Πολιτικο κορρεκτίλες…

D37326D6D50CCF48A892ADE157210CE5

Aυτές οι διαφημίσεις πολίτικαλ κορρέκτ με το παιδί που παίζει μπάσκετ στη Γαλλία και «βρίζει» τους μετανάστες, με το παιδάκι που τσιρίζει γιατί ο πατέρας του βρίζει στο φανάρι ή η άλλη με τη στείρωση και υιοθεσία των αδέσποτων, είναι τόσο ανιαρές όσο ήταν- πιστεύω- και οι κάποτε σοβιετικές διαφημίσεις με τα διαστημικά και άλλα επιτεύγματα. Να, λοιπόν, και σε ένα σημείο που μοιάζουν ο σοβιετικός «ολοκληρωτισμός» και ο δική μας, φιλελεύθερη πολιτικο κορρεκτίλα: στην ανοησία και στη βαρεμάρα. Και επειδή προφανώς το «φρούτο» είναι εισαγόμενο, καταλαβαίνει κανείς εύκολα τι είναι αυτό που ωθεί νεαρά παιδιά να πέφτουν με αυτοκίνητα πάνω σε πεζούς, στο όνομα του ισλάμ (υποτίθεται)…………
«

Αποκαθηλώσεις

DHYHEgPVoAALC81

Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὅλοι ἔχουν τὸ δίκιο τους. Ἡ δικιά μου μνησικακία φτάνει ὣς τὴ μάχη τοῦ Γιαρμούκ· ὣς τὸν Διοκλητιανό: Πῶς μετά, θὰ πῶ ἐγὼ στὸν ἄλλον, ποὺ τοῦ σκοτώσαν οἱ ἀντάρτες τὸν παπποὺ ἢ ποὺ τοῦ ἐξόρισαν οἱ Δεξιοὶ τὸν παππού του, νὰ μὴν πεῖ γιὰ τὸ ἀπόλυτο δίκαιό του; Προφανῶς, δὲν ἐμπιστεύομαι τὶς ὑψηλὲς διακηρύξεις, ἀφοῦ  ἀντιστοιχοῦν σέ (συνήθως) ἡμι-ἐνστικτώδεις, προκαθορισμένες ἀντιλήψεις περὶ ἰδίου συμφέροντος, ἀτομικοῦ ἢ συλλογικοῦ. Γι’ αὐτό, μπορῶ πολὺ καλὰ νὰ κατανοήσω τὸν ἐσθονικὸ καὶ πολωνικὸ ἀντικομμουνισμό, ἀφοῦ ἡ ΕΣΣΔ ἐκεῖ ἔδρασε ὡς κατοχικὴ δύναμη, καὶ ἂν ἡ ΕΣΣΔ πρέσβευε τὸν Σιντοϊσμὸ τότε στὴν Ἐσθονία θὰ ἦταν φανατικοὶ ἀντισιντοϊστές! Ἐπίσης πολὺ καλά, ἀδυνατῶ νὰ κατανοήσω τὴν συμπάθεια πρὸς τοὺς Ταγματασφαλίτες καὶ τοὺς συνεργάτες τῶν Γερμανῶν (βασικά, τὴν σιχαίνομαι), ἀφοῦ ἡ Γερμανία ἦταν κατοχικὴ δύναμη στὴν Ἑλλάδα. Τὸ ὅτι ἀντιπαθῶ τὸν ρόλο τοῦ ΚΚΕ (1919-1936, 1946-1949) ἢ τῶν ἀναρχοκομμουνιστῶν στὴν Ἱσπανία τοῦ 1936 δὲν μὲ κάνει νὰ λέω ὅτι ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἐχθροῦ εἶναι φίλος ἢ ὅτι δὲν ἦταν θετικὸς ὁ ρόλος τῆς ΕΣΣΔ (προσοχή: τῆς ΕΣΣΔ, ὄχι τῶν ἀμπελοφιλοσοφιῶν τοῦ 19ου αἰ.).  Δὲν εἶμαι ἀντικομμουνιστής, ὅσο κι ἄν –ὅποτε τεθεῖ θέμα– βάζω τὸ δικό μου συλλογικὸ συμφέρον (ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ) πάνω ἀπὸ γενικὲς θεωρίες γιὰ ἀπελευθέρωση ὅλων, μὰ ὅλων, τῶν ἀνθρώπινων ὄντων, οἱ ὁποῖες εἶναι καλὲς μόνο ἂν δὲν υἱοθετοῦν πρακτικὲς ὅπως π.χ. ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε τὴν παγκόσμια ἀντιιμπεριαλιστικὴ Ἐπανάσταση γιὰ νὰ γλιτώσουμε ἀπὸ τὸ Ἰσλὰμ ἤ, παλιότερα, τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ἀντίστροφα, τὸ ὅτι οἱ συνεργάτες τῶν Ναζὶ ἦταν οἱ κακοὶ στὴν Ἑλλάδα, δὲν σημαίνει ὅτι δικαιοῦνται κάποιο φωτοστέφανο οἱ Ἀριστεροί, ποὺ μᾶς ἔχουν κάτσει στὸ σβέρκο ἐδῶ καὶ 43 χρόνια, καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια διαλύουν κάθε τὶ στὸ ὄνομα τοῦ ἀντιρατσισμοῦ καὶ τῆς ταξικῆς πάλης.

Καὶ ὁ Ναζισμὸς καὶ ὁ Κομμουνισμὸς εἶναι πλέον πολιτικὰ φαντάσματα, ὁπότε ἡ σύγκρισή τους ἢ ἡ καταδίκη τους εἶναι εἴτε φιλολογικὴ ἐργασία (ποὺ μ’ ἀρέσουν, οἱ φιλολογικὲς ἐργασίες -δὲν εἶμαι Ἀριστερὸς γιὰ νὰ ὑποτιμῶ τὴ φιλολογία) εἴτε ἀφορμὴ γιὰ τωρινὲς πολιτικὲς στοχεύσεις. Ὅσοι διαφωνοῦν νομίζουν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ὑπάρχουν καθόλου (οὔτε ἕνας) Ναζὶ ἢ Μαρξιστὲς γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ μεταναζιστικὴ ἢ μετακομμουνιστικὴ ἐποχή. Ἡ δὲ σύγκριση μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἰδεολογιῶν ἀφενὸς δὲν εἶναι τόσο ἁπλή (ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν πρακτικῶν ἔχουν κοινὰ στοιχεῖα, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν στοχεύσεων λίγα ἢ κανένα –κι ἐξαρτᾶται τί θεωρεῖς σημαντικότερο ἀπὸ τὰ δύο κριτήρια), ἀφετέρου δίνει τὸ φωτοστέφανο στὴ Μαζικὴ Δημοκρατία ὡς ἔσχατο κριτή: Αὐτὸ τὸ πράμα, ποὺ πολιτισμικὰ εἶναι ἕνα μεῖγμα τσόντας καὶ μπούργκας, καὶ οἰκονομικὰ ἕνα μεῖγμα σοσιαλδημοκρατικῶν e-government ἢ ΜΚΟ αἰσιόδοξων ἐνοχικῶν κλαυθμῶν (π.χ. εὐρωπαϊκὴ ἡμέρα κατὰ τῆς φτώχειας, «ὅλοι μαζί, μποροῦμε», μὴν πατᾶτε τὴ χλόη κ.λπ.), ἀπὸ τὴ μία, καὶ ποδοπατήματος τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη (μαζί μὲ κάμποσες μοντερνίστικες ναζιστικὲς παρακαταθῆκες: ἔκτρωση, οἰκολογία-χορτοφαγία, παγανισμός, αὐτοκίνητα). Ἂν εἶναι νὰ σκεφτῶ κάποιον ὡς ἔσχατο κριτή, δὲν μπορῶ παρὰ νὰ σκεφτῶ τὸν Χριστιανισμό, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλοι ἐπικρίνονται, καθὼς κι ὅτι ὅσοι Χριστιανοὶ σωστὰ ἐπικρίνουν τὸν ρατσισμὸ ἀλλὰ κάνουν τὰ γλυκὰ μάτια στὴν Ἀριστερὰ ἢ τὸν Μαρξισμό –ἐπειδὴ ὑπόσχεται (μιὰ στρεβλὴ μορφὴ) ἰσότητα(ς), ἢ ξεχειλώνει τὴν ἔννοια τοῦ ρατσισμοῦ– προσαρμόζουν τὸ Χριστιανισμὸ στὸν ἠθικισμὸ τῆς Ἀριστερᾶς.

Πηγή

How bullshit conquered the world

cyv0o0exuaajypf

The success of bullshit and post-truth is not about epistemology. It is about identity: the power of a brand; the prioritizing of a “friendly” or in-group source; the signalling content of a claim rather than its factual accuracy; the force of an established narrative, and so on. Foucault and co recognized the way in which competing narratives about, or constructions of, reality are involved with political power (or “Power”, as they’d capitalize it) – but that was to identify the problem rather than to cause it.

Πηγή

Αντικομμουνιστική υστερία…

estonia

Μπορείς βέβαια να κατηγορείς τους Σπαρτιάτες που πέταγαν τα παιδιά τους στον Καιάδα. Είναι αναφαίρετο το δικαίωμα σου να αισθάνεσαι αποτροπιασμό για τις θηριωδίες των Ρωμαίων στο Κολοσσαίο. Οι Σταυροφόροι που λεηλατούσαν και βίαζαν, τι να πει κανείς; Πόσες φρικαλεότητες! Κατόπιν εορτής ευαισθησίες! Τώρα είναι της μόδας οι αντι- κομμουνιστικές υστερίες, σε συνέδρια και αλλού, όπως κάποτε (για πολύ λίγο, βέβαια) ήταν τέρατα και δράκουλες οι ναζί. Τελειώνουμε τις δουλειές μας, και μετά μας πιάνουν οι ευαισθησίες. Οι σύνεδροι σε αυτά τα events να μας πουν για τη στάση των δυτικών δημοκρατών στα Ουγγρικά του 1956 ή στη μάχη της Βαρσοβίας όταν τέλειωνε ο πόλεμος. Κομμουνισμός και ολοκληρωτισμός, επιλεκτικά και υποκριτικά.

ΥΓ. Τελικά, δικαιώνεται ο Χίτλερ που λίγες ώρες πριν την αυτοκτονία του έλεγε ότι την προτιμά, από το να τον κάνουν μούμια και να τον επιδεικνύουν ως το απόλυτο κακό, στις μέλλουσες γενιές.

Search and destroy

αρχείο λήψης

Τελικά τα πανκο- φρικιά [της Ελλάδας, και κατά προτίμηση του γυναικείου φύλου] είναι αληθινά, μετά τη φάση τους.

Τι εννοώ;

Περνάς τα καλύτερα χρόνια της νεανικής σου ζωής, ψάχνοντας και με ένα ύφος «το ένα μου ξινίζει, το άλλο μου βρωμάει». Κάποια στιγμή, λόγω ανυπέρβλητου μικροαστικού συντηρητισμού, πείθεις τον εαυτό σου να κάνεις οικογένεια, διότι η σόλο καριέρα με pets δεν τους ικανοποιεί και όλους…Μετά το search αρχίζει τότε το destroy. Έχοντας συνηθίσει στον κυνισμό της αδιαφορίας, αυτή σε ακολουθεί αναμεμιγμένη με βαρεμάρα, τεμπελιά, ναρκισσισμό, πολιτικο- κορρεκτίλα που τελικά δεν την πιστεύεις αληθινά. Πρόκειται για το μολυσματικό μετα- υβρίδιο του δανδή και του κάποτε φλανέρ. Είναι η άλλη εκδοχή του νερόβραστου, που τα πραγματικά πανκιά, αν μη τι άλλο, δεν είχαν.

Το να είσαι αλάνι, θέλει να ρισκάρεις, αλλά κάτι τέτοιο δεν το θες, οπότε search and destroyed….

Η χαρά του τζιχάντ

rtxokd7

In June, the BBC’s Quentin Sommerville and Riam Dalati published a moving multimedia piece that reconstructed the lives of a few ISIS fighters whose corpses had been found, rotting and picked over by dogs, on the shore of the Tigris River near Mosul, Iraq. The photographs on the mobile phone of one of the fighters revealed details of their training and their personal lives. They were barely men. Their beards were wispy, and their recreations adolescent. They smiled and joked with friends. The religious side of their existence was evident: they followed their imam; they memorized Scripture; they aspired to die in the path of God.

Jihadism has democratized and has ceased to be solely a project for elite militants such as bin Laden and Zawahiri. One consequence for counterterrorism is that mapping organizational charts and command structures is less critical than understanding the stories of young men such as the ones whose bodies were found near Mosul. Once, one could follow the words and deeds of bin Laden, Zawahiri, Adel, and perhaps a dozen others and obtain a highly accurate picture of global jihad. Now, the puppet masters matter less and the interior lives of the fighters matter more. That means studying how they understand and practice their religion, and how they develop camaraderie and purpose. There is a perverse joy in jihad, a feeling of belonging and brotherhood, of happiness and fulfillment. (Soufan declares that in ISIS territory, “practically anything remotely enjoyable—including a picnic in the park—is banned.” In fact, ISIS features picnics in its propaganda, and the citizens look like they enjoy life in the caliphate; that is the point of the propaganda.) If even a counterterrorism expert of Soufan’s caliber can omit this part of ISIS’ appeal, the group will remain mysterious and difficult to counter.

Πηγή

Hellas

shelleyov

Εγκαταστηµένος στην Πίζα της Ιταλίας, ο Σέλλεϋ µε την γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του µυθιστορήµατος Frankenstein, γνώρισαν στα τέλη του 1820 τον εκεί εξόριστο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Πριν εγκαταλείψει την Πίζα ο Μαυροκορδάτος, έγιναν φίλοι, και µόλις έγινε γνωστό το πέρασµα του Προύθου από τον Υψιλάντη, στο όνοµα του ζευγαριού Σέλλεϋ απευθύνθηκαν σε εφηµερίδες της Αγγλίας δύο επιστολές, µάλλον κατ’ υπογόρευση του Μαυροκορδάτου. Έτσι ο ποιητής και η µυθιστοριογράφος όχι µόνο ενέκριναν µε ενθουσιασµό το γεγονός της Επανάστασης αλλά και εθελοντικά προωθούσαν στην πατρίδα τους την πολιτική γραµµή που τους κατέβαζε ο φαναριώτης φίλος τους.

Το φθινόπωρο του 1821 ο Σέλλεϋ έγραψε το λυρικό ποίηµα, σε µορφή αρχαίας τραγωδίας, Hellas. Βασισµένος στους Πέρσες του Αισχύλου, το δράµα του Σέλλεϋ ακολουθεί το σχήµα του πρωτότυπου: στον αντίστοιχο ρόλο του Ξέρξη βρίσκεται ο Σουλτάνος Μαχµούτ, ο οποίος δέχεται αλλεπάλληλα νέα από τα διάφορα µέτωπα του πολέµου, και µαθαίνει ότι η µελλοντική πτώση του βασιλείου του είναι γραµµένη στην ιστορία του σύµπαντος. Σχολιάζει ο χορός, θηλυκός όπως στο πρωτότυπο, αλλά αυτή η φορά πρόκειται και ελληνίδες, όχι για γυναίκες του εχθρού. Στο ποίηµα αυτό, ο Σέλλεϋ αντιµέτωπιζε ένα πρόβληµα, το οποίο αναγνωρίζει στον πρόλογό του. Ενώ ο Αισχύλος έγραφε την τραγωδία εφτά χρόνια µετά την οριστική νίκη στη ναυµαχία της Σαλαµίνας, ο άγγλος ποιητής το 1821 δεν µπόρεσε να βασιστεί σε µια ήδη οριστική έκβαση των γεγονότων. Δύο διαφορετικές λύσεις βρήκε ο Σέλλεϋ στο πρόβληµα αυτό. Η µία µπορεί να χαρακτηριστεί ως λύση ποιητική, η άλλη ως πολιτική ή ιδεολογική. Την ποιητική λύση την εκφράζει ο χορός, η φωνή δηλαδή των ελληνίδων αιχµαλώτων του Σουλτάνου:

Greece and her foundations are
Built below the tide of war,
Based on the crystàlline sea
Of thought and its eternity…
Shelley, Hellas [October 1821], 696-9
A brighter Hellas rears its mountains…
Another Athens shall arise,
And to remoter time
Bequeath, like sunset to the skies,
The splendour of its prime …
Shelley, Hellas [October 1821], 1066, 1084-7

Στους παραπάνω στίχους, η Ελλάδα της οποίας η νίκη είναι προκαθορισµένη δεν είναι η επαναστατηµένη Ελλάδα της επικαιρότητας, έρµαιο των διακυµάνσεων της ιστορίας, αλλά µια ανώτερη Ελλάδα. Η ενόραση του Σέλλεϋ αποβλέπει σε µια νοητή Ελλάδα, άυλο κατασκεύασµα της ανθρώπινης φαντασίας, και άρα, σύµφωνα µε τη ροµαντική φιλοσοφία του ποιητή, µια Ελλάδα που στέκεται αιώνια, πέρα από τις αβεβαιότητες και τις σχετικότητες της ιστορίας. Πρόκειται για µια ποιητική ιδέα που θα καρποφορήσει αργότερα στην ελληνική ποίηση, π.χ. στον Δωδεκάλογο του Γύφτου του Παλαµά, και ακόµα πιο πολύ µε τη γνωστή µορφή της «Άνω Ελλάδας» στην ποίηση του Σικελιανού. Σύµφωνα µε την ποιητική αυτή ιδέα, η Ελλάδα, «µία και αγύριστη» όπως θα την χαρακτηρίσει αργότερα ο Παλαµάς, έχει ξεφύγει από τον κύκλο της πραγµατικής ιστορίας, και στέκει αιώνιο κτήµα όλου του κόσµου. Με αυτή την έννοια γράφει ο Σέλλεϋ στον πρόλογο της Ελλάδας: «είµαστε όλοι έλληνες.»

Πηγή

Αν σ’ έβλεπε η μάνα σου σε τέτοιο χάλι, θα ‘πιανε τα κλάματα

fata_morgana_1

— Δε βαριέσαι, είμαστε πολύ κάτου ακόμα. Ούτε τα παρακλάδια του δε μας φτάνουνε. Κι όπως πάμε, θα κάνει πολλούς και θα τους σπάσει. Φοβάσαι;

— Από τέτοια, τώρα να πνιγώ, δεκάρα δε δίνω. Εγώ μονάχα τις αρρώστιες φοβάμαι.

Ο Διαμαντής έκανε ένα πλάγιο βήμα και τσίτωσε το αυτί του.

— Και τις γυναίκες, συνέχισε ο μαρκονιστής. Ο γραμματικός αποκρίθηκε κοροϊδευτικά.

— Άμα δεν έχεις γιατρευτεί από την πρώτη, μη φοβάσαι τη δεύτερη.

— Δε με κατάλαβες. Το κλινάρι φοβάμαι. Αρρώστια που μπορείς να ταξιδεύεις με δαύτη, σαν τη δική μας . . .

— Μίλα σιγότερα, ο χάνος κρυφακούει. Είπες κάτι για τις γυναίκες.

— Ναι. Τις φοβάμαι.

—Όλοι, λίγο-πολύ, τις φοβόμαστε. Ετούτες μάλιστα στα λιμάνια.

—Ετούτες ειν᾽ οι καλύτερες. Ποιος πήρε ποτές αρρώστια από “σπίτι”; Γιατί τις λένε καθαρές; Γιατί πλένουνται μόλις τελειώσουνε τη δουλειά. Θυμάμαι μια τέτοια, ένα βράδυ στο Λας Βέγκας. Έβγαλα το πουκάμισό μου. Η φανέλα μου η εσωτερικιά ήταν σκισμένη, κουρέλι. Τράβηξα τη γυναίκα να τη χαϊδέψω.

« — Στάσου, μου ᾽πε, μη βιάζεσαι. »

Μου ‘βγαλε με το ζόρι τη φανέλα κι άρχισε να την μπαλώνει. Όταν την πλήρωσα, κοκκίνισε σα μαθήτρια και μου ‘πε κρατώντας τα λεφτά στο χέρι.

« —Άμα δεν έχεις άλλα, δεν πειράζει. Κράτησε τα κι αν ξαναγυρίσεις, φέρε μου λίγη σταφίδα ελληνική.»

     Αρνήθηκα και της έδειξα ένα μάτσο λεφτά.

« — Τότε, μου ‘πε, κάνε μου τη χάρη, πάρε μια φανέλα. Αν σ’ έβλεπε η μάνα σου σε τέτοιο χάλι, θα ‘πιανε τα κλάματα

     Κατάλαβες. Τις άλλες φοβάμαι, τις τίμιες, αυτές που δεν πέφτουνε για λεφτά. Αυτές που ξέρουνε γράμματα. Που τις παντρευόμαστε.

— Εσύ δε θα παντρευτείς;

—Όχι. Φουκαράδες ναυτικοί. Τις είδα τις γυναίκες τους να κατεβαίνουν πριν έρθει το καράβι στο μώλο και να περιμένουν όρθιες στο λιοπύρι ή στη βροχή. Τις είδα να τους αποχαιρετάνε στα σάλπα, βασανισμένες, σακατεμένες από τα ριξίματα, μ’ ένα τσούρμο παιδιά να τις τραβάνε από το φουστάνι. Στερημένες. Καταλαβαίνεις. Λείπει ο άντρας. Όταν βρεθεί ο έξυπνος, τις καταφέρνει με το πρώτο. Οι κερατάδες θαλασσοπνίγονται. Ένα σωρό ξέρω, που πήραν αρρώστιες από τις γυναίκες τους. Παράτα με σου λέω.

Πηγή

Παύλου Καλλιγά, Θάνος Βλέκας

the-gate-of-the-lions-at-mycenae-e-dodwell-1834-cebccf80cebbcebfceba

To έργο του Π. Καλλιγά, Θάνος Βλέκας, τελειώνει με την φράση από την Αινειάδα του Βιργιλίου, την οποία «τσιτάρει» και ο Δάντης όταν αφήνει- αποχαιρετά τον Βιργίλιο στο Καθαρτήριο: Date manibus lilia plenis. Ταιριάζει πολύ με την Ελλάδα, την τότε (του 1850) και την τώρα. Φαίνεται ότι δεν αλλάζει. Το βιβλίο, ένα από τα πρώτα δείγματα της νεοελληνικής μυθιστοριογραφίας, έχει σαν ιστορικό πλαίσιο την ληστεία στην μετεπαναστατική Ελλάδα και τους ληστές ως πελατειακές αποφύσεις ενός άκεντρου κράτους. Το κράτος δεν υποφέρει τόσο απ’ αυτούς όσο οι φτωχοί χωριάτες, που απηλλάγησαν του Τούρκου για να ξυπνήσουν κάτω από τον κνούτο των νέων ιδιοκτητών γης. Λαμόγια της εποχής, που στα θολά νερά της ρύθμισης των εθνικών γαιών, κάναν δουλειές με την Αθήνα. Οι ληστές που όλο τους καταδίωκαν αλλά ποτέ δεν τους έπιαναν, όταν το αποφάσιζαν, γίνονταν μέρος αυτού του παρασιτικού μηχανισμού και πολύ άνετα κατατρόπωναν τους αντιπάλους τους σε κάθε είδους εκλογές, αφού γνώριζαν τον «σφυγμό» του κόσμου. Ληστεία και δημοκρατία. Ένα κράτος απόκεντρο και έκκεντρο. Μία απαισιόδοξη ανάγνωση των πρώτων χρόνων της ελευθερίας. Αυτό που είναι αισιόδοξο για τότε, είναι ότι ο συγγραφέας του έργου, αυτός που ασκεί πολύ σκληρή κριτική σε αυτά τα φαινόμενα ήταν υφηγητής του Φυσικού Δικαίου, αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, υπουργός Δικαιοσύνης και Οικονομικών, και Εξωτερικών, πρόεδρος της Βουλής και τελικά διοικητής της Εθνικής Τράπεζας (1890). Μπορεί να φαντασθεί κανείς κάτι τέτοιο σήμερα; Μπορεί να περιμένει κανείς ένα τέτοιο έργο υψηλής περιωπής από την τωρινή ηγεσία του τόπου; Μόνο ως ανέκδοτο! Γι αυτό και η θέση μας εξακολουθεί να είναι στο Καθαρτήριο του Δάντη, εκεί που μας αποχαιρετούν……..