Πως θα αυξήσετε τη διάθεση σας

2018_12_19_61187_1545195364._large

Having praised Donald Trump last week as «one of the best American presidents», Michel Houellebecq, the ageing bad boy of French letters, may have another shock up his sleeve.

The controversial writer, who made his reputation with bestselling novels about sex tourism, swingers clubs and everyday misogyny, has called his next novel after the «happy chemical» which engenders well-being and happiness.

«Serotonin», which will be published in French on January 4, and then in Italian a week later, comes months after Houellebecq married for a third time, to a Chinese woman some two decades his junior.

Wags on social media have joked that with such a feelgood title, the arch-miserablist may be softening his notoriously cynical view of life in his old age.

But others have warned that the nihilism that marked novels such as «Atomised», «Platform» and the Prix Goncourt-winning «The Map and the Territory» is unlikely to have been dented by three months of nuptial bliss with Shanghai-born Qianyum Lysis Li.

Critic Nelly Kaprielian, of the French magazine Les Inrockuptibles, says the story grapples with globalisation and the crisis gripping provincial France.

It features a «typically lone Houellebecqian narrator haunted by his past and failed loves, kept alive by an anti-depressant drug based on serotonin.»

Πηγή

Την περασμένη εβδομάδα, διέρρευσαν κάποια αποσπάσματα στον Τύπο, όπου φαίνεται πως στο καινούργιο του βιβλίο, ο Ουελμπέκ καταπιάνεται με την απόγνωση των αγροτών στην επαρχιακή Νορμανδία, οι οποίοι κλείνουν τους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το γάλα. Οι αγρότες μάλιστα, ξεχωρίζουν από μακριά, φορώντας μπουφάν που φωσφωρίζουν, κάτι σαν τα Κίτρινα Γιλέκα των διαδηλωτών, που γέμισαν τις γαλλικές πόλεις τους τελευταίους μήνες. Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο 46χρονος γεωπόνος Φλοράν-Κλοντ Λαμπρούστ, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει καταπίνοντας τα αντικαταθλιπτικά σαν… καραμέλες, εξού και ο τίτλος του βιβλίου από την ουσία που περιέχουν τα χάπια. Βέβαια, τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν στον Λαμπρούστ δυσάρεστες παρενέργειες, όπως πεσμένη λίμπιντο και στυτικές δυσλειτουργίες. Οπως συμβαίνει στα περισσότερα βιβλία του, ο πρωταγωνιστής είναι μία εκδοχή του ίδιου του συγγραφέα. Ο Λαμπρούστ μισεί τη δουλειά του και τη γιαπωνέζα φίλη του και καθώς είναι σίγουρος ότι όπου να’ναι θα πεθάνει, επιστρέφει στην πατρίδα του τη Νορμανδία. Εκεί, ο γεωπόνος βλέπει τους συμπατριώτες του να βρίσκονται απελπισμένοι στα πρόθυρα αυτοκτονίας, εγκαταλελειμμένοι από την κυβέρνησή τους.

«Στο βιβλίο θα βρείτε όλα τα γνώριμα στοιχεία του Ουελμπέκ: γαλλική γεωγραφία, δυτική παρακμή, αιδοία, πορνογραφία, έρωτα, φιλελευθερισμό, τουρισμό, γαστρονομία, κατάθλιψη, θρησκεία, καταναλωτισμό και μοναξιά», γράφει ο Ντέιβιντ Καβιλιόλι στο περιοδικό L’Obs. Ο συγγραφέας δεν κρύβει για μια ακόμα φορά την απέχθειά του προς την ΕΕ και την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης: «Κανείς στη Δύση δεν θα είναι ποτέ ξανά ευτυχισμένος. Ετσι πεθαίνουν οι πολιτισμοί, χωρίς κίνδυνο ή δράμα και χωρίς να χύνεται πολύ αίμα»

Πηγή

Advertisements

Μάνα φόνισσα

168261945

Δεν εκπλήσσει ότι η πιο αποκρουστική βία υπάρχει και σε ένα ρωμέικο περιβάλλον. Ποιος θα ισχυριζόταν ότι η βία, και μάλιστα η πρωτογενής, έχει πολιτισμικά και νοοτροπιακά σύνορα; Όμως, καλό είναι να θυμόμαστε την παράδοσή μας όπως είναι και όχι όπως την κατασκευάζουμε

Το τραγούδι της Μάνας φόνισσας είναι το πιο διαδεδομένο από τα δημοτικά τραγούδια για τη γυναικεία μοιχεία. Ο πρώτος τύπος έχει ως εξής: Ο Γιάννης φεύγει για κυνήγι και ο γιος του ο Κωνσταντής για το σχολείο. Επιστρέφοντας, ο Κωνσταντής βρίσκει τη μητέρα του στην αγκαλιά ενός εραστή και απειλεί να τη μαρτυρήσει στον πατέρα του. Η μητέρα τον καλοπιάνει, τον σκοτώνει με δόλο, του ξεριζώνει το συκώτι και το δίνει να το μαγειρέψουν (σε αρκετές παραλλαγές ο μάγειρας το πλένει εννιά φορές, αλλά αυτό εξακολουθεί να ματώνει. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο μάγειρας μαντεύει τί έχει συμβεί). Ο Γιάννης επιστρέφει και ανησυχεί για την απουσία του Κωνσταντή. Η μάνα τού λέει ότι το παιδί δεν έχει γυρίσει από το σχολείο, ο Γιάννης πηγαίνει στο σχολείο, αλλά ο δάσκαλος έχει να δει τον Κωνσταντή τρεις μέρες. (σε μερικές παραλλαγές υπάρχει κι ένα δεύτερο πηγαινέλα στο σπίτι της γιαγιάς του παιδιού). Η μάνα πιέχει τον Γιάννη να καθίσει στο τραπέζι και τού σερβίρει το συκώτι του γιού του. Το συκώτι μιλάει και αποκαλύπτει την αλήθεια. Ο Γιάννης σκοτώνει τη γυναίκα του και πηγαίνει το κεφάλι της να το αλέσουν στο μύλο.

Το θέμα της Μάνας φόνισσας τουλάχιστον στην αρχική του μορφή, ανάγεται στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, ίσως και στην αρχαϊκή. Μια πρώτη ένδειξη παλαιότητας είναι η πανελλήνια διάδοσή του. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι ο κεντρικός μύθος- η παιδοκτονία, συνοδευόμενη από τη μαγική πράξη της προσφοράς του συκωτιού του θύματος ως εδέσματος- που μαρτυρεί μία απώτατη καταγωγή. Το ύψιστο έγκλημα και το καθαυτό θέμα της παραλογής, από το οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα στοιχεία, είναι λοιπόν η παιδοκτονία και η μαγική χρήση του συκωτιού. Η μοιχεία διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο. Εδώ ο φόνος δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη μοιχεία, δεν είναι απαραίτητος. Η εξαπάτηση είναι για τον ποιητή ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του κακού, και μάλιστα από τα πιο απεχθή: με τη συσσώρευση των δόλιων πράξεων και τον σαφή χαρακτηρισμό τους θέλει να δώσει μια ακριβή εικόνα του εγκλήματος και να φανερώσει όλη την φρίκη που το χαρακτηρίζει. Πηγαίνοντας στο μύλο το κεφάλι- ενίοτε και ολόκληρο το σώμα- της κακούργας μάνας, ο πατέρας ζητάει από το μυλωνά να το αλέσει και προσθέτει: κι βγαν’ αλεύρι κόκκινου κί την πασπάλη μαύρη, για να πιρνούν γραμματικοί να παίρνουν το μελάνι, για να πιρνούν οι όμορφες να παίρνουν κοννινάδι.

Αυτή η μετουσίωση παρουσιάζει απόλυτη αντιστοιχία με την πράξη της γυναίκας, που θέλησε να δώσει στον πατέρα να φάει το συκώτι του παιδιού- ένα όργανο στο οποίο παραδοσιακά αποδίδονται υπερφυσικές ιδιότητες. Η τιμωρία συνίσταται στη μετατροπή της ίδιας της γυναίκας σε μια ουσία που θα τη μοιραστούν συμβολικά τα μέλη της κοινότητας.

Πηγή: Guy (Michel) Saunier, Αδικία, το κακό και το άδικο στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2018, 250-256. 

Σε μουσική εκτέλεση

Τάγματα εφόδου καίνε Εκκλησίες και…μυαλά

bomb_kolwnaki_2712_3-683x1024

«Η βόμβα στον Αγιο Διονυσιο τον Αρεοπαγιτη είναι στα πλαίσια του υβριδικού πολέμου που έχουν κυρηξει οι λεγόμενοι αντιφα κι αντεξουσιαστικοι κύκλοι ενάντια σε οτιδήποτε συνεκτικό της Κοινωνίας των Ελλήνων. Με τουλάχιστον την ανοχή των κυβερνώντων. Οι λεγόμενοι αντιεξουσιαστες λειτουργούν ως παρακρατικα Τάγματα Εφόδου» Από τον Μιχαλης Χατζηπετρου

Λες και η εκκλησία στο Κολωνάκι είναι πυρήνας συνεκτικότητας της ¨Κοινωνίας των Ελλήνων!» Λες, και η «Κοινωνία των Ελλήνων» εκκλησιάζεται τόσο συχνά και με τόση ευλάβεια, που η βόμβα ή οι βόμβες τη διαταράσσουν από την ευλάβειά της. Λες, και τέτοιες επιθέσεις έχουν από πίσω τους κάποια ιδεολογία ή εικονομαχικό ζήλο, και δεν είναι αποτέλεσμα ενός κακομαθημένου χαβαλέ. Λες, και αν πάψει η ανοχή των κυβερνώντων δεν θα υπάρξει άλλη επίθεση! Λες, και δεν έχουμε παιδιά ή ζούμε σε άλλη κοινωνία!

 

 

Τελικά, Νικ Κέιβ, Υπάρχει Θεός;

popaganda_cave_1-960x640

Υπάρχει Θεός; Δεν έχω κανένα στοιχείο για να δώσω κάποια απάντηση, καταφατική ή αρνητική, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η σωστή ερώτηση. Για μένα, η ερώτηση είναι τι σημαίνει να πιστεύεις. Το θέμα είναι ότι, κόντρα στην καλύτερη μου κρίση, το βρίσκω αδύνατο να μην πιστεύουμε, ή τουλάχιστον να μη μας απασχολεί η αναζήτηση της πίστης – που με έναν τρόπο είναι το ίδιο πράγμα. Η ζωή μου κυριαρχείται από την ιδέα του Θεού, είτε πρόκειται για την παρουσία είτε για την απουσία Του. Ειμαι πιστός και στις δύο, και στην παρουσία και στην απουσία Του. Είμαι πιστός στην ίδια την αναζήτηση, περισσότερο από το όποιο αποτέλεσμά της. Κατ’ επέκταση αυτής της πεποίθησης, τα τραγούδια μου είναι ερωτήσεις, σπάνια είναι απαντήσεις.

Στο φινάλε, με κάθε σεβασμό, δεν έχω το στομάχι για να σηκώσω την αθεϊα και την επιμονή της σχετικά με το τι γνωρίζουμε. Την αισθάνομαι ως αδιέξοδο, ως κάτι που δε με βοηθάει και είναι κακό για τη διαδικασία του γραψίματος. Μοιράζομαι με τους άθεους την διαπίστωση πολλών προβληματικών σημείων σχετικά με τη θρησκεία – το δόγμα, τον εξτρεμισμό, την υποκρισία, την έννοια της αποκάλυψης που συνοδεύεται από πανταχού παρόντα τρόμο – απλά αμφιταλαντεύομαι όσον αφορά τη, συχνά ναρκισσιστική, βεβαιότητα που πάει μαζί με την ιδέα ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Δεν είναι απλά στη φύση μου μια τέτοια θεώρηση. Έχω, για καλό και για κακό, μια προδιάθεση στον διεστραμμένο κι αντιφατικό τρόπο σκέψης. Ίσως είναι κάτι σαν κατάρα, αλλά η ιδέα της αμφιβολίας, της άγνοιας, είναι ο κινητήριος μοχλός πίσω από οτιδήποτε κάνω. Ίσως ζω μια αυταπάτη, δεν ξέρω, αλλά είναι τελικά μια αρκετά εξυπηρετική αυταπάτη που βελτιώνει ραγδαία τη ζωή μου, τόσο δημιουργικά όσο και με άλλους τρόπους.

Άρα, πιστεύω τελικά στον Θεό; Κοιτάχτε, ενεργώ σαν να πιστεύω για το δικό μου γενικότερο καλό. Υπάρχει Θεός; Ίσως, δεν ξέρω. Αυτήν την στιγμή, ο Θεός είναι ένα έργο υπό διαμόρφωση.

Πηγή

Γαλλική επαρχία

Eddy-front

Tα κίτρινα γιλέκα δεν αναλύονται μόνο με όρους πολιτικής κοινωνιολογίας. Το βιβλίο αυτό δείχνει αυτοβιογραφικά τον κόσμο των κίτρινων γιλέκων της Γαλλικής επαρχίας. Τον κόσμο του αποσυρμένου προλεταριάτου. Δίνει μία υπαρξιακή περιγραφή της κρίσης του Γαλλικού κοινωνικού μοντέλου. Ο αναγνώστης που δεν είναι ομοφυλόφιλος, απαιτείται να «ξεπεράσει» αρκετές σελίδες ωμής σεξουαλικής βίας, τόσο ερεθιστικής για τον ομοφυλόφιλο αφηγητή. Έχουν και αυτές τη σημασία τους, αλλά δεν είναι το δικό μου θέμα. Σταχυολογώ:

» Ήταν μια γυναίκα μονίμως θυμωμένη. Διαμαρτυρόταν όποτε της δινόταν η ευκαιρία, διαμαρτυρόταν καθημερινά για τους πολιτικούς, για τις μεταρρυθμίσεις που μείωναν τα κοινωνικά επιδόματα, για την εξουσία που μισούσε ολόψυχα. Βέβαια, την εξουσία που μισούσε, την αποζητούσε με όλο της το είναι όταν αφορούσε την καταστολή: την καταστολή των Αράβων, του αλκοόλ, των ναρκωτικών, των σεξουαλικών συμπεριφορών που έκρινε σκανδαλώδεις. Έλεγε συχνά Πρέπει να μπει λίγη τάξη σ’ αυτή τη χώρα. Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη βιογραφία της Μαρίας Αντουανέτας, γραμμένη από τον Στέφαν Τσβάιχ, θα σκεφτόμουν τους κατοίκους του χωριού την εποχή που ήμουν παιδί και κυρίως τη μητέρα μου, όταν ο Τσβάιχ μιλάει για εκείνες τις εξοργισμένες γυναίκες, τις αφανισμένες από την πείνα και τη δυστυχία, που το 1789 φτάνουν στις Βερσαλλίες για να διαμαρτυρηθούν, αλλά μπροστά στη θέα του μονάρχη, φωνάζουν αυθόρμητα Ζήτω ο βασιλιάς!» (σ. 53). 

και τέξεται υιόν, καί καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ

531f153314f63c909451847f8ecdb3ad--hebrew-names-hebrew-words

Προφητεύει ο Ησαΐας στο 7,14. Ήδη, ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος κατηγορείται τους σύγχρονους του Ιουδαίους ότι διαστρέφουν το χωρίο αυτό, εξηγούντες το alma με το «νεανίς» αντί για «παρθένος» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 71,120). Πραγματικά, στις ελληνοϊουδαϊκές μεταφράσεις του 2ου αι. μ.Χ. έτσι αποδίδεται ο όρος (μεταφράσεις Ακύλα, Συμμάχου, Θεοδοτίωνος). Κατά τη γνώμη επιφανών εβραϊστών (Koenig, Davidson, Procksch, Junker, Fischer), το alma, όπως και το συνώνυμο bethoula πάντοτε αποδίδεται δια του «ανύπανδρος γυναίκα». Η λέξη alma αποδίδεται ως «παρθένος» σε χωρία άλλα, όπως το Γεν. 24,43, για τη Ρεβέκκα, ή στο Εξοδ. 2,8, για τη Μαρία αδελφή του Μωϋσή, ενώ σε άλλα χωρία αποδίδεται η ίδια λέξη ως «νεανίς» (Παροιμ. 30,19, Ασμα Ασμάτων, 3,3 και 6,8). Σε αυτή την απόδοση βασίζεται και ο Ματθαίος στο 1,23.

Επίσης, δεν πρέπει να παραβλέπεται το άρθρο προ του alma, το οποίο σημαίνει ότι πρόκειται περί ορισμένου προσώπου. Οι Ραββίνοι της εποχής του Ιωσήπου και του Ιερωνύμου διατύπωναν τη γνώμη ότι πρόκειται για μία νεαρά σύζυγο του Άχαζ, μητέρα του βασιλιά Εζεκία, ή για κάποια άλλη γυναίκα από το βασιλικό χαρέμι- πώς όμως θα γινόταν ο Άχαζ πατέρας του Εμμανουήλ, αφού αυτός είχε αρνηθεί το «σημείο». Άλλοι, θεωρούν ότι ο όρος δηλώνει συνολικά την πιστή κοινότητα της Σιών (κατά το Μιχαίας, 4,10). Πρόκειται για μία ακόμη εξεζητημένη ερμηνεία, που οδηγεί στο «σουρεαλιστικό»: είναι όλες οι έγκυες γυναίκες που κατά την στιγμή του τοκετού θα αναφωνήσουν «μεθ’ ημών ο Θεός», καθόσον έως τότε θα έχει αποσοβηθεί ο συροεφραιμιτικός κίνδυνος.

Στην προφητεία 9,1-6 που ανήκει επίσης στο λεγόμενο «βιβλίο του Εμμανουήλ», γίνεται λόγος για το παιδί- σωτήρα, από τον οίκο του Δαβίδ. Παράβαλε, το lanu του 9,5 με το imanuel του 17,4 και προς το 8,8. Συνδέεται μάλιστα προς την προφητεία αυτή και η μεσσιακή προφητεία του Ησαΐα 11,1εξ., όπου ο Μεσσίας δεν χαρακτηρίζεται μεν ως Εμμανουήλ, αλλά παρίσταται ως προερχόμενος από τη ρίζα Ιεσσαί, του πατέρα του Δαβίδ.

Πηγή: Π. Μπρατσιώτης, Ο Προφήτης Ησαϊας, Εν Αθήναις 1989, 116-119. 

Ιδού, η Παρθένος εγκυμονεί

, θα γεννήσει υιό και θα ονομάσει αυτόν Εμμανουήλ (Ησαΐας, 7.14).

Το χωρίο έγινε διάσημο μέσω της Καινής Διαθήκης ως προφητεία για την εκ παρθένου γέννηση του Ιησού Χριστού. Ο Ησαΐας ωστόσο δεν έχει κατά νου κάποια παρθένα αλλά κατά τα φαινόμενα μία ναι μεν νέα, αλλά έγγαμη γυναίκα. Ως προς αυτό το σημείο το κείμενο είναι σαφές. Αμφισβητούνται τα εξής πράγματα: πρώτον, αν αναφέρεται σε μια ανώνυμη γυναίκα, στη σύζυγο του βασιλιά ή στη σύζυγο του προφήτη, και δεύτερον, αν το παιδί θα είναι μια μεσσιανική μορφή ή ένας συνηθισμένος άνθρωπος, όπου στη δεύτερη περίπτωση μόνο το όνομα και όχι το πεπρωμένο του προσώπου μπορεί να έχει χαρακτήρα σημείου, όπως συμβαίνει και με τις περιπτώσεις των συμβολικών ονομάτων των παιδιών του Ησαΐα στα εδάφια 7,3 και 8,3 εξής. Το όνομα «μεθ’ ημών ο Θεός» (Εμμανουήλ) είναι οπωσδήποτε σημαντικό. Ο Θεός, ως αιτία κάθε πραγματικότητας κατά την αυτομαρτυρία του, είναι στον Ιούδα ισχυρότερος απ’ ό,τι ήταν για τους βασιλείς του Βορείου Βασιλείου ή ακόμη περισσότερο για τη Δαμασκό• εντός ολίγων ετών αυτό θα αποδειχθεί μεθιστορική δυναμική. Πιθανώς δεν πρόκειται ούτε για τέκνο προφήτη ούτε για πρίγκιπα• μάλλον ο Ησαΐας με αυτή τη βραχεία προαναγγελία, την οποία διατυπώνει ως χρησμό περί γεννήσεως, ανατρέχει σε μία προσδοκία ενός μυστηριώδους, μελλοντικού σωτήρα, τον οποίον αναμένει ο λαός και ο οποίος πρόκειται να μεγαλώσει στην αφάνεια της επαρχίας. Θα τραφεί με γάλα και μέλι (βλ. και Μιχαία 5).

Πηγή: Κλάους Κοχ, Οι Προφήτες, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2009, 251. 

 

O αετός και το κεφάλι

aetos-symbolo-arxaia-ellada

Υπάρχει πάντως ένα συγκεκριμένο θέμα που φανερώνει μια βαθιά κοινωνική αντιπαλότητα και αποκαλύπτει τη βούληση του ποιητή να ανακηρυχθεί σε αμείλικτο κριτή των αρχόντων. Είναι το θέμα «Ο αετός και το κεφάλι»:

Ένας αετός κρατάει στα νύχια του ένα κομμένο κεφάλι. Τό ρωτάει ποιό ήταν το έγκλημά του. Το κεφάλι αποκρίνεται: «Ήμουν δημογέροντας και επιμέριζα τους φόρους. Επέβαλα ελαφριά φορολογία στους πλούσιους και βαριά στους φτωχούς, μα πιο πολύ απ’ όλους αδίκησα μια φτωχή χήρα

Πηγή: Guy (Michel) Saunier, Αδικία. Το κακό και το άδικο στο Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2018, 345. 

Βλ. και

Σε άλλο δημοτικό τραγούδι (Χασιώτης, VI, 63, Λελ. 18,9, LEGR. 204, 92) ο αϊτός παίρνει ανθρώπινη λαλιά κι ανοίγει συνομιλία με το νεκρό κεφάλι ενός παλαιού, άδικου Προεστού: «Χρυσός αϊτός εκάθονταν, ψηλά σ’ ένα λιθάρι,/ κι εκράταγε στα νύχια του, ανθρώπινο κεφάλι,/ βολές, βολές το κύλαγε, βολές, βολές του λέγει:/ –Κεφάλι, τι κακό ’καμες και σε κρατώ στα νύχια;/ -Εκείνον τον παλιό καιρό και το παλιό ζαμάνι,/ μ’ είχεν η χώρα προεστόν, μ’ είχεν η χώρα πρώτον,/ κι αντάρριχνα το δόσιμο και το βαρύ τεφτέρι./ Δέκα στους πλούσιους έρριχνα, στις χήρες δεκαπέντε,/ στη δόλια τη φτωχολογιά έρριχνα τριάντα πέντε… / Κι η φτώχεια κλάψαν έκαμε, κλάψαν από τ’ εμένα/ και ο πασάς επρόσταξε, μώκοψαν το κεφάλι»

Πηγή

Χριστούγεννα των Waterboys

manolisgvardis

«Επί του αυτοκράτορος Τιβερίου (μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού) διεδόθη ο θάνατος του Πανός (Πλουτάρχου, Περί των Εκλελοιπότων Χρηστηρίων 17). Κατά τον θρύλον τούτον εις πηδαλιούχος (πιλότος), ονομαζόμενος Θάμας, ήκουσεν εν τω μέσω της νυκτός, ενώ το πλοίον του διέσχιζε την Μεσόγειον, δυνατήν φωνήν με τας λέξεις «Ο μέγας Παν απέθανε». Μετά ταύτα δε ήκουσεν ολολυγμούς και στεναγμούς εξ όλης της φύσεως (θαλάσσης και ακτών της ξηράς), πενθούσης δια τον θάνατον του θεού» [Γ.Δ. Καψάλης, «Παν», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, ΙΘ’, 495]

Nα, πως ερμηνεύουν οι Waterboys:

«I stood upon the balcony with my brand new bride

The clink of bells came drifting down the mountainside

When in our sight something moved

Lightning eyed and cloven-hooved

The great god Pan is alive

He moves amid the modern world in disguise

It’s possible to look into his immortal eyes

He’s like a man you’d meet anyplace

Until you recognize that ancient face

Δείτε την αρχική δημοσίευση 122 επιπλέον λέξεις