέος δεν μπορεί να συλλάβει τον εαυτό του ως παραβάτη, παρά μόνο σαν θύμα της κοινωνικής αδικίας ή «ασθενή», άρα η αντίδραση του μειώνεται. Η παράβαση σαν έμπρακτη αμφισβήτηση ακυρώνεται στο όνομα της κοινωνικής υγείας […συνέχεια…]

Iσλάμ, τζιχάντ και Ουελμπέκ

hebdo_houllebecq1

«Είχα μείνει κατάπληκτος από την παρουσία Αράβων· έρχονταν κι αυτοί για τους ίδιους ακριβώς λόγους με τους Δυτικούς, ρίχνονταν μάλιστα στις ακολασίες με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό» (Ουελμπέκ, Πλατφόρμα, 288)
Λέγεται ότι η τρομοκρατία πάντα προηγείται του κράτους, εγώ θα πρόσθετα ότι η λογοτεχνία πάντα προηγείται της τρομοκρατίας ή του εγκλήματος γενικότερα. Ο Γάλλος Houellebecq, για τον οποίον η πιο «ηλίθια» θρησκεία του κόσμου είναι το ισλάμ[1], φημίζεται για τις προβοκατόρικες ιδέες του. Και όχι μόνο. Μέγας κυνικός αναλυτής της καθημερινότητας του δυτικού ανθρώπου, με διαβάσματα σε Σοπενχάουερ και Νίτσε, ζει στο «πετσί» του τον μηδενισμό του 21ου αιώνα.
Το 2001 στο βιβλίο του Πλατφόρμα[2] χρησιμοποιεί το ισλάμ και την τρομοκρατία του σαν καταλύτη για την ακύρωση- μέσω του θανάτου- της προσπάθειας του δυτικού ανθρώπου να διαφύγει από την παρακμή της κοινωνίας που ο ίδιος έχει φτιάξει. Ο κεντρικός άξονας του βιβλίου είναι η βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού. Μία κερδοφόρα βιομηχανία, η οποία όπως και το χρηματιστηριακό κεφάλαιο ομογενοποιεί τον πλανητικό πληθυσμό: «από τη μία έχεις πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Δυτικούς που έχουν ό,τι θέλουν, εκτός από σεξουαλική ικανοποίηση: ψάχνουν, ψάχνουν αδιάκοπα, αλλά δεν βρίσκουν τίποτε, και η δυστυχία τους έχει φτάσει ως το μεδούλι. Από την άλλη, έχεις εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν τίποτε, που ψοφάνε της πείνας, που πεθαίνουν νέοι, που ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής, και που δεν έχουν πια τίποτε να πουλήσουν εκτός από το κορμί τους και, συνολικά, τη σεξουαλικότητά τους. Είναι απλό, πραγματικά απλό στην ουσία του: πρόκειται για μία ιδανική συνθήκη ανταλλαγής» (Πλατφόρμα, 228)
Αυτή η ελπιδοφόρα βιομηχανία δύσκολα εφαρμόζεται, λέει ο συγγραφέας, στις μουσουλμανικές χώρες. Στις μουσουλμανικές χώρες, βέβαια. Όμως, οι εξαγριωμένοι των παρισινών προαστίων- οι περισσότεροι μουσουλμάνοι-, καταναλώνουν τις μάρκες του καπιταλισμού, καταστρέφοντας: «οι νεαροί αυτοί, μέσα από το ημιάγριο ένστικτό τους, προαισθάνονταν δίχως καμία αμφιβολία την παρουσία της ομορφιάς· η επιθυμία τους ήταν θεμιτή, και απολύτως σύμφωνη με τις κοινωνικές νόρμες. Έπρεπε απλώς ν’ αναμορφωθεί ο ανεπαρκής τρόπος έκφρασης της»[3] (Πλατφόρμα, 254). [η συνέχεια…]